Έφηβοι εν αταξία

Ρόμπερτ Μούζιλ, «Οι αναστατώσεις του οικότροφου Τέρλες», / Θέατρο Πόρτα.

Ένας από τους σημαντικότερους Ευρωπαίους λογοτέχνες, ο Αυστριακός Ρόμπερτ Μούζιλ (1880-1942), θα μείνει στην ιστορία των γραμμάτων πρώτιστα με το τελευταίο, ημιτελές -αν και αποτελούμενο ήδη από τρία βιβλία- μυθιστόρημά του «Ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες», σημείο αναφοράς για πολλούς μετέπειτα συγγραφείς αλλά και θεωρητικούς της λογοτεχνίας. Μυθιστόρημα, το οποίο ο Μούζιλ δούλευε επί δεκαεπτά χρόνια χωρίς να μπορεί να ολοκληρώσει, αποκαλώντας την κατάστασή του αυτή ως «συγγραφική παράλυση». Σε αυτό του το μυθιστόρημα απεικονίζεται η πτώση της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας αλλά και προοιωνίζεται η επέλαση του Ναζισμού στην Ευρώπη.

Foto - Τέρλες 1, Μαυραγάνη-Μούζιλ

Εξίσου σημαντικό, ωστόσο, θεωρείται το πρώτο του μυθιστόρημα που εκδίδει σε ηλικία 26 ετών: «Οι αναστατώσεις του οικότροφου Τέρλες», εμπνευσμένο από εμπειρίες του στη στρατιωτική σχολή Βάισκιρχεν στην οποία παρέμεινε δύο χρόνια και σύντομα εγκαταλείπει ακολουθώντας τελικά σπουδές μηχανολογίας όπως και ο πατέρας του. Ένα μυθιστόρημα για την εφηβεία και τις αόρατες σκληρές πλευρές της αλλά και διορατικό ως προς τη διαδικασία αποκτήνωσης του ανθρώπου και επιβολής του νόμου του δυνατού.

Μπούλινγκ του περασμένου αιώνα

Οικότροφοι της σχολής ορίζουν ως θύμα τους έναν συμμαθητή τους και με αφορμή μία κλοπή του, για να μην τον προδώσουν στη διεύθυνση, τον καθιστούν υποχείριό τους, αναγκάζοντάς τον σταδιακά να υφίσταται εκ μέρους τους κάθε είδους εξευτελισμό που φτάνει σταδιακά, καθώς τα σαδιστικά ένστικτα των νεαρών γίνονται αχαλίνωτα, στο ξυλοκόπημα και στον βιασμό του. Με σύγχρονους όρους, ένα ακραίο «μπούλινγκ».

Foto - Τέρλες 2, Μαυραγάνη-Μούζιλ

Ο Τέρλες ανήκει στην ομάδα των «ισχυρών» χωρίς ωστόσο να συμμετέχει ενεργά στα βασανιστήρια. Η αφήγηση προσεγγίζει εξωτερικά τα γεγονότα και τη στάση του αν και μέσα από την δική του οπτική γωνία. Όταν όμως κάποια στιγμή θα βρεθεί μόνος με το θύμα, λόγω εξόδου των συμμαθητών του, θα υποκύψει στην ερωτική επαφή μαζί του καθώς περίεργα ερωτικά σκιρτήματα τον κατακλύζουν ήδη από την εποχή που ο ίδιος γίνεται απλός μάρτυρας των επιδόσεων των άλλων. Αλλά και θα διαπιστώσει, όταν έρθει η στιγμή που το θύμα θα ζητήσει την βοήθειά του, ότι είναι παντελώς αδιάφορος και ψυχρός απέναντί του, διαχωρίζοντας από την ερωτική κάθε συναισθηματική εμπλοκή μαζί του. Όντας τελικά συνειδητά συνένοχος στην ασκούμενη βία, αποκαλύπτοντας την ευκολία δημιουργίας της φασιστικής νοοτροπίας μέσω της στάσης του ατόμου.

Σκηνική λιτότητα

Η Γεωργία Μαυραγάνη επιλέγει την πλέον λιτή όσο και οικονομική φόρμα για να διασκευάσει και να στήσει σκηνοθετικά το μυθιστόρημα του Μούζιλ, επιλέγοντας να αναδείξει στοχευμένα την ουσία και δίχως πλατειασμούς που συνήθως ταλαιπωρούν τους θεατές σε ανάλογες διασκευαστικές απόπειρες πεζογραφημάτων για τη σκηνή. Ακολουθώντας τη σύμβαση της τριτοπρόσωπης εξωτερικής αφήγησης επιλέγει ως επί το πλείστον τον αφηγηματοποιημένο λόγο που κατά διαστήματα υποχωρεί δίνοντας τη θέση του στον άμεσο λόγο των προσώπων ενώ υιοθετεί παράλληλα την εσωτερική εστίαση του Τέρλες. Βάση της δικής του οπτικής τα άλλα πρόσωπα αποκτούν υπόσταση ενώ τα όσα συνιστούν στοιχεία της δράσης είναι αυτά στα οποία ο ίδιος υπήρξε μάρτυρας.

