Just in

Όλα τα νέα
Imerodromos logo
 

Αδιέξοδοι έρωτες

Σαμ Σέπαρντ, Οι ερωτευμένοι. Σκηνοθεσία: Έλενα Πέγκα. ΒΙΟS

Πρόσθεσε τον Ημεροδρόμο στην Google

Ομολογώ ότι η σύγχρονη αμερικανική δραματουργία, όσο και αν μας είναι πλέον οικεία, λόγω των πολλαπλών διόδων πολιτιστικής της διείσδυσης, δεν με ενθουσιάζει ως αναγνώστη/θεατή της και συχνά σκέφτομαι πόσο διαφορετικά θα επεξεργαζόταν δραματουργικά/επιτελεστικά το ίδιο θέμα ένας Ευρωπαίος. Αυτό, ωστόσο, είναι μια προσωπική άποψη, που δεν μειώνει το θεωρητικό ενδιαφέρον για την εν λόγω δραματουργία.

Το έργο του Σαμ Σέπαρντ (1943-2017) Fool for Love το γνωρίζουμε μόνο από την κινηματογραφική εκδοχή του, σε σκηνοθεσία Ρόμπερτ Άλτμαν, ο οποίος δημιουργεί στην ταινία του αποπνικτική ατμόσφαιρα Άγριας Δύσης, η οποία περιβάλλει το παλιό μοτέλ στην έρημο της Καλιφόρνιας, εντός του οποίου τοποθετεί αλληλοσπαρασσόμενα τα δύο κεντρικά πρόσωπα, του Έντι και της Μέι. Πρόσωπα τα οποία υποδύονταν ο ίδιος ο Σέπαρντ και η εκρηκτική Κιμ Μπάσινγκερ. Ένας παθιασμένος έρωτας χωρίς διέξοδο, καθώς υπερκαθορίζεται από ένα οικογενειακό μυστικό.

Το αυθεντικό θεατρικό κείμενο, σε ρέουσα μετάφραση του Αντώνη Γαλέου, σκηνοθετεί, με περισσότερο παιγνιώδη τρόπο, αλλά χωρίς να μειώνει τις εντάσεις του, η Έλενα Πέγκα. Και αυτό οφείλεται σε πολλούς παράγοντες. Πρώτα απ’ όλα στη χορογραφημένη κινησιολογία των ηθοποιών, με την έννοια ότι οι συγκρούσεις μοιάζουν περισσότερο εσωτερικευμένες, χωρίς να εκφράζονται μέσω μιας ωμής σωματικής βίας.

Κατά δεύτερο λόγο, η εξ αρχής και συνεχής παρουσία του νεκρού πατέρα σε μια γωνιά του δωματίου, του επιτρέπει να παρεμβαίνει, ακόμη και βουβά, ως καταπραϋντικός μηχανισμός στις όποιες εντάσεις, ενώ, όπου χρειάζεται, συνδιαλέγεται ευθέως με τα άλλα πρόσωπα, συμπληρώνοντας τις εκδοχές τους. Και, εδώ, θα πρέπει να αναφερθεί ότι η ερμηνεία του Δημήτρη Καραβιώτη υπήρξε καθοριστική, εκφράζοντας την αποστασιοποιημένη ηρεμία ενός απόντος/παρόντος προσώπου, το οποίο εισέρχεται διακριτικά στα δρώμενα, σχεδόν ρέοντας, και με τον ίδιο τρόπο αποσύρεται και πάλι.

Τρίτον, το έξυπνα σχεδιασμένο σκηνικό της Ζωής Φαμέλη, ανοικτό σε δύο πλευρές του, δημιουργώντας ένα είδος τριγώνου, μειώνει την κλειστοφοβική αίσθηση, ενώ προβλέπει ανοίγματα προς τα έξω, προς αυτόν τον αόρατο εξωσκηνικό χώρο, στον οποίο επιτρέπει, ανά διαστήματα, να εισβάλει στο εντός του δωματίου ηχητικά-φωτιστικά. Άλλωστε, με δεσπόζον στο κέντρο ένα κρεβάτι και στο βάθος ένα τραπέζι με καρέκλες, προβλέπει ακόμα και τον κλειστό – ακουστικά ανοικτό ‒ χώρο του μπάνιου, που παίζει τον δικό του ρόλο.

