Από τη συλλογική κοινοτική δημιουργία στην ανθρωπόκαινη ζωοκτόνο μετάλλαξη
Αναδημοσίευσα μια ανακοίνωση του «Ορειβατικού Συλλόγου Αγίου Νικολάου» καλώντας δασολόγους, αρχαιολόγους, τους άλλους επιστήμονες της κληρονομιάς, συλλογικότητες, την κοινωνία, με συλλογικό τρόπο, να υπερασπιστούν την κληρονομιά του τόπου. Πρέπει να τονιστεί πως στο Λασίθι τα τελευταία χρόνια δεκάδες χιλιόμετρα αρχαίων δρόμων καταστράφηκαν.
Επιτέλους πρέπει να μπει ένα τέλος.
Ανακοίνωση του Ορειβατικού Συλλόγου Αγίου Νικολάου: Για την περιοχή Δάμακας – Οροπέδιο Καθαρού:
Στην περιοχή Δάμακας, λίγο πριν το Οροπέδιο Καθαρού και στην πλευρά προς τις παρυφές της Τσίβης, επιχειρείται — και σε μεγάλο βαθμό έχει ήδη συντελεστεί — μια σοβαρή περιβαλλοντική αλλοίωση.
Μέσα σε δασική έκταση έχει διανοιχθεί δρόμος για τροχοφόρα οχήματα, πάνω στο παλαιό Μινωικό μονοπάτι, προφανώς με σκοπό τη διευκόλυνση πρόσβασης σε ποιμνιοστάσιο. Η παρέμβαση αυτή έχει επιφέρει σημαντική καταστροφή στο φυσικό τοπίο και στο ιστορικό μονοπάτι της περιοχής.
Δεν γνωρίζουμε αν οι αρμόδιες υπηρεσίες είναι ενήμερες ή αν έχει δοθεί σχετική άδεια. Προκαλεί, ωστόσο, εύλογα ερωτήματα το γεγονός ότι ένα τόσο σοβαρό ζήτημα φαίνεται να περνά χωρίς αντίδραση από την τοπική κοινωνία της Κριτσάς.
Καθημερινά την περιοχή επισκέπτονται πολλοί περιπατητές και φυσιολάτρες. Ωστόσο, η επανάληψη τέτοιων φαινομένων δείχνει πως η παραβατικότητα τείνει να θεωρείται «κανονικότητα», χωρίς να προκαλεί την αναγκαία κινητοποίηση.
Καλούμε την Περιφέρεια και τον Δήμο, που επανειλημμένα έχουν δηλώσει τη στήριξή τους στις εναλλακτικές μορφές τουρισμού, όπως η πεζοπορία, να αποδείξουν έμπρακτα το ενδιαφέρον τους για την προστασία των μονοπατιών και του δάσους της περιοχής.
Είναι απαραίτητο να τεθεί άμεσα φραγμός σε φαινόμενα αυθαιρεσίας, να διαφυλαχθεί η δημόσια περιουσία και να προστατευτεί το φυσικό κάλλος του τόπου μας.
Ορειβατικός Σύλλογος Αγίου Νικολάου

Επαναλαμβάνεται πολύ συχνά στα σχολικά εγχειρίδια και στις προσεγγίσεις πολλών ερευνητών ότι οι άνθρωποι και οι οργανισμοί γενικά προσαρμοζόμαστε στα οικοσυστήματα στα οποία λειτουργούμε. Αυτή είναι μια ξεπερασμένη, μηχανιστική, θετικιστική οπτική που αρνείται να δεχθεί ότι, κατ’ αναλογία με όλους τους ζωντανούς οργανισμούς και σύμφωνα με τις σύγχρονες εξελικτικές προσεγγίσεις, οι ζωντανοί οργανισμοί —άρα και οι άνθρωποι— δεν είναι απλοί παθητικοί δέκτες των επιδράσεων του περιβάλλοντός τους. Εξίσου σημαντική είναι και η διάσταση των αλλαγών, των μεταλλάξεων που προκαλούμε με τη δράση μας στα οικοσυστήματα, η οποία με τη σειρά της επιστρέφει σε εμάς, ενίοτε αντιφατικά, με ποιοτικά διαφορετική μορφή. Στην εποχή μας, που ο «πολιτισμός» μας και η ισχύς του έχει εξελιχθεί σε κοσμικού διαμετρήματος παράγοντα αλλαγών, οι συνέπειες για τους τόπους μας και τη ζωή είναι καταστροφικές. Η ζωές των ανθρώπων, των ζώων, των φυτών, όπως και η κοινή κληρονομιά των τόπων μας, γίνονται όλο και περισσότερο θύματα του αλλοτριωμένου πολιτισμού – στην ουσία, του πολιτισμού της άρχουσας τάξης.
