Just in

Όλα τα νέα
Imerodromos logo
 

Το κάλεσμα

Dracula. Από το μυθιστόρημα του Bram Stoker σε διασκευή-σκηνοθεσία Θάνου Παπακωνσταντίνου. Θέατρο Πόρτα.

Πρόσθεσε τον Ημεροδρόμο στην Google

Βλέποντας τις πρώτες δημοσιογραφικές-προωθητικές της παράστασης  Dracula φωτογραφίες, σε σκηνοθεσία Θάνου Παπακωνσταντίνου, διέκρινε κανείς έναν διάχυτο ρομαντικό ερωτισμό σε συνδυασμό με την ύπαρξη ενός μηχανικού όντος. Η τελική παράσταση, ωστόσο, μοιάζει να λαμβάνει διαφορετικές όψεις και σημασίες, κατά τη γνώμη μου μάλλον ιδεολογικο-πολιτικές, καθώς ο Δράκουλας συνιστά την πηγή εκείνου του όποιου αδιευκρίνιστου ως προς την προέλευση και τον στόχο του καλέσματος, που αποβλέπει στη χειραγώγηση των υποψήφιων θυμάτων του.

Η σκηνή διαιρείται σε δύο βασικά μέρη, τα οποία χωρίζονται από μια σκοτεινή ημιδιαφανή κουρτίνα. Επί σκηνής, ένα φωτισμένο μεταλλικό πλαίσιο περιβάλλει τέσσερα ευθυγραμμισμένα δοχεία από πλεξιγκλάς που φιλοξενούν μέσα τους, στριμωγμένα, τα τέσσερα βασικά πρόσωπα: τον Τζόναθαν, τον Ρένφηλντ, τη Μίνα και τη Λούσι. Στο δάπεδο, εργαστηριακά σωληνάκια συνδέουν τα δοχεία με μια φωτεινή πηγή ενέργειας. Στο μέσον, ο Βαν Χέλσινγκ, ως ένα είδος ανακριτή αλλά και αναγνώστη των ημερολογίων ή επιστολών των βασικών προσώπων, ο οποίος προσπαθεί να εκμαιεύσει πληροφορίες, να ορθολογικοποιήσει τα γεγονότα. Πρόσωπα ακόμα ζωντανά αλλά και ήδη υποταγμένα.  Στο βάθος, πίσω από την κουρτίνα, ο πύργος, εντός του οποίου κυκλοφορεί σχεδόν αόρατος, μια σκιά που αχνοφαίνεται,  ο Δράκουλας και τα παιδιά της νύχτας-υπήκοοί του. Προβολές στα πλάγια της σκηνής θα δείχνουν αποσπασματικά πρόσωπα που κινούνται στα ενδότερα του πύργου.

Η διασκευή του Θάνου Παπακωνσταντίνου ακολουθεί τη βασική δομή του μυθιστορήματος του Bram Stoker, εμπλουτισμένη από προσεγγίσεις κλασικών κινηματογραφικών ταινιών. Έτσι, ο Τζόναθαν θα επισκεφθεί ανίδεος για τη συνέχεια που τον περιμένει τον πύργο, μετά από ένα εφιαλτικό ταξίδι, θα γνωρίσει τον Κόμη Δράκουλα, αλλά σύντομα θα συνειδητοποιήσει ότι βρίσκεται έγκλειστος στον πύργο χωρίς δυνατότητα διαφυγής. Παράλληλα, ο Βαν Χέλσινγκ θα διαβάζει τα διασωθέντα ντοκουμέντα ενώ θα δίνει τον λόγο στα άλλα πρόσωπα γύρω του προκειμένου να αποκαλύψουν τον τρόπο που βιώσαν το κάλεσμα. Ο Ρένφηλντ, ο πιστός υπηρέτης του Κόμη, αφοσιωμένος στον κύριό του, τον αισθάνεται μέσα του, καθώς η δύναμή του τον έχει κατακλύσει και καταστήσει ήδη υποχείριό του. Η Λούσι ασυνείδητα, με μνήμη ασθενή, ακολουθεί το κάλεσμα του Κόμη, χωρίς αντιστάσεις. Η Μίνα, ίσως η πιο συνειδητοποιημένη, αισθάνεται ανήσυχη ένα μαύρο νέφος να καλύπτει τα πάντα, έως ότου υποταχθεί στον Δράκουλα και μετατραπεί στην ευνοούμενή του Νύφη, αυτή που οραματίζεται ότι μαζί του θα κατακτήσουν τον κόσμο. Ο Δράκουλας έχει πλέον αποκτήσει τους νέους υποτακτικούς του, οι οποίοι μέσα από μεγάλα κουτιά ή τροχό τριγυρίζουν σαν σε ένα τεράστιο λούνα παρκ. Σε λίγο, όμως, όλοι τους θα βρεθούν συνδεδεμένοι με τα σωληνάκια που απομυζούν το αίμα τους, τροφοδοτώντας και ανατροφοδοτούμενοι από το αγνώστου ταυτότητας  όργανο που ανυψώνεται ολόφωτο.

