Πολιτισμός

Ο εξουσιαστικός κτύπος του flamenco

Federico Garcia Lorca, «Το σπίτι της Bernarda Alba». Σκηνοθεσία- Δραματουργία: Σταύρος Λίτινας. Arroyo Nuevo.

Ο Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα (1898-1936) τουφεκίζεται από τους φαλαγγίτες του Φράνκο στις 19 Αυγούστου. Ο μεγαλύτερος θεατρικός συγγραφέας και ποιητής της Ισπανίας του 20ού αιώνα, συγγραφέας, μεταξύ άλλων,  του «Ματωμένου Γάμου» και της «Γέρμα», λίγο πριν τη δολοφονία του έχει ολοκληρώσει το τελευταίο του θεατρικό, «Το σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα», μια μεταφορά της φασιστικής νοοτροπίας και της κοινωνικής καταστολής, μετατοπίζοντάς τες  στο αγροτικό οικογενειακό περιβάλλον.

Η αυταρχική χήρα Μπερνάρντα, μετά την κηδεία του άνδρα της,  καταδικάζει τις πέντε κόρες της σε απόλυτο εγκλεισμό χρόνων. Η μόνη που βλέπει διέξοδο από την κατάσταση είναι η μεγάλη κόρη της από τον πρώτο της γάμο, η Ανγκούστιας, η οποία διαθέτει προίκα από τον πατέρα της, και αρραβωνιάζεται τον νεότερό της Πέπε Ρομάνο. Η ασθενική και άσχημη Μαρτίριο, τέταρτη κόρη, κρυφά ερωτευμένη με τον Πέπε, αλλά κυρίως ζηλεύοντας αυτό που εκείνη δεν θα αποκτήσει ποτέ, κλέβει τη φωτογραφία του από τη μεγάλη της αδελφή. Εκείνη, ωστόσο, που θα τον διεκδικήσει πραγματικά είναι η μικρότερη Αντέλα, βγαίνοντας τη νύχτα κρυφά μαζί του, παρά τους απόλυτους περιορισμούς που έχει επιβάλει η μητέρα της. Η επανάστασή της, έστω και αν καταλήγει σε θάνατο, κλονίζει ανεπανόρθωτα το καταπιεστικό σύστημα του οίκου, αποδεικνύοντας ότι η επανάσταση του ενός μπορεί να μην επιφέρει την αλλαγή του καθεστώτος, δημιουργεί, ωστόσο, σημαντική ρωγμή στην εικόνα του.

Τα πόδια που αφηγούνται

Η παράσταση που σκηνοθετεί ο καθιερωμένος πλέον ως ο ιδανικός εκφραστής του φλαμένκο στη χώρα μας Σταύρος Λίτινας, αρχίζει στο φουαγιέ του θεάτρου, καθώς οι θεατές ακούν χωρίς να βλέπουν τις επικήδειες ψαλμωδίες κατά τη ταφή του συζύγου και πατέρα. Εισερχόμενοι στην μακρόστενη αίθουσα, βρίσκουν απέναντί τους, σε διάταξη και μικρή απόσταση από την πρώτη σειρά, πέντε καρέκλες με ψηλή πλάτη, ενώ δύο άλλες είναι τοποθετημένες στις δύο άκρες της αίθουσας. Η παράσταση αρχίζει με τον κρότο του μπαστουνιού της Μπερνάρντα Άλμα, που χτυπάει με δύναμη στην είσοδο, ακολουθούμενη από τις πέντε μαυροφορεμένες και καλυμμένες με πλερέζες κόρες της, οι οποίες θα καταλάβουν και τις πέντε καρέκλες, ενώ σε εκείνη της κορυφής κάθεται η μητέρα.

Ίσως το έργο του Λόρκα προσφέρεται περισσότερο από κάθε άλλο για ερμηνεία του μέσω των ξερών κρότων των τακουνιών που απαιτεί το φλαμένκο. Η αίσθηση του μοναστηριού των πέντε παρθένων και ταυτόχρονα ο εγκλεισμός τους, αλλά και ο υφέρπων και μη εκδηλωνόμενος πόθος για έρωτα, για ζωή περικλείονται στους κοφτούς αλλά γεμάτους ένταση ήχους του φλαμένκο, σε αυτόν τον αναβράζοντα, ανεκπλήρωτο ερωτισμό που συνδυάζει την ακρίβεια του ασκητισμού  με την ένταση του πάθους.

Οι πέντε κοπέλες, καθιστές, θα εκφράσουν, σιγά-σιγά στην αρχή, εντονότερα στη συνέχεια, μέσα από τη χορογραφία των Τζέσικας Καϊμπαλή, Μαρίας Μανδραγού, Ηλέκτρας Χρυσάνθου και του Σταύρου Λίτινα, όλη την υποταγή, την αμφισβήτηση, τη ζήλεια, την ανάγκη ανεξαρτητοποίησης, τη μεταξύ τους συμπαράσταση ή αντιπαράθεση, σε μεγάλο μέρος καθιστές, αλλά με πλήρη ενεργειακή συμμετοχή και συναισθηματική φόρτιση που φαίνεται στους σπασμούς του σώματος, αλλά και στην εκφραστικότητα του προσώπου τους. Οι όρθιες, αργότερα, αψιμαχίες τους, μεταξύ Ανγκούστιας και Μαρτίριο ή Μαρτίριο και Αντέλα, με τις υπόλοιπες να παρεμβαίνουν υπέρ της μιας ή της άλλης, δημιουργούν στον περιορισμένο χώρο στιγμές εκρήξεων.