Η σύγχρονη αρχαιολογία, με τη βοήθεια των ψηφιακών ανθρωπιστικών επιστημών (όπως λχ τα GIS), των φυσικών επιστημών ή της Μουσειολογίας στο επίπεδο της κληρονομιάς, τείνει να αντιμετωπίζει το τοπίο όχι αφηρημένα ως σκηνικό αλλά ως ένα ενιαίο σύστημα. Για τους περιβαλλοντολόγους, τους αρχαιολόγους κλπ οι δρόμοι και τα μονοπάτια, κατ’ αναλογία με άλλα δίκτυα και συστήματα, συνθέτουν συνδέσεις που δίνουν νόημα στις επιμέρους “υλικότητες” (όπως οικισμούς, ιερά, λατομεία, υδρολογικά έργα) ή έννοιες (όπως παραγωγικές σχέσεις, παραγωγικές δυνάμεις, πολιτισμικά σύνολα, μεταβολικές σχέσεις). Χωρίς τα δίκτια διασύνδεσης, οι αρχαιολογικές θέσεις είναι απομονωμένες νησίδες και οι έννοιες φαντάσματα. Με αυτά, γίνονται οργανικά μέρη ενός ζωντανού οργανισμού.
Οι αρχαίοι δρόμοι και τα μονοπάτια αποτελούν την υλική αποτύπωση μιας βαθιάς, διαλεκτικής σχέσης μεταξύ των ιστορικών τοπικών κοινοτήτων και της φύσης, σχέση που εκτείνεται σε βάθος χιλιετιών. Χαραγμένα με σκέψη δημιουργική, ιδρώτα και βήματα αμέτρητων γενεών, από κοινού με τα ζώα και τις δυνάμεις του τοπίου, υπήρξαν δομικά συστήματα που καθόρισαν τον χαρακτήρα και την εξέλιξη των μεταβολικών σχέσεων κοινότητας – οικοσυστήματος. Παράλληλα λειτούργησαν ως αρτηρίες μέσω των οποίων κινήθηκαν πολιτισμοί, ιδέες, εμπορεύματα και γνώση· μια θεμελιώδης υποδομή των ιστορικών κοινοτήτων, ένα σύνθετο πολιτισμικό δίκτυο που καθόρισε όχι μόνο το τοπίο αλλά και την ιστορική βιοποικιλότητα. Ειδικά στα κρητικά οικοσυστήματα με το γνωστό γεωλογικό ανάγλυφο, και την ιδιαίτερη γεωστρωματογραφία αμέσως από τη βαθιά προϊστορία, οι δρόμοι και τα μονοπάτια εξελίχθηκαν ως κοινωνικά δημιουργήματα βασισμένα σε αντικειμενικές φυσικές ανάγκες ανθρώπων και κοινοτήτων. Από τις πρώιμες κιόλας φάσεις, ως εκφράσεις κοινωνικών -πολιτισμικών πιέσεων, η ύπαρξη τους μπορεί να συνδεθεί με την διαδικασία διαμόρφωσης οικολογικών θέσεων (Niche Constractions). Καθόρισαν σε μεγάλο βαθμό την ιδιαίτερη τοπική ιστορική εξέλιξη και την εξελικτική δυναμική των οικοσυστημάτων. Ειδικά από αρχαιολογική σκοπιά, συνθέτουν μηχανισμούς αποκωδικοποίησης πληροφοριών για τεχνολογίες, οικονομία, κοινωνική οργάνωση κοσμοαντιλήψεις, σχέσεις και τρόπους παραγωγής. Οι άνθρωποι προσάρμοζαν τα τεχνολογικά τους σχήματα, τα δίκτυα και τα συστήματα σε αυτό που η ίδια η φύση τους έχει δείξει ότι λειτουργεί. Η διαδικασία της εμπειρίας και μάθησης από φυσικά παραδείγματα. Καταδεικνύει μια προσαρμογή στις “τεχνικές της φύσης”. Αυτή η διάσταση έχει αναδειχθεί από αρκετούς αρχαιολόγους που έχουν ασχοληθεί με την εξέλιξη συστημάτων, δικτύων και τεχνολογιών. Η αναγνώριση της πολλαπλότητας των διαφορετικών χρονικοτήτων που συνυπάρχουν με τέτοια οδικά δίκτυα καταδεικνύουν συχνά τις αντιφάσεις από τις περιοδολογήσεις του παρελθόντος στην βάση των πολιτισμικών αλλαγών (λχ διακόσμηση κεραμικής). Επιπλέον τα οδικά δίκτυα με σταθερότητα στο πέρασμα των αιώνων συνθέτουν κόμβους διαρκούς αναδιαμόρφωσης της κοινωνικής και οικονομικής ζωής. Είναι μηχανισμοί δικτύωσης. Η υλικότητα του μονοπατιού, η χάραξή του, η σχέση του με τα συστήματα χρήσης γης και η μακρά διάρκεια της λειτουργίας του από την Εποχή του Χαλκού έως σήμερα, το καθιστούν φορέα κοινωνικών και οικολογικών ροών. Η σύγχρονη καταστροφή του, δεν συνεπάγεται μόνο απώλεια ενός αρχαιολογικού καταλοίπου, αλλά διακοπή ενός δικτύου συνδεσιμότητας που διαμόρφωνε επί χιλιετίες τη σχέση των κοινοτήτων και του τοπίου. Ως σύστημα υλικοτήτων, το μονοπάτι ενσαρκώνει τη διαχρονική αλληλεπίδραση κοινωνικών μεταβολισμών, τεχνολογικών επιλογών και περιβαλλοντικών συνθηκών, λειτουργώντας ως υλικό τεκμήριο ενός γεωβιοκοινωνικού συστήματος μεγάλης διάρκειας.
