Μεγαληνορία μεγαλήγορου

Βασίλης Παπαβασιλείου, «Relax...Mynotis», Θέατρο Τέχνης Κάρολος Κουν-Φρυνίχου.

Ένα έργο του Κώστα Ηρακλή Γεωργίου, βασισμένο στην υδατογραφία του Άλμπρεχτ Ντύρερ «Νεαρός Λαγός» (1502), δεσπόζει κρεμασμένο ως τεράστια αφίσα στο βάθος της σκηνής. Είναι το ίδιο έργο που ο Ρομέο Καστελλούτσι είχε επίσης χρησιμοποιήσει επί σκηνής στην παράστασή του «Go down, Moses» που είδαμε στο Φεστιβάλ Αθηνών το 2015.

Ο λαγός, ο πτωχός, ο μεγαλορρήμων

Το συγκεκριμένο έργο-αφίσα αποτελεί το βασικό -εντέχνως και με σημασιακές φορτίσεις φωτιζόμενο από την Ελευθερία Ντεκώ– σκηνικό στοιχείο του πρόσφατου έργου που έγραψε και σκηνοθέτησε ο Βασίλης Παπαβασιλείου με τον παράδοξο τίτλο «RelaxMynotis», κάτι σαν παραφθαρμένο «Αναπαύσου Μινωτής». Η αναφορά στον μεγάλο σε ηλικία αλλά και καλλιτεχνικό εκτόπισμα ηθοποιό που υποδύεται ο ίδιος ο Παπαβασιλείου επιβεβαιώνεται καθώς, επανειλημμένα, αναφέρεται σε επιστολές του το αρχικό του ονόματός του, «Α.», ήτοι «Αλέξης». Ποια άραγε η σχέση με τον εικονιζόμενο «Λαγό», γνωστό και με το ουσιαστικοποιημένο επίθετο «πτωξ-κός» κατά συνεκδοχή του επιθετικού προσδιορισμού που σημαίνει «το εκ φόβου συνεσταλμένο ζώο» και από το οποίο προκύπτει και η λέξη «πτωχός»; Οι ερμηνείες μένουν μάλλον αιωρούμενες, ανάλογα με την προσληπτική ικανότητα του εκάστοτε θεατή σε συνδυασμό με τα όσα θα συναγάγει από την παράσταση.

foto-relax-mynotis-2-papavasiliou-technis

Ο Παπαβασιλείου, στην ουσία, αναδιπλασιάζει εικονικά τις αμφισημίες του κειμένου του. Το επί σκηνής βασικό πρόσωπο, ένα κράμα πραγματικότητας και φαντασίας, δηλώνεται ως ένας υπερήλικας, εμμονικός, αυταρχικός όσο και υπερόπτης ηθοποιός ο οποίος, στο σκηνικό παρόν, υπαγορεύει την 35η διαθήκη του σε έναν βοηθό συμβολαιογράφου, γεγονός που αρδεύεται από την πραγματικότητα. Πρόκειται, ταυτόχρονα, για μια περσόνα που δίνει αφορμή να ξετυλιχτεί ένας δοκιμιακός λόγος περί τέχνης από την πλευρά ενός ηθοποιού που έζησε τη δόξα, απέκτησε τη σοφία ενός υπηρέτη του θεάτρου και του οποίου η αλήθεια τεχνηέντως διαποτίζεται από την απέραντη μισανθρωπία του, τον υποβιβασμό κάθε συναδέλφου, τη απαξίωση κάθε καλλιτέχνη πλην του ιδίου καθώς αυτο-ανάγεται στον απ’ ευθείας συνομιλητή του Αισχύλου ο οποίος του υπαγορεύει τις σκηνοθεσίες του μέσω μεταφυσικής επαφής. Πρόκειται για έναν μεγαλομανή που βιώνει την απόλυτη μοναξιά, χωρίς αυτό να πτοεί τη διάχυτη προς όλους κακεντρέχειά του. Εξάλλου, και η διαθήκη του, που επιθυμεί να διαβαστεί προ θανάτου του, μια προσβολή προς τους γνωστούς του συνιστά.

