Επιμέλεια: Εύα Νικολαΐδου
Η σκέψη, η κουβέντα, το ύφος της δείχνουν ότι είναι ανυποχώρητη στην αγάπη της για την υποκριτική τέχνη. Στους ρόλους που ερμηνεύει διακρίνεται για την αμεσότητα, τη λιτότητα, διεισδύοντας στην ουσία της ερμηνείας.
Την κατευθύνει πάντα η ψυχή της ώστε να αποδίδει με τόση δύναμη τους ρόλους της.

«Δάσκαλοι που με σημάδεψαν ήταν σίγουρα μια καθηγήτρια που είχα στη Δευτέρα Λυκείου, Βάνα Φυτοπούλου. Μας έκανε Φιλολογικά, Νεοελληνική Λογοτεχνία. Μου έμαθε πάρα πολλά πράγματα, μουσικές, βιβλία, ταινίες. Άνοιξε τεράστιους δρόμους. Ήμουν και διαβαστερό παιδί. Μεγάλωσα με μεγάλους συγγραφείς. Αλλά αυτή η γυναίκα ήταν το πρότυπό μου.
Βέβαια οι γονείς μου. Επειδή μεγάλωσα με τη σκληρότητα, έμαθα και κατάλαβα τι δε θέλω να είμαι και από αυτή την άποψη ήταν μεγάλο σχολείο. Με τη μαμά μου έχουμε βρει μια σχέση.
Πρότυπά μου επίσης ήταν και οι δάσκαλοί μου στη σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Θυμάμαι με αγάπη και θαυμασμό τον Στάθη Λιβαθινό. Μάλιστα, με ξεχώρισε μέσα από δεκάδες ηθοποιούς όταν δίναμε εξετάσεις την εποχή των ακροάσεων. Ο ίδιος περιγράφει για μένα, στο βιβλίο του Τρεις Εποχές, την εξής σκηνή: «…Μια μέρα, βρισκόμαστε στα μισά περίπου της ακρόασης που κυλάει χωρίς μεγάλες εκπλήξεις. Και να που έρχεται η σειρά ενός ψηλόλιγνου κοριτσιού με μακριά, μαύρη φούστα, αυτή που στις δραματικές σχολές λέγεται «φούστα τραγωδίας».
Από τα πρώτα της λόγια προδίδεται ένας κορυφαίος μονόλογος της Μήδειας. Πρόκειται για την τραγική στιγμή που απευθύνεται στον Ιάσονα και τον κατηγορεί για προδοσία. Ο μονόλογός της έχει ξεκινήσει αργά, διστακτικά. Το κορίτσι μοιάζει έτοιμο να δώσει τα πάντα στην σκηνή, αλλά σαν να μην έχει βρει ακόμα τον δρόμο της. Πολύ σύντομα, όμως, οι λέξεις αρχίζουν να γλιστράνε όλο και πιο εύστοχα απ’ τα χείλη της, το σώμα της πάλλεται, δάκρυα κατηφορίζουν στο πρόσωπό της χωρίς ούτε μια στιγμή η ίδια αν ξεπέφτει σε μελοδραματισμούς. Πλησιάζει αργά σε μια κορύφωση, η φωνή της υψώνεται κι όλοι νομίζουμε ότι κάπου εδώ η χορδή θα σπάσει. Η χορδή όμως δεν σπάει. Ο μονόλογος φτάνει στο τέλος του και η ανάσα όλων έχει πιαστεί. Όταν λέει και την τελευταία της λέξη, μια παύση τεράστια απλώνεται στην αίθουσα. Κανείς δεν θέλει να κουνηθεί, κανείς δε μπορεί να μιλήσει.

Αν ακολουθούσαμε τον κανονικό ρυθμό της ακρόασης, θα έπρεπε ο επόμενος αν είχε ήδη βγει στην σκηνή. Αλλά ούτε εκεί βλέπω κάποιον ή κάποια να κινείται. Απολαμβάνω τη στιγμή, κοιτάζω αριστερά και δεξιά, βλέπω αποσβολωμένα πρόσωπα. Το παίρνω απόφαση να σπάσω τη σιωπή και – λόγω δικαιοσύνης απέναντι στα υπόλοιπα παιδιά που θα ακολουθούσαν – παριστάνω πως δεν τρέχει τίποτα. Σηκώνω τυχαία ένα βιογραφικό από το τραπέζι και απευθύνομαι στο ψηλόλιγνο κορίτσι που αιωρείται ακόμη μπροστά μας: «Πώς είπαμε ότι λέγεστε;». «Μαρία Κίτσου» απαντάει, ενώ βρίσκεται ακόμα μες στον τραγικό παλμό του μονολόγου της Μήδειας…»