Ανέφερα στη αρχή ότι, κατά τη γνώμη μου, το κάλεσμα του Δράκουλα στη σκηνική εκδοχή του Παπακωνσταντίνου λαμβάνει ιδεολογικο-πολιτικές συνδηλώσεις. Κι αυτό διότι ο κινούμενος στις σκιές Δράκουλας, με τις διαφοροποιούμενες, μειλίχιες ή συχνά απόκοσμες εκφορές λόγου του, και παρόλα αυτά πειστικές για μη συνειδητοποιημένα και ευρισκόμενα σε εγρήγορση απέναντι στο θελκτικό αλλά άγνωστο, μυαλά ‒ όπως αυτά του αστοιχείωτου Ρένφηλντ, του αφελή Τζόναθαν, της καταπιεσμένης, εύθραυστης Λούσι, ακόμη και της ανήσυχης, εύπιστης Μίνα ‒ μπορεί εύκολα να τα καταστήσει  υποχείριά του, φανατικούς οπαδούς του, να τα ενσωματώσει στην καταστροφική στρατιά του. Απλώνοντας ένα μαύρο νέφος πάνω στην ανθρωπότητα. Γι’ αυτό θα χαρακτήριζα την παράσταση ως μια πολιτική αλληγορία: αν υφέρπει φόβος στο κάλεσμα του (όποιου) Δράκουλα, αυτός έγκειται στην υποψία ότι μπορεί, ακολουθώντας τον, να γίνουμε αποτρόπαιοι (στις σκέψεις, στις πράξεις μας) όπως αυτός. Όπως, κάποτε, έγινε ένας ολόκληρος λαός, σαγηνευμένος από το κάλεσμα ενός ανάλογου αιματοβαμμένου δράκουλα. Αλλά, και στην πιο πεζή πραγματικότητα, μήπως ένας ανάλογος «δράκουλας» δεν είναι έτοιμος να μολύνει μυαλά μέσω του αθέατου, δαιδαλώδους, θελκτικού για τους εύπιστους διαδικτύου με τα πλήθος καλώδια-σωληνάκια που διατρέχουν ηπείρους, καθιστώντας την πηγή προέλευσης του «καλέσματος» μη εντοπίσιμη;  

Ο Θάνος Παπακωνσταντίνου δημιουργεί αναντίρρητα μια υπερπαραγωγή, χρησιμοποιώντας εύστοχα τα σύγχρονα τεχνολογικά μέσα. Τα πολυσύνθετα σκηνικά οφείλονται στη Νίκη Ψυχογιού, όπως άλλωστε και τα προσεγμένα κοστούμια εποχής, τα οποία έχουν μελετηθεί έτσι ώστε να χαρακτηρίζουν το κάθε πρόσωπο.  Η Μαριέττα Παυλάκη ανέλαβε τον σχεδιασμό των φωτισμών, παίζοντας εύστοχα με τις φωτοσκιάσεις, καθιστώντας αθέατη την πηγή του κακού. Η κίνηση, ως χαρακτηρολογία του κάθε προσώπου, οφείλεται στην Μαριάννα Καβαλλιεράτου. Όμως,  η παράσταση οφείλει τα μέγιστα στη μουσική του Άντη Σκορδή, με τους γκόθικ ή χέβυ μέταλ ήχους της που συχνά οδηγούν σε ύπνωση, κατάβαση στα ενδότερα του ανοίκειου, άπιαστου όσο και επιθυμητού. Μια δυναμική σύνθεση που κρατάει σε εγρήγορση τον θεατή.