Αυτοί είναι μερικοί μόνο από τους λόγους που τέτοια ή ανάλογου χαρακτήρα δίκτυα συνθέτουν στρατηγικές αρχαιολογικές πηγές.
Δομικά στοιχεία της κοινής κληρονομιάς μας
Η αντίληψή μας για το τι συνιστά “κληρονομιά” έχει εξελιχθεί και εξελίσσεται στην εποχή μας ραγδαία. Αν και η ταχύτητα των αλλαγών έχει κορυφωθεί σήμερα, στην ουσία, οι αλλαγές ή οι μεταβάσεις στον τομέα αυτό χαρακτηρίζουν όλη την ανθρώπινη εξέλιξη. Αυτό δεν συμβαίνει γιατί αλλάζουν μόνο οι υλικότητες και τα οικοσυστήματα στα οποία λειτουργούμε. Είναι παράλληλα συνέπεια της δυναμικής εξέλιξης των πολιτισμικών διεργασιών οι οποίες σήμερα οδηγούν τις εξελίξεις σε όλο το γήινο σύστημα. Στην εποχή μας ασκούνται πρωτοφανείς πιέσεις στον βιο-κοινωνικό μας τρόπο πρόσληψης της αντικειμενικής πραγματικότητας. Σημασία έχει φυσικά και η εξέλιξη, ο τρόπος λειτουργίας και οργάνωσης, των ίδιων των επιστημών της κληρονομιάς οι οποίες δεν λειτουργούν σε ένα ουδέτερο κοινωνικό και οικονομικό πλαίσιο. Η επιστημονική παραγωγή συχνά ακολουθεί τυφλά τα διάφορα κρατικοδίαιτα ή εταιρικά πρότζεκτς αναπαράγοντας έτσι συχνά αναχρονιστικούς νομικούς ορισμούς, ενίοτε και σκοταδιστικές απόψεις ή πρακτικές. Από αυτό το γεγονός προκύπτουν ποικίλες αντιφάσεις που οδηγούν συχνά σε τεράστιες καταστροφές.
Παραδοσιακά, τόσο η αρχαιολογική έρευνα όσο και οι πρακτικές διατήρησης εστιαζόταν στο αρχαιολογικό στοιχείο ή “μνημείο” (ένας ναός, μια γέφυρα), σήμερα, η έννοια της κληρονομιάς και της ανάγκης διατήρησης και προστασίας επεκτείνεται στη “διαδρομή”, στις υλικές σχέσεις, στο σύνολο ως οντολογία. Η έννοια λχ της Πολιτιστικής Διαδρομής (Cultural Route) , όπως αναγνωρίζεται από την UNESCO και το ICOMOS, είναι επαναστατική. Δεν προστατεύεις ένα τμήμα με καλντερίμι αλλά ως οντολογία το σύνολο της διαδρομής που για αιώνες λειτούργησε ως δίαυλος πολιτισμικής ανταλλαγής. Παράλληλα, η κληρονομιά τέτοιων δρόμων διασύνδεσης δεν εμπεριέχει εννοιολογικά μόνο τις ποικίλου χαρακτήρα φυσικές, υλικές υποστάσεις αλλά και τις άυλες πολιτισμικές σχέσεις που αναπτύσσονται πάνω τους ή σε σχέση με τις υλικότητες αυτές (πχ οι τεχνικές μεταφοράς, οι μύθοι και οι θρύλοι, οι γνώσεις, οι κοσμολογικοί και ηθικοί κώδικες ή οι σχέσεις που καθόρισαν την δημιουργία την ανάπτυξη και την συντήρηση των δικτύων).