Το ανάκλιντρο του Εθνάρχη

Όσο κι αν το κείμενο αλλά και η καθηλωτική ερμηνεία του μονολογούντος, ουσιαστικά, Βασίλη Παπαβασιλείου επιδιώκει να περάσει τις «αλήθειες» του «Α.», την πειθώ του «ρήτορα» που με τα κατάλληλα σχήματα λόγου καταλήγει να πείθει πρώτα για τη δική του αξία και στη συνέχεια για την αξιοπιστία των όσων λέει, ο ίδιος ο λόγος του και η σκηνή υποσκάπτουν τα επιχειρήματα. Η προσπάθεια επιβολής του πάνω στον νεαρό συμβολαιογράφο Σάββα που θέτει δειλά αλλά εύλογα κοινής λογικής ερωτήματα-επιχειρήματα, τα τηλέφωνα που διακόπτουν τον λόγο του και το ανάκλιντρο στην άλλη άκρη της σκηνής, δημιουργούν ρωγμές στη δύναμη πειθούς που επιδιώκει να ασκήσει: ένα ανάκλιντρο, άλλωστε, χωρίς σκηνική χρήση αλλά που λειτουργεί ως μεταφορά εκείνου στο οποίο, όπως πληροφορείται από τηλεφώνου ο ήρωας, αναπαύεται ο «Εθνάρχης» και που, κατ’ αναλογίαν διαθέτει και ο ίδιος. Μια μετωνυμία της δικής του ιδιότητας ως εθνάρχη του θεάτρου.

14940060_1804115379839377_6625794820768030651_o

 

Εξάλλου, η αναφορά στην αποβιώσασα σύζυγο γίνεται μόνο για να επαινεθεί η…μαγειρική της. Της μεγάλης Κατίνας Παξινού; Τεκμαίρεται ότι αυτή υπονοείται όταν ο ίδιος, σε μια αντιστροφή του λόγου του, θα παραδεχτεί: «Τον τόνο βέβαια τον έδωσε εκείνη που είχε αυτήν τη σχέση με τη μουσική…Μπροστά της εγώ ήμουν μπακάλης, στούρνος κανονικός…Εκείνη ήταν η ίδια η μουσική». Υπονοώντας φυσικά την παιδεία λυρικής τραγουδίστριας που διέθετε η Παξινού και της έδινε τη δυνατότητα σωστής χρήσης του διαφράγματος ώστε να αγγίζει εξαιρετικές τονικότητες και διάρκεια κατά την εκφορά των τραγικών κειμένων. Πράγματι, επομένως, αυτή ήταν η αλήθεια για τη «σύζυγο» αλλά, κατά πόσο ένας «πραγματικός» Μινωτής θα είχε ποτέ εκφέρει αυτά τα λόγια για εκείνη σε σχέση με τον εαυτό του;

Ο Παπαβασιλείου, ακόμη μια φορά μετά το περσινό «Σιχτίρ ευρώ…», παίζει με τις αμφισημίες, με τα ανοικτά νοήματα, καλώντας τον θεατή του να γίνει ενεργός και όχι παθητικός αποδέκτης της διάχυτης ρητορείας. Να κρίνει, μέσα από τα κενά και τα παιχνίδια λόγου και σκηνής, την πραγματική αλήθεια.

Ο Αλέξης Μινωτής είναι ένας σύγχρονος μύθος για την ερμηνεία της αρχαίας τραγωδίας και έτσι μας παραδίδεται από όσους τον γνώρισαν ως ηθοποιό και σκηνοθέτη. Είναι ταυτόχρονα ο επί σειρά πολλών ετών μονοκράτωρ επί του αρχαίου δράματος, του Εθνικού Θεάτρου, της Επιδαύρου ενώ είναι γνωστές οι μάχες που έδωσε για να καταστήσει το αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου «άβατον» για άλλους σκηνοθέτες ή θεατρικούς οργανισμούς. Συνιστά, επομένως, ένα πρόσφορο πρότυπο για να εμπνεύσει θεατρική περσόνα με κράμα ευφυΐας, εγωπάθειας, αντικοινωνικότητας: «Ακούς εκεί! Να με σιχαθούν! Όλοι να με σιχαθούν! Και να απολαμβάνω το θέαμά τους […] Όσο ζούμε δουλεύουμε! Δεν μας μένει καιρός για αισθηματοκοπίες!».

Η κοτρώνα και ο Ρίτσος

Ο ήρωας του Παπαβασιλείου, με την βροντώδη φωνή που δεν επιτρέπει αντιρρήσεις, διανθισμένη μόνο από ειρωνείες, καθηλώνει τον νεαρό συμβολαιογράφο που στέκει δίπλα του με δέος προσπαθώντας να καταγράψει τα της διαθήκης. Σε αντίθεση, ωστόσο, με την περσόνα που υποδύεται – έναν μεγάλο σκηνοθέτη-ηθοποιό που δεν μπόρεσε λόγω ναρκισσισμού του να αφήσει άξιους επιγόνους- ο Παπαβασιλείου, τεχνηέντως, θα παραχωρήσει, επιτακτικά ως δραματικό πρόσωπο αλλά μεγαλόθυμα ως πραγματικός ηθοποιός, τον λόγο στον συμβολαιογράφο-Γιάννο Περλέγκα σε ένα από τα πλέον συγκλονιστικά κομμάτια του έργου: στην «ανάγνωση» των δελταρίων που υποτίθεται ότι ο «Α.» στέλνει, σε μια προσπάθεια επικοινωνίας, στον «Γ.», δηλαδή στον Γιάννη Ρίτσο. Τι συνδέει τους δύο αυτούς άντρες; Μόνον η, κατά περίεργη σύμπτωση, κοινή ημερομηνία θανάτου τους: 11 Νοεμβρίου 1990.

