Just in

Όλα τα νέα
Imerodromos logo
 

Ιστορικά γεγονότα – Μικρασιατική καταστροφή

Ίβαλα ίβαλα ω, πάμε γιαλό γιαλό. Σκηνοθεσία: Μαρία-Λουίζα Παπαδοπούλου, Ε.Θ. Ανέμη. Θέατρο Αλκμήνη

Στο πλαίσιο «Όλη η Ελλάδα ένας Πολιτισμός» του Υπουργείου Πολιτισμού οι ομάδες που επιχορηγήθηκαν ανέλαβαν να ανεβάσουν παραστάσεις ανά την Ελλάδα με θέμα τη Μικρασιατική Καταστροφή και τα γύρω από αυτήν ιστορικά γεγονότα.

Η Θεατρική Ομάδα Ανέμη, με επικεφαλής τη γνωστή και βραβευμένη σκηνοθέτιδα Μαρία-Λουίζα Παπαδοπούλου, η οποία τα τελευταία χρόνια δραστηριοποιείται στη Ζάκυνθο, ανέβασε μια εμπνευσμένη από το παραπάνω θέμα παράσταση, με τίτλο παρμένο από μικρασιατικό (ή, κατ’ άλλους, επτανησιακό) τραγούδι, το «Ίβαλα ίβαλα ω…», το οποίο ακούγεται και στην παράσταση από τους ηθοποιούς.

Η Μαρία-Λουίζα Παπαδοπούλου, με ιστορικό σύμβουλο τον Μιχάλη Βαρλά, και ανατρέχοντας σε ποικίλες ιστορικές πηγές, δημιούργησε το κείμενο της παράστασης, το οποίο ακούστηκε από τους έξι ηθοποιούς (συμπεριλαμβανομένης και της ίδιας). Το κείμενο προσπαθεί, αποσπασματικά και δραματοποιημένα, να αναφερθεί στα ιστορικά γεγονότα που έλαβαν χώρα αμέσως μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο έως τη Μικρασιατική Καταστροφή, αναζητώντας εμμέσως σχέσεις αιτίων και αποτελέσματος. Αναφορές γίνονται στις Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής και τα παιχνίδια τους, τις υποσχέσεις τους στον Βενιζέλο, στις διεθνείς συνθήκες, στον πόλεμο, στον ρόλο των πολιτικών δυνάμεων της Ελλάδας και του τότε βασιλιά Κωνσταντίνου, στην αλλαγή κυβέρνησης, στις ελπίδες των Ελλήνων της Σμύρνης και στις συνθήκες διαβίωσής τους στην πολυπολιτισμική εκείνη πόλη της Μικράς Ασίας. Στον εγκαταλελειμμένο στρατό και στην παραπληροφόρηση, στις ελπίδες των Μικρασιατών έως την καταστροφή.

Το κείμενο θέλησε να συμπεριλάβει, έτσι, έναν τεράστιο όγκο πληροφοριών για τα δεδομένα μιας παράστασης, παρόλο που αυτή διανθιζόταν από τραγούδια και επιμέρους σκηνικές δράσεις. Ωστόσο, η ένταξη πληθώρας στοιχείων, η υποκατάσταση, προς το τέλος, της επιμερισμένης στους ηθοποιούς αφήγησης από δραματοποιημένους διαλόγους (στη σκηνή των στρατιωτών) και η είσοδος θεάτρου σκιών (παρόλο που τελέστηκε με επιτυχία από τους ηθοποιούς) δημιούργησαν ανισορροπία στην όλη παράσταση, προσθέτοντάς της διάρκεια πέραν την αναγκαίας.

Το σκηνικό (Διονύσης Τσουκαλάς) με δεμάτια από άχυρα και τσουβάλια σκόρπια σε όλη τη σκηνή, ζωγραφισμένα τελάρα (Ελένη Γούναρη), ρόδες άμαξας, σημαίες των διαφόρων κρατών, φωτογραφίες πολιτικών προσώπων κ.ά. (σε εικαστική επιμέλεια Άσης Δημητρολοπούλου) δημιουργούσε μια ενδιαφέρουσα σκηνική συνθήκη. Κιθάρα και κρουστά συνόδευαν τα τραγούδια, ενώ ήχοι (σε σύνθεση Δημήτρη Ιατρόπουλου) παρενέβαιναν καθοριστικά στις αφηγήσεις. Τα κοστούμια (Α. Δημητρολοπούλου), ως επί το πλείστον σε μορφή φόρμας, δεν στοιχειοθετούσαν ιστορική αναφορά, αλλά μάλλον υπηρετούσαν τη θεατρικότητα.