Foto - Τέρλες 6, Μαυραγάνη-Μούζιλ

Ο αφηγηματικός λόγος, φτάνοντας πολλές φορές στη συνεκφώνηση, εκφέρεται και από τους τέσσερις νέους ηθοποιούς, παρόλο που ο καθένας τους διαθέτει τον δικό του διακριτό ρόλο. Είναι αυτός που αναδεικνύεται είτε όταν η αφήγηση επικεντρώνεται στη δική του δράση είτε, εναλλακτικά, όταν εκτίθεται η δική του οπτική γωνία επί των γεγονότων. Η συνεκφώνηση, αντίθετα, αντιστοιχεί στην ομαδοποίηση των οικοτρόφων, στη μαζικοποίηση που τους επιβάλλει το σύστημα και που παίρνει απτή φασίζουσα μορφή στις περιπτώσεις εκείνες που η δράση διακόπτεται και όλοι μαζί, ανεξαρτήτως της ιδιάζουσας κατάστασης που βρίσκεται ο καθείς τους, εκφωνούν από κοινού το όνομα της Σχολής τους με τονισμό που παραπέμπει στο «χάιλ Χίτλερ».

Η σκηνική διάταξη των τεσσάρων (Βαγγέλης Αμπατζής, Γρηγόρης Μπάλας, Βασίλης Σαφός, Μπλερίμ Δαμπιράι) με τις σκουρόχρωμες με κόκκινα σιρίτια στολές των οικοτρόφων της σχολής τους (κοστούμια της Αρτέμιδος Φλέσσα) είναι εξ αρχής γεωμετρική εντός μιας ημιφωτισμένης σκηνής. Σειρές από λαμπτήρες διατρέχουν την οροφή: μέσω των ηθοποιών κάποιοι θα ανάβουν ή θα σβήνουν, καθορίζοντας επιμέρους τόπους δράσης (φωτισμοί του Τάσου Παλαιορούτα). Επιπλέον, μετακινούμενοι προς τα κάτω με σχοινιά, οι λαμπτήρες μπορούν να φωτίζουν πρόσωπα ή λεπτομέρειες της δράσης εν είδει μικρών εκ του σύνεγγυς προβολέων, αφήνοντας την υπόλοιπη σκηνή στο σκοτάδι.

Foto - Τέρλες 4, Μαυραγάνη-Μούζιλ

Αφηγηματική τάξη και δραστική αταξία

Τέτοιες δράσεις σπάζουν τη συνήθη αφηγηματική αποστασιοποίηση περνώντας στην αναπαράσταση των αφηγουμένων μέσω δραστικών «μιμητικών» εικόνων: είναι αυτές που εμβολίζουν ρεαλιστικά και συχνά σκληρά τη διήγηση και μετατρέπουν τους αφηγητές σε δρώντες ρόλους τσαλακώνοντας την αυστηρή τους γεωμετρημένη πειθαρχία, αναστάτωση που απεικονίζεται στα γυμνά ή ημίγυμνα σώματα, τα πεταμένα ατάκτως ρούχα, στις άγριες ερωτικές συνευρέσεις και την εν γένει αταξία των σωμάτων. Όμως, ως αφηγητές, θα επανέλθουν ευθυτενείς στις σωστά φορεμένες στολές τους, στα καλοκουμπωμένα σακάκια τους. Στην αναγκαία βιτρίνα τους, αυτήν που παρουσιάζουν προς τα έξω. Αυτή η τάξη (λόγου-λογικής) καθιστά ακόμη πιο σκληρή την «άλλη» πραγματικότητα.

Foto - Τέρλες 7, Μαυραγάνη-Μούζιλ

Αυτή η αντιπαράθεση αφήγησης-ευπρέπειας αφενός και δράσης-αταξίας αφετέρου είναι ίσως το σημαντικά διαφοροποιητικό στοιχείο της σκηνοθετικής γραμμής της Μαυραγάνη από άλλες αντίστοιχες δραματοποιήσεις πεζογραφικών έργων που ακολουθούν παρόμοια σκηνική λογική. Όπως επίσης και η αυστηρή τήρηση της αποστασιοποιητικής εκφοράς του λόγου της αφήγησης από τους ηθοποιούς σε αντίθεση με εκείνον του δραματικού τους ρόλου. Δημιουργείται έτσι εμφανώς το παιχνίδι μεταξύ των δύο διαφορετικών χρόνων, του τώρα της εκφώνησης με το τότε των αφηγούμενων συμβάντων.

Και οι τέσσερις νέοι ηθοποιοί κινήθηκαν ερμηνευτικά σχεδόν ισότιμα -παρά τις διαφορές τους ως προς το υποκριτικό τους στίγμα- και ακολούθησαν με δοτικότητα και συνέπεια τη σκηνοθετική γραμμή, τους ρυθμούς της παράστασης, τη γρήγορη ροή της. Η Γεωργία Μαυραγάνη κατάφερε να διατηρήσει αμείωτο το ενδιαφέρον του θεατή, δημιουργώντας δραματικές εντάσεις και εσωτερικές παύσεις αναδεικνύοντας τα καίρια ζητήματα που θέτει το κείμενο αλλά ούτε στιγμή διατυμπανίζοντάς τα: απευθυνόμενη στη διάνοια πρώτιστα και την κιναισθησία του θεατή της.

* Καθηγητής Σημειωτικής του Θεάτρου και Θεωρίας της Επιτέλεσης στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πατρών.

Ετικέττες: , , ,

Διαφήμιση

Τα σχόλια δεν είναι διαθέσιμα

Άποστολή άρθρου μέσο Email