Κοινή Πλανητική Κληρονομιά
Η υπέρβαση των σύγχρονων συνόρων: Τα αρχαία οδικά δίκτυα, από τη φύση τους, δεν γνωρίζουν τα σύγχρονα εθνικά σύνορα. Η Εγνατία Οδός ξεκινά από την Αδριατική και φτάνει ως την Κωνσταντινούπολη, οι Δρόμοι του Μεταξιού συνέδεαν την Κίνα με την Ευρώπη, οι διαδρομές των Ινκας εκτείνονταν σε πολλά σημερινά κράτη των Άνδεων. Οι δρόμοι και τα μονοπάτια στα βουνά της Κρήτης διασυνδέουν τοπικά οικοσυστήματα με εντελώς διαφορετικές χρήσεις γης. Αστικά και μη αστικά οικοσυστήματα, ενσωματωμένα και μη ενσωματωμένα στην αστική κουλτούρα οικοσυστήματα συνδέονται σε πολλές περιπτώσεις με αρχαία και ιστορικά δίκτυα που λειτουργούν ως γέφυρες χρόνου. Συνθέτουν όμως σε πολλές περιπτώσεις ακόμα (παρά τις ισχυρές πολιτισμικές μας πιέσεις των τελευταίων χρόνων ) και γέφυρες μεταξύ συστημάτων διαφορετικών μεταβολικών σχέσεων. Οι αρχαίοι και ιστορικοί δρόμοι, τα μονοπάτια, όπως ακριβώς και οι πολιτισμοί εξελίχθηκαν ως συστήματα που περιόρισαν την απομόνωση αναπτύσσοντας την διαρκή αλληλεπίδραση. Σε έναν κόσμο που συχνά χωρίζεται από πολιτισμικές διαφορές, τα αρχαία ή ιστορικά μονοπάτια και δρόμοι αφηγούνται μια κοινή ανθρώπινη ιστορία. Είναι η υλική απόδειξη της δημιουργικότητας, της ανθεκτικότητας και της συνεργατικότητας – τα τυπικά εξελικτικά χαρακτηριστικά της γένεσης και της εξέλιξης του ανθρώπινου πολιτισμού. Αυτή η αφήγηση είναι που τα καθιστά κοινή κληρονομιά. Δεν ανήκουν μόνο στις κοινότητες και στους λαούς που τα επινόησαν και χρησιμοποιούν συστηματικά αλλά σε ολόκληρη την ανθρωπότητα, ως μάρτυρες της συλλογικής και συνεργατικής μας διαδρομής πάνω στον πλανήτη. Δεν ανήκουν μόνο στις γενιές που επινόησαν και δημιούργησαν το συγκεκριμένο δίκτυο αλλά και στις επόμενες, τις σύγχρονες ή τις μελλοντικές γενιές έτσι ώστε να μπορούν να λειτουργούν ως χρονικές γέφυρες, όπου ο χρόνος ξεφεύγει από την παρά φύσιν διάσταση της γραμμικότητας που χαρακτηρίζει τις σύγχρονες αστικές και βιομηχανικές κοινωνίες και κουλτούρες.
Τα αρχαία ή ιστορικά οδικά δίκτυα μας βοηθούν να κατανοήσουμε το περιβάλλον όχι ως κάτι αποκομμένο , χωριστό από την βιολογία μας αλλά ως κάτι που συνδέεται άμεσα με την ανθρώπινη βιολογία και την πολιτισμική δραστηριότητα. Αποκαθηλώνεται έτσι η κυρίαρχη τους τελευταίους αιώνες καρτεσιανή οπτική του «περιβάλλοντος». Ο θετικιστικός αυτός όρος, όπως και το νομικό σύστημα ή οι εκμεταλλευτικές ληστρικές ιδεολογίες που οικοδομούνται πάνω του, είναι σκοταδιστικός, ακατάλληλος και επικίνδυνος για να περιγράψει το μεγαλείο των ζωντανών υλικών σχέσεων που αυτά κρύβουν.
