Επιμέλεια: Εύα Νικολαΐδου
Τον Αργύρη Ξάφη τον αποκρυπτογραφείς εύκολα. Είναι αυθεντικός και στη ζωή και στο παίξιμό του. Άνετος, γίνεται οικείος και πολύ ουσιαστικός στις απόψεις του για την θεώρηση της ζωής.
Αποσπώντας εγκωμιαστικές κριτικές για τον ρόλο του στην πολυσυζητημένη παράσταση «Το πιο όμορφο σώμα που έχει βρεθεί ποτέ σε αυτό το μέρος», φέτος είναι για ακόμη μία φορά αποκαλυπτικός ως Ιβάνοφ, στο ομώνυμο έργο του Τσέχωφ και σκηνοθεσία του Γιάννη Χουβαρδά.

«Ο πρώτος δάσκαλος που θα πω είναι ο Θωμάς Μοσχόπουλος. Δεν είναι κάτι φοβερό αυτό που θέλω να τονίσω. Όταν με συνάντησε, ήμουν ένας άνθρωπος ακατέργαστος είχα χαθεί μέσα στη σχολή, δεν ήξερα, είχα χάσει την πίστη μου. Δεν θεωρούσα ότι ο τρόπος που έμαθα στη σχολή ήταν αυτός με τον οποίο αυτοί που θαύμαζα είχαν γίνει αυτοί που είναι.
Με πήρε, λοιπόν, και εκ του μηδενός και ξαναέφτιαξε πάνω μου και γύρω μου ένα είδος σχολής κι έναν τρόπο να μπορώ να υπάρξω πάνω στην σκηνή, να καταλαβαίνω τι γίνεται και να μπορώ να προσφέρω. Με βοήθησε να προχωρήσω αρκετά γρήγορα στο χρονικό διάστημα που ήμασταν μαζί.
Ένας άνθρωπος που δεν θα το περιμένεις αλλά με βοήθησε πάρα πολύ ήταν ο Διαγόρας Χρονόπουλος. Είχα τσακωθεί με μία καθηγήτρια της σχολής, στο δεύτερο έτος. Ο Δ. Χρονόπουλος είχε έρθει στο Εθνικό, ως αναπληρωτής διευθυντής. Εγώ ήμουν ένα ατίθασο παιδί, μου άρεσε περισσότερο ο κινηματογράφος. Αυτή η καθηγήτρια μου είπε κάποια στιγμή: «είσαι τόσο καλός που δεν χρειάζεται να δουλέψεις». Μου γύρισαν τα μάτια αντί να το πάρω ως κοπλιμέντο. Σκέφτηκα ότι εγώ ήρθα εδώ για να μάθω. Τσακωθήκαμε και έφυγα από τη σχολή.
Ήρθε, με έπιασε ο Χρονόπουλος και μου είπε: «Δεν έχεις γεννηθεί για σήμερα και αύριο αλλά για κάτι παραπέρα». Ήταν ο πρώτος που μου είπε ότι επιτρέπεται να πατήσεις στην σκηνή και να πεις απλά «καλημέρα». Μέχρι τότε στη σχολή του Εθνικού δεν επιτρεπόταν αυτό. Έπρεπε να μιμηθείς ακριβώς τον τόνο, τη φωνή και το στυλ που σου δίδασκαν. Το ’94 με ’97. Καλοί άνθρωποι. Απλώς άλλης φάσης.
Η υποκριτική είχε προχωρήσει παρακάτω κι αυτοί είχαν μείνει αλλού. Με χαλάρωσε και μου έδειξε ότι επιτρέπεται να είσαι ο εαυτός σου. Αυτό μου έδωσε αυτοπεποίθηση. Εγώ γύρισα στη σχολή και ξεκίνησα να δουλεύω μόνος μου. Μας έδιναν βιντεοκασέτες και μας ζητούσαν να κάνουμε αντιγραφή. Αυτό δεν είχε τίποτα καλλιτεχνικό. Σκεφτόμουν ποιος έπαιξε πριν από τον Ντε Νίρο τον «Ταξιτζή» και του έδωσε να το δει. Έπρεπε να υπάρχει κάποιος άλλος τρόπος.
Τρίτος δάσκαλος ήταν ο Λάνθιμος. Έχουμε συνεργαστεί δύο φορές στο Αμόρε. Σε μια φάση που έχω σκεφτεί ότι δεν έχω κάτι άλλο να δώσω στο θέατρο, έχει τελειώσει για μένα και δεν έχω να εκπλήξω κανέναν – 26 χρονών, τότε. Ο Γιάννης Χουβαρδάς είχε καλέσει τον Λάνθιμο με τον οποίο κάναμε παρέα εκτός θεάτρου, να κάνει μια παράσταση στις Δοκιμές – πειραματικές παραστάσεις στο τέλος της χρονιάς. Με τον τρόπο που δουλέψαμε πάνω στη σκηνή μου αναγέννησε όλο το ενδιαφέρον για το θέατρο. Μετά περάσαμε σε επόμενη συνεργασία, έναν χρόνο αργότερα.
Οι δικοί μου δάσκαλοι δεν είχαν την αίσθηση της αυθεντίας. Και ο Θωμάς και ο Λάνθιμος. Πειραματόζωα ήμασταν ταυτόχρονα. Δοκίμαζαν πράγματα που σκέφτονταν πάνω μας κι αυτοί, πρώτη φορά. Τα βρίσκαμε παρέα».