Επιμέλεια: Εύα Νικολαΐδου
Το έργο του είναι γνώση και διαρκής αναζήτηση. Απόγονος ενός μεγάλου. Του Μάνου Κατράκη. Ήταν ανιψιός του. Η κοσμοθεωρία του για το θέατρο, τόσο στον χώρο της θεωρίας, της γνώσης και της μεθοδολογίας όσο και στον χώρο της πρακτικής, έχει σαν βάση το ρωσικό θέατρο. Στη Μόσχα σπούδασε.
Πρόσφατα, ανακηρύχθηκε μέλος της Ακαδημίας. Καταλαμβάνει για πρώτη φορά την έδρα «Θεατρικής Τέχνης». Ανέπτυξε το θέμα «Αυτό που δεν τελειώνει». Στοχασμοί πάνω στην τέχνη, στην παιδεία, στον άνθρωπο.
Συμπυκνωμένη η ζωή του αλλά εναρμονισμένη με την απεραντοσύνη του έργου του.
«Δάσκαλός μου, ήταν ο Μάνος Κατράκης. Κάποια στιγμή στη ζωή σου, η οποία είναι μοναδική και αναπόφευκτη – αυτό συμβαίνει μια φορά στη και ανεπιστρεπτί ίσως – όπου είσαι το χώμα πάνω στο οποίο θα πέσουνε πολλοί σπόροι.
Θυμάμαι τα πάντα. Τον αποχαιρέτισα όταν πήγαινα να σπουδάσω, όντας 22 χρονών. Έζησα πολλές φάσεις της ζωής μου αρκετά κοντά του. Ανήκε στους καλλιτέχνες που εκπαίδευε με την παρουσία του, τον λόγο, τη φωνή του, με τα ελληνικά του. Συνήθως, οι καλλιτέχνες άλλοι είναι κι άλλοι δείχνουν. Ο θείος ήταν αυτό ακριβώς που έβλεπες. Υπέροχος, βαθύς, μεγαλειώδης, αγνός, γνήσιος, ρομαντικός. Δοσμένος στο θέατρο, στις γυναίκες, στα άλογα, και πάνω απ’ όλα στη δουλειά του. Αυτό από μόνο του είναι μια αίσθηση της αποστολής ενός ανθρώπου – αν το μεταφράσεις σωστά. Όλα, τα βαθιά, τα μυστικά, τα υπόγεια, τα παραπλανητικά, τα αποπλανητικά, μπαίνουν σε ένα ποτάμι και υπηρετούν έναν σκοπό. Είναι ο πρώτος άνθρωπος με βαθύτερη αποστολή που γνώρισα στη ζωή μου.
Ο δεύτερος ήταν η μητέρα μου. Μία εξαιρετική προσωπικότητα η οποία με τη σειρά της σε κάποια πράγματα – και αυτό το λέω πρώτη φορά – επηρέασε και τον θείο μου. Εκείνος τη λάτρευε κι ίσως είναι ο μόνος άνθρωπος που άκουγε. Ήταν γενικά ο γκουρού της οικογένειας. Μια πολύ δυνατή, σπουδαία προσωπικότητα, της οποίας δυστυχώς δεν έχω και τον τάφο να πάω, να αφήσω ένα λουλούδι. Αποφάσισε στα 89 της ότι έπρεπε να αφήσει έξω το παπαδαριό και να κάνει δωρεά σώματος. Έτσι, με το που πέθανε στα χέρια μου, την πήρα και την πήγα στους φοιτητές, να την κάνουν ανατομία. Έκτοτε, τα ίχνη τους έχουν χαθεί.
Γνώρισα πολλούς δασκάλους και στην Ελλάδα και στην Ρωσία, την χώρα που είναι σαν δεύτερη πατρίδα μου. Σπούδασα, έζησα, εκεί γεννήθηκε το πρώτο μου παιδί. Εκεί γνώρισα σπουδαίους θεατρικούς δασκάλους με κεφαλαίο. Απλώς οι δάσκαλοι με την ουσιαστική έννοια του θεάτρου είναι και οι δάσκαλοι της ζωής. Νομίζω αυτός είναι κι ένας βασικός λόγος που το ρωσικό θέατρο έχει τη θέση που έχει στην παγκόσμια πραγματικότητα. Ότι η ζωή και το θέατρο δεν είναι δύο διαφορετικές πραγματικότητες που εξετάζονται η μία σαν εικαστική παραξενιά της ανθρωπότητας και η άλλη ως κάτι άλλο. Είναι δυο πράγματα που συμπίπτουν και ελπίζω σύντομα μαζί με τον Τσαϊκόφσκι να μην απαγορευτεί και ο Τσέχωφ και όλοι οι άλλοι. Λόγω μικροπολιτικών παιχνιδιών.
Εγώ δεν είμαι υπέρ κανενός πολέμου, με ρώτησαν πολλές φορές. Αγαπώ τη Ρωσία, τη σέβομαι και δεν θα την προδώσω ποτέ γιατί ξέρω τι είδους χώρα είναι».