Η έννοια της γεωβιοκοινότητας
Σε οικοσυστημικό και μεθοδολογικό επίπεδο, η έννοια της γεωβιοκοινότητας (biogeocoenosis) που εισήγαγε ο Vladimir Sukachev μάς βοηθά να αντιληφθούμε τα δοσμένα οικοσυστήματα όχι μηχανιστικά και θετικιστικά ως “περιβάλλοντα”, αποστειρωμένα από εμάς και από ποικίλες ζωντανές υλικές σχέσεις, αλλά διαλεκτικά, δυναμικά και οντολογικά. Ο όρος “ γεωβιοκοινότητα” αντανακλά την πολυετή συλλογική και συστηματική δουλειά των επιστημόνων της οικολογίας. Αντανακλά όμως και μια επιστήμη που δεν στέκεται μέσα από τους αποξενωμένους κλάδους της ως ουδέτερος παρατηρητής, των διεργασιών και εξελίξεων, αλλά μιας επιστήμης ενεργής κοινωνικά – οικολογικά. Καταδεικνύει με ακρίβεια τη συνθετότητα και τις δυναμικές ζωντανές σχέσεις αλληλεπίδρασης και ενδολειτουργίας στα δοσμένα φυσικά ιστορικά τοπία και μνημειακούς τόπους.
Ο αρχαίος ή ιστορικός δρόμος, το μονοπάτι μέσα από την λογική της γεωβιοκοινότητας εντάσσεται ως ένα ιστορικά συγκεκριμένο, τροποποιημένο κοινωνικά, λειτουργικό, ζωντανό υποσύστημα. Σε αυτά τα πλαίσια, ο ανθρώπινος συλλογικός ιδρώτας, το συμπιεσμένο από τα βήματα των ανθρώπων καλντερίμι, η μεταβαλλόμενη μέσω της ανθρώπινης εργασίας και τεχνικής απορροή του νερού, η διαφορετική σύνθεση της βλάστησης όπως και η δημιουργία ζωνών άκρης (ecotones) που φιλοξενούν αυξημένη βιοποικιλότητα, καθιστούν τέτοια αρχαία ή ιστορικά δίκτυα μια οντολογία στα πλαίσια της “γεωβιοκοινότητας” με τη δική της δυναμική. Δεν είναι απλώς μια ανθρώπινη κατασκευή πάνω στο φυσικό τοπίο, αλλά αναπόσπαστο οργανικό τμήμα του, ένα λχ “υβρίδιο” που έχει διαμορφωθεί συνεργατικά στην βάση αντικειμενικών αναγκών των κοινοτήτων. Διαμορφώνεται πολιτισμικά και δυναμικά.
Η σημασία τους ως κοινής κληρονομιάς έγκειται ακριβώς σε αυτή την εμβληματική συλλογική τους διάσταση εντός της «γεωβιοκοινότητας»: είναι δημιουργήματα που δεν οφείλουν την ύπαρξή τους σε μεμονωμένους σχεδιαστές ή κεντρικές εξουσίες, αλλά προέκυψαν και παρέμειναν ζωντανά στον χρόνο από τις φυσικές ανάγκες, την επαναλαμβανόμενη καθημερινή πρακτική την διαπολιτισμική και διαγενεακή επενέργεια των κοινοτήτων στα δοσμένα οικοσυστήματα. Η ακαταμάχητη πλευρά των τεράστιων αυτών οδικών δικτύων της Κρήτης που φτάνουν έως τις πανύψηλες βουνοκορφές, αποκαλύπτει τα οικονομικά και ενεργειακά όρια του σύγχρονου τρόπου και των σχέσεων παραγωγής μας. Φανερώνεται από το γεγονός ότι ακόμα και σύγχρονα κράτη θα ήταν εντελώς ανίκανα οικονομικά να ανταπεξέλθουν στην επινόηση, κατασκευή και συντήρησή τους. Η χάραξη και η συντήρησή τους υπήρξε μια άτυπη, κατανεμημένη κοινωνικά, κοινοτική διαδικασία φροντίδας. Μια μορφή διαχείρισης των κοινών που μεταβιβαζόταν μέσω δοσμένων πολιτισμικών διεργασιών από γενιά σε γενιά. Μη ξεχνάμε πως στην ανατολική Κρήτη επιβίωναν ακόμα και πριν 5-10 χρόνια οι σχέσεις κοινοτικής συλλογικής ιδιοκτησίας τουλάχιστον στο οροπέδιο Καθαρό της Κριτσάς. Τα τελευταία χρόνια αυτή η διάσταση της κληρονομιάς του Καθαρού εξαφανίστηκε από τις έντονες πολιτισμικές – οικονομικές πιέσεις των εμπορευματικών σχέσεων στα οικοσυστήματα. Στο πλαίσιο αυτό, τα μονοπάτια και η κοινοτική συνεργατική τους διάσταση συνθέτουν τα μοναδικά εναπομείναντα από την προϊστορία αρχεία γνώσης, μνήμης, ζωής και μοναδικά στοιχεία της πατροπαράδοτης από την προϊστορία κοινοτικής συνεργατικής κληρονομιάς – μιας κληρονομιάς ούτε απλά πολιτισμικής ούτε στενά φυσικής, αλλά κληρονομιάς της ίδιας της εξέλιξης της «γεωβιοκοινότητας».