Πάθη και καταπίεση

Επιβλητική στον ρόλο της Μπερνάρντα Άλμπα, με τα κοντοκουρεμένα μαλλιά, όπως αρμόζει στο πένθος, το αυστηρό, ανέκφραστο πρόσωπο και το απειλητικό μπαστούνι που δίνει τον ρυθμό,  καθώς το χτυπά στο πάτωμα, η Αλίνα Αναστασιάδη.

Ιρένε Τζιαρντίνα (Ανγκούστιας), Βάνα Μαλοκίνη (Μαγκνταλένα), Φανή Δεμέστιχα (Αμέλια), Τζέσικα Καϊμπαλή (Μαρτίριο) και Μαρία Μανδραγού (Αντέλα) είναι πέντε εξαιρετικές χορεύτριες φλαμένκο, οι οποίες συντονίζονται μεταξύ τους με καταπληκτική ακρίβεια στις ομαδικές σκηνές, συνδιαλέγονται εύγλωττα ανά δύο ή τρεις με τους κρότους των τακουνιών τους και την ένταση που διαχέεται στο σώμα τους στον περιορισμένο χώρο της σκηνής, καθίστανται κυριολεκτικά ομιλούντα σώματα που αφηγούνται τα πάθη και τις διαμάχες τους καθιστώντας, δίχως να αρθρώνουν λόγο ή όποια φωνητική εκφορά,  την υπόθεση του έργου εύληπτη ακόμη και σε εκείνον που έχει αμυδρή ιδέα για τη δράση.

Μεταξύ των σκηνικών προσώπων, εκείνο που καταλαμβάνει την καρέκλα στην άλλη άκρη της σκηνής, είναι ένα πρόσωπο-συμφυρμός της λορκικής οικονόμου Πόντσια και της τρελής γιαγιάς Μαρία-Χοσέφα, πρόσωπο που υποδύεται  ο ίδιος ο Σταύρος Λίτινας. Ντυμένη στα λευκά, καθώς κυκλοφορεί στο έργο του Λόρκα ως νύφη, όνειδος για την Μπερνάρντα Άλμα, αποτελεί την άλλη όψη της ελευθερίας που θα διεκδικήσει η Αντέλα. Στον υβριδικό του ρόλο, ο Λίτινας επεμβαίνει στη δράση διευκολύνοντας κάποιες στιγμές τα κορίτσια, αλλά στην ουσία φαίνεται να λειτουργεί περισσότερο σαν υποκινητής της δράσης, ως άνωθεν δρώσα δύναμη που κατευθύνει καταστάσεις. Με υποψία χορευτικών κινήσεων, κυρίως των άνω άκρων και του κορμού, καθότι ξυπόλυτος, πιστεύω ότι δραματουργικά θα ήταν καλύτερο να είχε τονίσει τον τελευταίο αυτό επεμβατικό ρόλο, μένοντας ίσως, ως πρόσωπο, εκτός της κυρίως δράσης.

Ήχοι από καλπασμούς αλόγων φέρουν τον έξω κόσμο στο μέσα των εγκλείστων, άλλοτε παραπέμποντας σε επισκέψεις του Πέπε Ρομάνο, άλλοτε πάλι αποτελώντας δείκτες μιας άπιαστης ελευθερίας.  Τις παραμορφώσεις του εγκλεισμού τους άλλωστε αντικατοπτρίζει ο παράξενος δίσκος-καθρέφτης, όπως και τα κινούμενα σώματα κάτω από το άσπρο ύφασμα, που δημιουργούν παράδοξα εξογκώματα, ενώ οι κοπέλες κοιμούνται.

Οι μουσικές φλαμένκο επιλογές, τα σκηνικά, τα αυστηρά μαύρα κοστούμια και τα σατέν νυχτικά, η ειρωνικά τοποθετημένη στην κορυφή κούκλα με το «νυφικό» ενός τελικά οριστικά ματαιωμένου γάμου  της Ανγκούστιας , όπως και οι φωτισμοί είναι του Σταύρου Λίτινα. Ο οποίος, μαζί με τις συνεργάτιδές του στη χορογραφία κατόρθωσαν να καταστήσουν το φλαμένκο μια εύγλωττη δραματουργία χωρίς λέξεις, προσφέροντας μια κινησιολογική μέθεξη. 

Οι φωτογραφίες της παράστασης είναι του Δημοσθένη Γάλλη.

*Ο Δημήτρης Τσατσούλης είναι καθηγητής Σημειωτικής του Θεάτρου και Θεωρίας της Επιτέλεσης στο Πανεπιστήμιο Πατρών.

(Επισκέψεις: 478 φορές, όπου 18 ημερήσιες)

Σχετικά Άρθρα

Ημεροδρόμος

Ημεροδρόμος

Send this to a friend