Η διασκευή του μυθιστορήματος οφείλεται στον Θάνο Παπακωνσταντίνου, με τη βοήθεια στη δραματουργική επεξεργασία της Ελένης Μολέσκη. Ενδιαφέρουσα δουλειά, αν και προς το τέλος νομίζω ότι ο λόγος γίνεται φλύαρος, πλεοναστικός, καθώς οι σκηνικές εικόνες διαθέτουν από μόνες τους εύγλωττη δύναμη.

Στον ρόλο του  Βαν Χέλσινγκ η Άντζελα Μπρούσκου δημιουργεί ένα ανάλογο σκοτεινό ισοδύναμο του Δράκουλα, μια μαύρη μορφή που με τον ορθολογισμό της προσπαθεί να κατανοήσει, να βάλει σε τάξη το φαινόμενο της αδικαιολόγητης έλξης που αισθάνονται τα πρόσωπα για το παράλογο. Με φωνή σκληρή, αιχμηρή, κοφτή, σε αντίθεση με το σαγηνευτικό του Δράκουλα, απαιτεί τη γνώση.

Ο Αντώνης Μυριαγκός αναλαμβάνει τον ρόλο του Κόμη Δράκουλα, κινούμενος στο μεγαλύτερο μέρος της παράστασης στους ίσκιους,  καθώς ακούγεται μόνον η φωνή του σε διάφορες τονικές διαβαθμίσεις, ενώ προς το τέλος εμφανίζεται, με μελετημένη, αργή κίνηση, στο προσκήνιο, διατηρώντας την αμφισημία του ρόλου του.

Ο Αργύρης Πανταζάρας ως Τζόναθαν, βρίσκεται σε διαρκή υπερκινητικότητα, ως ένα χάμστερ που τρέχει ασταμάτητα στον τροχό του, ενώ στην αφήγησή του χρωματίζει τον λόγο του με ποικίλες τονικότητες, καθιστώντας το ταξίδι του προς τον πύργο άκρως παραστατικό, καταθέτοντας μια σφριγηλή ερμηνεία.

Ο Δημήτρης Δρόσος, στον ρόλο του υπηρέτη του Δράκουλα, Ρένφηλντ, προβάλλει από το διάφανο κουτί του ως μια καταδικασμένη μορφή, υπνωτισμένος, ημίτρελος που λέει την αλήθεια, με λόγο αφελώς κοφτό, με όψη και κίνηση ψυχανεμισμένου.

Η Λούσι της Μαργαρίτας Αλεξιάδη, χαμένη στα πλούσια τούλια του ροζ φορέματός της, μοιάζει σαν χαμένη κούκλα, αδύναμη να εκφέρει λόγο, σε αντίθεση με τη Μίνα της Σίσσυς Τουμάση, νοσταλγικής στην αρχή, φλύαρης και κάπως μονότονης στο τέλος, ως Νύφης του Δράκουλα, μη δίνοντας στα όσα σημαντικά εκεί εκφέρει τις αναγκαίες τονικότητες.

Την υποχθόνια ένταση της παράστασης προσφέρουν τα Παιδιά της νύχτας με τα βαμμένα πρόσωπα, οι Θοδωρής Βραχάς, Βασίλης Μπούτσικος και Δημήτρης Ψύλλος, που υλοποιούν σκηνικά τη γκόθικ εικόνα της μουσικής με τη δυναμική τους κινησιολογία, ενώ ταυτόχρονα κινηματογραφούν ζωντανά τα άλλα πρόσωπα του έργου.

Ο Θάνος Παπακωνσταντίνου δημιούργησε μια δυναμική παράσταση, αισθητικά άψογη και συνεπή με τον εαυτό της, αφήνοντάς την ταυτόχρονα ανοιχτή σε διαφορετικές ερμηνείες.

Οι φωτογραφίες είναι της Evelyn Benčičová, ενώ κάποιες των Adam Csoka Keller & Aris Ziotopoulos.

 

Δημήτρης Τσατσούλης είναι Ομότιμος Καθηγητής Σημειωτικής του Θεάτρου και Θεωρίας της Επιτέλεσης Παν/μίου Πατρών.  
Πρόσφατο βιβλίο του:
Θεόδωρος Τερζόπουλος – Ο Σκηνοθέτης στο Μεταίχμιο, Εκδόσεις 24γράμματα, 2024.

 

Post
Filter