Η σύγχρονη διεπιστημονική σκέψη προσφέρει τα ακριβή στοιχεία, τα κατάλληλα εννοιολογικά και μεθοδολογικά εργαλεία για να κατανοήσουμε το βάθος και την ποιότητα αυτών των διαλεκτικών υλικών πολιτισμικών σχέσεων. Η έννοια λχ της «οικολογικής κατασκευής» ή «κατασκευής εξειδικευμένων θέσεων» (Νiche construction) , όπως αναπτύχθηκε από τους εξελικτικούς βιολόγους Oparin, Richard Lewontin, Richard Levins, αργότερα από τους Kevin Laland και άλλους, μάς επιτρέπει να δούμε τα αρχαία οδικά δίκτυα με τις πολιτισμικές σχέσεις που τα διαμόρφωσαν, όχι ως μια παθητική «προσαρμογή στο περιβάλλον», αλλά ως ενεργητική τροποποίησή του που οδήγησε όλη τη «γεωβιοκοινότητα» σε μια δημιουργική και ανθεκτική κατάσταση, ενισχύοντας τον κοινωνικό μας μεταβολισμό με τα οικοσυστήματα, τους κύκλους υδάτων κλπ. Οι γηγενείς πληθυσμοί χαράσσοντας και διαμορφώνοντας αυτά τα δίκτυα, δεν προσαρμόζονταν απλώς σε ένα προϋπάρχον τοπίο. Δημιούργησαν με τον συλλογικό ιδρώτα τους μια νέα, ποιοτικά σχέση. Διαμόρφωναν μια ανθεκτική κατάσταση η οποία με τη σειρά της ανατροφοδοτούσε στο χρόνο νέες ποιοτικά πολιτισμικές και άλλες σχέσεις. Τις ιστορικά συγκεκριμένες μεταβολικές σχέσεις, κοσμολογίες, τις ξεχωριστές συμπεριφορές, τη γλώσσα, την κοινωνική οργάνωση, ανατροφοδοτώντας πολιτισμικές πιέσεις για τους ίδιους και τους απογόνους τους. Τα αρχαία και ιστορικά οδικά δίκτυα μέσα από αυτό το εξελικτικό πρίσμα αποτελούν κληρονομιά όχι της μάζας των κατοίκων, όχι των γονιδίων ή του συνόλου των γονιδίων των κοινοτήτων, ούτε ενός σαθρά – θετικιστικά ορισμένου πάνω ή έξω από τις πραγματικές φυσικές σχέσεις πολιτισμού, αλλά των δυναμικά εξελισσόμενων γεωβιοκοινοτήτων. Κατ’ αυτόν τον τρόπο τα πολιτισμικά αυτά δημιουργήματα επιδρούσαν και επιδρούν δυναμικά στη ζωή ανθρώπων και των μη ανθρώπων. Επίσης στην κίνηση – διανομή των ενεργειακών και υλικών πόρων, των πληροφοριών, ακόμα και την κίνηση άλλων ειδών, ενώ μέσω της συμβολής τους στην ενδυνάμωση των μεταβολικών σχέσεων συνέβαλαν στη σταθερότητα των υδάτινων κύκλων.
