Μπουφόνικη παρλάτα

Βασίλης Παπαβασιλείου, «Σιχτίρ ευρώ, μπουντρούμ δραχμή θα πεις κι ένα τραγούδι»/ Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν -Φρυνίχου

Σπάνια εμφανιζόμενος ως ηθοποιός αλλά πολύτιμος ερμηνευτής, ο Βασίλης Παπαβασιλείου επέλεξε να παρουσιάσει εφέτος έναν δικό του μονόλογο εμπνευσμένο από την πολιτικο-οικονομική κατάσταση της Ελλάδας. Πίσω από την περσόνα του Φωκίωνα Καπνίδη, ενός τροφίμου του «Ασύλου Ανιάτως Ψεκασθέντων Ολικής Υστερήσεως» (ΑΑΨΟΥ), ο Παπαβασιλείου δεν αρθρώνει αγοραίο πολιτικάντικο λόγο προς τέρψιν των ώτων των θεατών του. Αντίθετα, τους ξεβολεύει από τα ευρέως αποδεκτά στερεότυπα του συρμού και τις περιρρέουσες σύγχρονες μυθολογίες, ανατρέπει τις οικείες εικόνες λαϊκίστικης συνθηματολογίας και πολιτικολογίας αντικαθιστώντας τες με άλλες που ύπουλα κατασκευάζει, μέσα από τον φαινομενικά αυτοσχεδιαστικό του λόγο.

hqdefault

Μια γυναικεία φωνή (της Αλεξάνδρας Σακελλαροπούλου) μας αναγγέλλει από μεγαφώνου με χαρίεντες επιδοκιμαστικούς τόνους ότι ο Φωκίων, ως ο «Τρόφιμος της Χρονιάς», θα δώσει αυτός την καθιερωμένη ετήσια διάλεξη μπροστά σε τροφίμους, φίλους και προσωπικό του Ιδρύματος. Ο Φωκίων εμφανίζεται βιαστικός, πριν καλά-καλά ολοκληρωθεί η εκφώνηση, στην ουσιαστικά άδεια σκηνή που διαθέτει μόνο ένα τραπέζι με άπειρα πλαστικά μπουκάλια νερού, φορώντας μια λευκή μπλούζα με αίματα πάνω της και μοναδικό του σύμμαχο τους φωτισμούς της Ελευθερίας Ντεκώ. Με αφηγηματικές αναλήψεις, διακοπές, κενά, λόγο ουσιαστικά ελλειμματικό, θα αναλάβει να εκθέσει τη βασική ιδέα της διάλεξής του που συνεχώς μεταπίπτει σε μια νέα.

«Η εθνική μας μπουγάδα»

Επίκεντρο, ο γιατρός και, σταδιακά, φίλος του Τάκης που θα καταλήξει, μετά και τις πρόσφατες εκλογές, στην αυτοκτονία. Διευκρινίζοντας, όμως, ότι αρνείται η αυτοκτονία του να συμπεριληφθεί σε εκείνες που καταλογίζονται στις συνέπειες της κρίσης: αρνούμενος, δηλαδή, να ενταχθεί στην παραφιλολογία της πολιτικής εκμετάλλευσης. Εξάλλου, όπως ο Φωκίων έχει διευκρινίσει, για εκείνον δεν υπάρχει κρίση αλλά «καταστροφή».

Ο Φωκίων θα αναφερθεί στον εν μέρει παραληρηματικό του λόγο σε πολλά από τα γεγονότα της τρέχουσας ελληνικής πραγματικότητας αλλά σπανίως ρητά, περισσότερο υπαινικτικά: δημοψήφισμα, εκλογές, μαραθώνιες συνεδριάσεις με τους «εταίρους» αλλά και πιο πριν, στους «αγανακτισμένους» της Πλατείας Συντάγματος κ.ά. Μόνο που για όλα αυτά τα σύγχρονα, υψίστης σημασίας, γεγονότα που απασχόλησαν την επικαιρότητα των τελευταίων χρόνων, διατυπώνει μια λίγο στρεβλή, σε σχέση με την κυρίαρχη, προσέγγιση, ανατρεπτική, βελούδινα ειρωνική: για παράδειγμα, μετά το θαρραλέο «όχι» στο δημοψήφισμα, αναφέρεται σε ευχαριστήριο μήνυμα που λαμβάνουν οι πολίτες στο κινητό τους γιατί έδωσαν στην Κυβέρνηση το δικαίωμα με την ψήφο τους να διαπραγματευτεί με τους Ευρωπαίους. Μήπως, άλλωστε, και ο Τάκης δεν θα πάθει εμμονή – που θα τον οδηγήσει στην αυτοκτονία- με τις 17 ώρες της εξαντλητικής συνδιάσκεψης του Πρωθυπουργού με τους Ευρωπαίους για να επιτύχει το νέο μνημόνιο;

sixtir

Αλλά και η αγανάκτηση της Πλατείας, που συχνά καταλήγει σε χορούς και τραγούδια, μεταστρέφεται σε λαϊκό πανηγύρι με δημοτικούς χορούς όπου «όλα τα μαντήλια είχαν απλωθεί και κυμάτιζαν, μια εθνική μπουγάδα με φόντο το ξενοδοχείο Μεγάλη Βρετάνια. Ένα πανδαιμόνιο, μια πανδαισία ελληνικών χορών με το πνεύμα της Δώρας Στράτου να υπερίπταται και να μας ευλογεί».