15259624_1813093882274860_6806315666225014948_o

Παρ’ όλο που στο έργο ο Ρίτσος δεν θα απαντήσει ποτέ στην αλληλογραφία που προκαλεί ο «Α.», το εύρημα της πέτρας που λαμβάνει ταχυδρομικά ο τελευταίος και διστάζει αν και επιθυμεί να εκλάβει ως απάντηση του «Γ.» (καθώς ο Ρίτσος ζωγράφιζε βότσαλα) είναι από τα πλέον σαρκαστικά ευρήματα του πολύσημου κειμένου. Άλλωστε, ο «Α.» θα αναφερθεί ακόμη και στην κοινή ημερομηνία θανάτου τους, ψέγοντας τον «Γ.» για το γεγονός: για το ότι του έκλεψε μέρος της λάμψης από τη μοναδικότητα του δικού του θανάτου.

Ο Γιάννος Περλέγκας, «αναγιγνώσκοντας» τα δελτάρια – με τον Παπαβασιλείου, μέσω σχηματικού προσχήματος, αποτραβηγμένο στα παρασκήνια – δίνει το δικό του υποκριτικό ρεσιτάλ αποδίδοντας σταδιακά με αφοπλιστικές εναλλαγές ελπίδας και απογοήτευσης, θυμού και έκκλησης την αμφίθυμη περσόνα του «Α.» -την τελευταία εμμονή του- διατηρώντας ωστόσο τη δέουσα αποστασιοποίηση. Δεν είναι μόνον οι φωνητικές αποχρώσεις αλλά κυρίως τα εκφραστικά σχήματα του στόματος του ηθοποιού που «παίζουν» εύγλωττα μεταξύ εκφερόμενου λόγου του προσώπου του «Α.» και του εκφέροντος τον λόγο «Σάββα».

Ρητορικής σαρκαστικόν εγκώμιον

Αν η ρητορική του Παπαβασιλείου αντιστοιχεί (όπως όφειλε) στην κλασική μορφή αυτής της τέχνης, υπακούοντας στην αρχή της ευγλωττίας, της πειθούς και της εκφραστικότητας μέσω μιμικών και χειρονομιακών κωδίκων, εκείνη του Περλέγκα ακολουθεί τη σύγχρονη σκηνική ρητορική όπου αναδεικνύονται οι κώδικες και όχι η συναισθηματική φόρτιση, το σχόλιο πάνω στο κειμενικό σημαινόμενο και όχι η πειθώς για την αλήθεια του.

Η παράσταση του Βασίλη Παπαβασιλείου, εντονότερα κατά τη γνώμη μου από την διαφορετικής θεματικής περσινή του δημιουργία, αποτελεί ένα πολύπλευρο και πολυσύνθετο κείμενο, κράμα φιλοσοφικών περί τέχνης στοχασμών, πραγματείας περί ρητορικής δεινότητας και βαθύτατου σαρκασμού που υλοποιείται σκηνικά από δύο καθηλωτικούς ερμηνευτές.

foto-relax-mynotis-3-papavasiliou-technis

Όμως, πιστεύω ότι η θεατρικής προέλευσης περσόνα που επιλέγει ο Παπαβασιλείου για το έργο του δεν είναι παρά το όχημα για κάτι βαθύτερο: για να καταγγείλει όχι πρόσωπα αλλά την ίδια την τέχνη της ρητορικής από όπου και αν αυτή προέρχεται, για τη δύναμη να πείθει λέγοντας τα αυτονόητα που βρίσκουν εύκολα θετικούς αποδέκτες ενώ συγχρόνως στρεβλώνει την αλήθεια των πραγμάτων. Αν η ρητορική είναι αναγκαία για τη λειτουργία του θεάτρου, είναι συχνά καταστρεπτική για την κοινωνική και πολιτική ζωή. Παρ’ όλο που τα όρια των δύο αποδεικνύονται ρευστά και άρα επικίνδυνα.

Καλλιτεχνική συνεργάτις της παράστασης είναι η Νικολέτα Φιλόσογλου ενώ την διακριτική ηχητική επιμέλεια ανέλαβε ο Λαέρτης Μαλκότσης.

Οι φωτογραφίες είναι της Μυρτώς Αποστολίδου.

* Καθηγητής Σημειωτικής του Θεάτρου και Θεωρίας της Επιτέλεσης στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πατρών.

Ετικέττες: , , , , ,

Διαφήμιση

Τα σχόλια δεν είναι διαθέσιμα

Άποστολή άρθρου μέσο Email