Όπως προαναφέρθηκε, η παράσταση σχεδιάστηκε και ανέβηκε στη Ζάκυνθο, σε υπαίθριο χώρο, και η «σκηνή» της πλαισιωνόταν από βράχους και δέντρα, ήτοι το φυσικό τοπίο, γεγονός που έδινε σίγουρα μια διαφορετική αίσθηση από την κλειστή σκηνή της Αθήνας. Το σοβαρότερο, όμως, πρόβλημα, δημιουργήθηκε στην υποκριτική των ηθοποιών: συνηθισμένοι, ίσως, να εκφέρουν τον λόγο δυνατά, λόγω του αρχικού ανοικτού χώρου, διατήρησαν τον ίδιο τρόπο και στον κλειστό χώρο, με αποτέλεσμα να μοιάζει, το συχνότερο, ότι κραυγάζουν χωρίς λόγο.

Σε αυτή τη λάθος υποκριτική περιέπεσαν και οι ανά στιγμές σωστότεροι μεταξύ τους, όπως η Οδύσσεια Μπουγά, η οποία συναντούσε συχνά την αδικαιολόγητη υπερβολή στον λόγο αλλά και στην κίνηση, ή και οι Στέλιος Θεοδώρου-Γκλίναβος (ο οποίος, ας σημειωθεί ότι υπήρξε πολύ καλός στην παράσταση του θεάτρου σκιών ως Καραγκιόζης) και Τάσος Ροδοβίτης (στον οποίο οφείλονταν και οι ενδιαφέρουσες συνθέσεις κρουστών)  ‒οι δύο τελευταίοι είχαν αναλάβει αποτελεσματικά και τη ζωντανή μουσική. Άλλωστε, τα τραγούδια ‒το ωραιότερο κομμάτι της παράστασης‒ αποδόθηκαν από όλους τους προαναφερθέντες ηθοποιούς με ωραίες φωνές, μαζί με τις Ελένη Μακρή, Μαρία Σαμαρά και τη Μαρία-Λουίζα Παπαδοπούλου, η οποία απέδιδε αφηγηματικά κομμάτια, κυρίως υπό την οπτική μιας Σμυρνιάς, χωρίς, κάποιες στιγμές, να αποφεύγει μια συγκινησιακή φόρτιση που ερχόταν σε αντίθεση με τον «επικό» χαρακτήρα της αρχικής σύλληψης.

Η γενική εκτίμηση είναι ότι επρόκειτο για μια παράσταση υποσχόμενη, η οποία ίσως βρήκε την επιζητούμενη πρόσληψή της από το κοινό ανοικτού χώρου, αλλά που έπρεπε να επανακαθοριστεί στις απαιτήσεις μιας κλειστής σκηνής πρώτιστα υποκριτικά (εντάσεις λόγου, χειρονομιακή-κινησιακή υπερβολή) και, στη συνέχεια, ως προς τον όγκο πληροφοριών που ήθελε να μεταδώσει, ώστε να αποφύγει πλατειασμούς και παραστασιακές κοιλιές. Έτσι θα αναδεικνυόταν καλύτερα τόσο ο σκηνικός της πλούτος όσο και ο αναντίρρητος μόχθος των συντελεστών της.

 

*Η κατασκευή των φιγούρων του Καραγκιόζη ήταν του Χάρη Μπιλλίνη.
*Οι φωτογραφίες είναι του Μπάμπη Σιγούρου.

 

*Ο Δημήτρης Τσατσούλης είναι  Ομότιμος Καθηγητής
Σημειωτικής του Θεάτρου και Θεωρίας της Επιτέλεσης Παν/μίου Πατρών

 

Σχετικά θέματα

Απόψεις