Αυτή η διάσταση ενισχύεται από τις ανακαλύψεις που διαμόρφωσαν φυσικοί επιστήμονες των ζωντανών οντοτήτων συστημάτων όπως ο Alexander Ivanovich Oparin, θεμελιωτής της θεωρίας της χημικής εξέλιξης της ζωής, ο Tibor Gánti (θεμελιωτής της θεωρίας των chemoton, της συστημικής βιολογίας και του προσδιορισμού των κριτηρίων των ζωντανών οντοτήτων-συστημάτων), η Eva Jablonka (θεωρητική εξελικτική βιολόγος, συνδιαμορφώτρια της θεωρίας της εκτεταμένης εξελικτικής σύνθεσης ή της πολυεπίπεδης εξέλιξης), ο Eörs Szathmáry που όρισε τις μεγάλες εξελικτικές μεταβάσεις που συνδέονται με τα ζωντανά συστήματα και οντότητες , αποκαλύπτοντας τους νόμους των μεγάλων εξελικτικών μεταβάσεων και τις ποιοτικές αλλαγές στην οργάνωση της ζωής. Οι παραπάνω (και άλλοι) αποκάλυψαν τις πολλαπλές διαστάσεις της εκτεταμένης, πολυεπίπεδης, εξελικτικής βιολογικής κληρονομικότητας ( γονίδια- πολιτισμός- νευρωνικά συστήματα, συμβολικά συστήματα) που συνθέτουν τη βάση ανάπτυξης της ζωής ως τέτοιας και του πολιτισμού ως φυσικό ανάπτυγμά της. Μεταφέροντας με όρους φυσικού χρόνου το σύστημα εξέλιξης της ζωής που μελέτησαν στα ζωντανά από σχέσεις συστήματα τέτοιων ιστορικών δρόμων που εξετάζουμε, μπορούμε με σχετική ακρίβεια λχ να διακρίνουμε: Συμπεριφορική κληρονομιά αιώνων ή και χιλιετιών με ενσωμάτωση της γνώσης και των κοινοτικών συνεργατικών πολιτισμικών σχέσεων- πρακτικών, απαιτούμενων για την κατασκευή και συντήρηση αυτών των πολύπλοκων και απαιτητικών σε συλλογική εργασία οδικών συστημάτων. Υλικά συστήματα και συστήματα άυλων πολιτισμικών σχέσεων που μεταβιβαζόταν μέσα από πολιτισμικούς κώδικες από γενιά σε γενιά, εξασφαλίζοντας την απαιτούμενη ανθεκτικότητα των “γεωβιοκοινοτήτων”. Συμβολική κληρονομιά: τα συλλογικά διαμορφωμένα και συντηρούμενα μονοπάτια ή οδικά δίκτυα διαμόρφωσαν συμβολικές πολιτισμικές εκφράσεις, που σε δοσμένες ιστορικές φάσεις απέκτησαν οικονομικές, μυθικές, θρησκευτικές και κοσμολογικές διαστάσεις. Σήμερα επιβιώνουν μέσα από τις τοπικές παραδόσεις, ασκώντας στον ένα ή στον άλλο βαθμό με επιγενετικό τρόπο δυναμικές επιδράσεις στις τοπικές γεωβιοκοινότητες.
Σύγχρονη Ανθρωπόκαινη υλικότητα – πραγματικότητα
Η ανθρωπόκαινος εκφράζει ως όρος ένα επίσημα αναγνωρισμένο “γεωλογικό γεγονός” και μια προτεινόμενη νέα “φυσική ιστορική εποχή” χαρακτηριστικό της οποίας είναι ότι η ανθρώπινη πολιτισμική δραστηριότητα (στην ουσία ο τρόπος και οι σχέσεις της παραγωγής μας, ο κοινωνικός μεταβολισμός μας με τα οικοσυστήματα – γεωβιοκοινότητες) έχει εξελιχθεί σε κυρίαρχη πλανητική δύναμη συνθέτοντας για το πλανητικό μας σύστημα ένα νέο εξελικτικό στάδιο. Οι ανθρωποκαινικές μεταλλάξεις συνθέτουν πια από τα μέσα της δεκαετίας του 1950 μια νέα υλική πραγματικότητα σε όλα τα γήινα υποσυστήματα και σφαίρες. Η Ανθρωπόκαινος προσδιορίστηκε αρχικά μέσω των φυσικών κυρίως επιστημών του γήινου συστήματος. Σήμερα η ανθρωπόκαινος προσεγγίζεται με τρόπο συνεργατικό- διεπιστημονικό. Η ανθρωπόκαινος υλικότητα συντρίβει τους παραδοσιακούς καρτεσιανούς διαχωρισμούς ενώ καταργεί τους διαχωρισμούς ανάμεσα στην φυσική και στην ανθρώπινη ιστορία, στις φυσικές και κοινωνικές επιστήμες. Ο φυσικός με τον ιστορικό χρόνο για πρώτη φορά από τις εποχές της δημιουργίας των πρώτων κρατικών δομών και πάλι συγχρονίζονται.
Η ανθρωπόκαινος θα πρέπει να γίνει κατανοητή ως υλικό, πλανητικού διαμετρήματος, ανάπτυγμα σχέσεων. Ως “κοινωνιογενή” υλικότητα προϊόν της ανάπτυξης των βαθιά εκμεταλλευτικών μεταβολικών και κοινωνικών παραγωγικών σχέσεων όπως και της άνισης κατανομής των οικοσυστημάτων και της εξουσίας, των ροών ενέργειας και πόρων, της άνισης κατανομής μεταξύ διαφορετικών ανθρώπων και κοινωνικών ομάδων. Της εμπορευματικής σχέσης με άλλα είδη- όχι ως οντότητες με φυσικές ανάγκες και δικαιώματα αλλά ως πόροι. Μια εξελικτική μετάβαση του γήινου συστήματος και των υποσυστημάτων του. Έχει πραγματική υλική αντανάκλαση στην γεωστρωματογραφία, στην αρχαιοστρωματογραφία στους γεωχημικούς και βιοχημικούς δείκτες που θα αποτυπώνουν την μετάβαση αυτή στους αιώνες των αιώνων. Μέσω αυτών των αποτυπωμάτων, που συνθέτουν αντικειμενικούς δείκτες και στοιχεία, προσδιορίζουμε και μελετάμε την σύγχρονη Ανθρωπόκαινο πραγματικότητα.