Ο ζωντανός-νεκρός της Αμφίπολης

Στους διαλόγους του με τον Τάκη, ωστόσο, η βασική ιδέα που κυριαρχεί είναι ότι στην Ελλάδα «μόνον οι νεκροί είναι ζωντανοί». Οι γενναίοι νεκροί μας πρόγονοι. Εδώ, ο Παπαβασιλείου εισάγει στο θέατρο τη σύγχρονη επιστημονική σκέψη με τρόπο αλληγορικό, δύσκολα ίσως αντιληπτό αλλά αποκαρδιωτικά, για τους σύγχρονους Έλληνες, πραγματιστικό: Διότι, πράγματι, οι ξένοι, όταν μιλούν ή διδάσκουν στα Πανεπιστήμιά τους για ελληνική ιστορία, θέατρο, λογοτεχνία, φιλοσοφία σε εκείνες των αρχαίων -νεκρών- Ελλήνων αναφέρονται. «Greek Studies» σημαίνει αρχαιοελληνικές σπουδές…

Αλλά, μήπως ακόμη κι εμείς, οι σύγχρονοι Έλληνες, ως σημείο αναφοράς μας εκείνους τους νεκρούς προγόνους δεν χρησιμοποιούμε; Αυτούς και τα επιτεύγματά τους δεν ανεμίζουμε ως λάβαρο για να θυμίσουμε στους Ευρωπαίους την ταυτότητά μας την εποχή της «κρίσης», σε εκείνους δεν αναφερόμαστε ως δημιουργούς Πολιτισμού και Δημοκρατίας; Μόνον ταυτιζόμενοι με αυτούς, άλλωστε, αποκτάμε πραγματική υπόσταση και αυτοσεβασμό. Η αναφορά στον σύγχρονο πολιτισμό, την επιστήμη, τα επιτεύγματα απουσιάζει εφιαλτικά. Ως σύγχρονοι Έλληνες είμαστε δημιουργικά ανύπαρκτοι. Για το κράτος μας, για τους ξένους, για μας τελικά τους ίδιους που υποκύπτουμε στο υπαρξιακό δράμα που μας επέβαλαν.

Η προγονολατρία ανάγεται έτσι σε πράξη αυτοπροσδιορισμού μας, μιας φαντασιωτικής προβολής του παρόντος στο απόμακρο παρελθόν που μάθαμε να θεωρούμε κτήμα μας που βγάζουμε από το νεκροσέντουκο όταν μας χρειαστεί. Δικαιολογημένα, επομένως, ο Φωκίων, προκειμένου να αυτοπροσδιοριστεί ως ζωντανός οφείλει να επιλέξει την ταύτιση με έναν νεκρό. Επιλέγει έτσι τον αταυτοποίητο αλλά ήδη ένδοξο και πολυ-προβεβλημένο «Νεκρό της Αμφίπολης». Κάθε σχόλιο περιττεύει καθώς επιβεβαιώνεται ότι ένας ανώνυμος αρχαίος νεκρός αξίζει όσο άπειροι σύγχρονοι ζωντανοί. Η ανταποδοτική (οικονομικο-τουριστική) του αξία είναι άλλωστε δεδομένη.

Ομιλών μίμος

Ο Βασίλης Παπαβασιλείου επί σκηνής δεν είναι μόνο αυτά που λέει. Μεταστρέφεται σε μια μπουφόνικη περσόνα από εκείνες που ο σχολιασμός τους δεν θα προκαλέσει εύκολο γέλιο καθώς διυλίζεται προηγουμένως από ποικίλα φίλτρα ώστε να διατηρήσει το απόσταγμα: η ουσία βρίσκεται στο άρρητο, στο υποδηλούμενο, στην υποσημείωση του λόγου του.

29-1-630_1_0 (1)

Ταυτόχρονα, η περσόνα του «Ανιάτως Ψεκασθέντος» που υιοθετεί αναδύεται μέσα από την όλη κινησιολογία, τη στάση του σώματος, το βάδισμα και, πρώτιστα, την εκφραστική του προσώπου του: ένα πρόσωπο με τικ, εναλλαγές εκφράσεων σχεδόν ανεξέλεγκτες, που γίνεται εύπλαστη μάσκα καθώς χρησιμοποιεί όλους τους μυς γύρω από το στόμα ως επίδειξη των θυμικών καταστάσεων της μιμικής του προσώπου που έχουν καταγραφεί από τη μελέτη Ευρωπαίων μίμων και αποτυπωθεί σε μάσκες του ασιατικού θεάτρου. Είναι αυτή η μιμική του προσώπου που αποκαλύπτει το λεκτικά άδηλο, συντρέχοντας στην παραγωγή του πραγματικού νοήματος. Είναι το οπλοστάσιο των μεγάλων μίμων, ομιλούντων ή μη. Και πράγματι: η μπουφόνικη παρλάτα του Παπαβασιλείου δεν θα ήταν υπερβολή να ειπωθεί ότι παραπέμπει σε εκείνες μεγάλων ομιλούντων μίμων όπως ο Ντάριο Φο. Μοιράζοντας στον θεατή την ίδια «επικίνδυνη» απόλαυση.

* Καθηγητής Σημειωτικής του Θεάτρου και Θεωρίας της Επιτέλεσης στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πατρών.

Ετικέττες: , , ,

Διαφήμιση

Τα σχόλια δεν είναι διαθέσιμα

Άποστολή άρθρου μέσο Email