Οι φωτισμοί της Στέλλας Κάλτσου βοηθούν στην ανάδειξη του σκηνικού και των επιμέρους «τόπων» του, ενώ η μουσική του Φάνη Ζαχόπουλου παρεμβαίνει εμβόλιμα για να δώσει επιτυχώς την αμερικανική ταυτότητα  του έργου. Η Αλέγια Παπαγεωργίου ντύνει επίσης τους ηθοποιούς με άξονα τον χαρακτήρα και την ταυτότητά τους.

Το ατού των δύο ηθοποιών που ανέλαβαν τους κεντρικούς ρόλους του Έντι και της Μέι είναι κατά τη γνώμη μου ο τρόπος που κινούνται μέσα στον χώρο. Γεμίζουν τη σκηνή με μια διαρκή κινητικότητα που σπάνια εμπεριέχει εκρήξεις, οι οποίες, ακόμη και αυτές, είναι απόλυτα ελεγχόμενες. Όπως προείπα,  οι εντάσεις εγγράφονται περισσότερο στα πρόσωπα και στους μυς των σωμάτων τους, παρά στην ανεξέλεγκτη κίνηση.

Υπό αυτή την οπτική, η Μελία Κράιλινγκ (Μέι), χωρίς να διαθέτει σκηνική λάμψη, έχει πλήρη έλεγχο των κινησιολογικών και φωνητικών εργαλείων της, σχεδιάζοντας ένα δραματικό πρόσωπο δυναμικό και ταυτόχρονα ευαίσθητο, χωρίς να επισκιάζει τα όποια του συναισθήματα ένας άκρατος ερωτισμός. Ό έρωτας, σε αυτήν, παίρνει περισσότερο τη μορφή μιας εκ προοιμίου ματαιότητας.

Όποιος γνωρίζει τον Παναγιώτη Γαβρέλα (Έντι) μόνο από την τηλεοπτική του εμφάνιση στη σειρά της ΕΡΤ «Ζακέτα να πάρεις», ως τον συνεσταλμένο γιο της Φωτεινής Μπαξεβάνη, θα βρεθεί προ εκπλήξεως βλέποντας έναν δυναμικό, απεγνωσμένα ερωτικό νεαρό άντρα που δεσπόζει επί σκηνής. Παρόλη την έντονη παρουσία του, τη σωματική του σφριγηλότητα, τις φωνητικές του εντάσεις, δεν εκπέμπει ούτε στιγμή σε μάτσο άντρα, αλλά σε ένα φυλακισμένο αγρίμι, γεγονός που συνάδει και με τον λόγο που ο έρωτάς του με τη Μέι είναι αδιέξοδος. Σε κάποιες σπάνιες περιπτώσεις υπερέντασης της φωνής θέλει, ωστόσο, προσοχή στην ταχυλογία, καθώς δεν ακούγεται ο λόγος.

Στον ρόλο του φίλου της Μέι, Μάρτιν, ο Νίκος Βατικιώτης υπήρξε συνεπής και μετρημένος, όντας ο κινητήριος μοχλός για να γίνουν οι αποκαλύψεις γύρω από το οικογενειακό μυστικό-εμπόδιο στον έρωτα του ζευγαριού.

Η Έλενα Πέγκα, στη σκηνοθεσία της, απέφυγε ευφυώς τον αδικαιολόγητο ωμό ρεαλισμό και έδωσε μια περισσότερο ψυχογραφημένη εκδοχή των προσώπων, καθώς αυτά βασανίζονται, στην πραγματικότητα, από το μυστικό τους, το οποίο αποκαλύπτεται σταδιακά και δικαιολογεί τις αμφισημίες στη συμπεριφορά τους. Πέτυχε έτσι, νομίζω, να εξευρωπαΐσει με έναν τρόπο την αναίτια, σε άλλη περίπτωση,  βίαια, εντυπωσιοθηρικά νατουραλιστική προσέγγιση ενός έργου, που, στην πραγματικότητα τέμνει τα ψυχολογικά αδιέξοδα των προσώπων του, καθιστώντας το περισσότερο συνεπές με την ουσία του.

Οι φωτογραφίες προώθησης είναι του Τάσου Βρεττού.

 

Δημήτρης Τσατσούλης είναι Ομότιμος Καθηγητής Σημειωτικής του Θεάτρου και Θεωρίας της Επιτέλεσης Παν/μίου Πατρών.  
Πρόσφατο βιβλίο του:
Θεόδωρος Τερζόπουλος – Ο Σκηνοθέτης στο Μεταίχμιο, Εκδόσεις 24γράμματα, 2024.

 

Post
Filter