Οι σύγχρονες ανθρωπόκαινες καταστροφές: η εξαφάνιση των αρχαίων δρόμων και μονοπατιών
Αρχαία μονοπάτια και δρόμοι, αυτά τα ανθεκτικά συστήματα, που επέζησαν για χιλιετίες, βρίσκονται σήμερα αντιμέτωπα με μια άνευ προηγουμένου απειλή Ανθρωποκαινικού χαρακτήρα. Οι κλιμακούμενες διεργασίες στα διάφορα συστήματα και σφαίρες που χαρακτηρίζουν την ανθρωπόκαινο υλικότητα όπως λχ η αλλαγή χρήσης γης, η ραγδαία αστικοποίηση, η βιομηχανοποιημένη εμπορευματική γεωργία και κτηνοτροφία, η επέκταση των δικτύων μεταφορών, η ληστρική εκμετάλλευση πόρων, η σύγχρονη μαζική εξαφάνιση ειδών, οι πιέσεις στην αναπαραγωγική ικανότητα ειδών, το ρήγμα στις μεταβολικές σχέσεις και η επακόλουθη διατάραξη των υδάτινων κύκλων όπως και η άνιση κατανομή σε κοινωνικό επίπεδο— λειτουργούν ως καταστροφικές δυνάμεις όχι μόνο για τα αρχαία οδικά δίκτυα αλλά για όλες τις εμπλεκόμενες οντότητες της κάθε γεωβιοκοινότητας.
Η Κρήτη προσφέρει ένα ιδανικό παράδειγμα της μετάβασης των υλικοτήτων και των γεωβιοκοινοτήτων σε μια νέα εξελικτική πραγματικότητα. Η εμπορευματικές πιέσεις για αστικοποίηση, η επίδραση του κεφαλαίου ως εξωφυσική σχέση, οδήγησε και οδηγεί την ύπαιθρο στην εγκατάλειψη. Σε πολλές περιπτώσεις οι γεωβιοκοινότητες της υπαίθρου καταλήγουν να γίνονται πεδία για τις ανάγκες των αστικών κέντρων και της αστικής κουλτούρας. Στην ουσία, όσο παράλογο και αν ακούγεται, μεταλλάσσονται σε προάστια. Η συνδεόμενη συρρίκνωση των παραδοσιακών τοπικών κοινοτήτων σηματοδοτεί ένα κομβικό ρήγμα στον μεταβολισμό των γεωβιοκοινοτήτων. Χωρίς την άτυπη συλλογική κοινοτική φροντίδα και τη μεταβίβαση της γνώσης από γενιά σε γενιά, τα αρχαία οδικά δίκτυα σβήνουν. Παράλληλα, η σύγχρονη υποδομή —ασφαλτοστρωμένοι δρόμοι— είτε τέμνει είτε καταστρέφει ανεπιστρεπτί τα αρχαία δίκτυα. Η βιομηχανική γεωργία και κτηνοτροφία, με τις μονοκαλλιέργειες και την εκτεταμένη χρήση χημικών και χωματουργικών μηχανημάτων, εξαλείφει τα μικροανάγλυφα και μεταλλάσσει την στρωματογραφία και τη γεωχημεία – βιοχημεία των κρητικών φυσικών ιστορικών τοπίων.
Η απώλεια από τις ανατροπές και καταστροφές δεν είναι μόνο υλική, δεν αφορά μόνο τη στενή αρχαιολογική τους υπόσταση ως «σκληρά δεδομένα». Είναι ταυτόχρονα απώλεια των ζωντανών υλικών σχέσεων που αναβλύζουν από αυτά – αυτών των ζωντανών σχέσεων (που σύμφωνα με τον θεμελιωτή της Μουσειολογίας ως επιστήμης Zb. Stránský ) συνθέτουν τις «μουσειότητες”. Είναι η απώλεια των αξιών της κοινής κληρονομιάς σε όλες της τις διαστάσεις, που δεν είναι μόνο στενά ανθρώπινη:
Επακόλουθα λόγω αυτών των πιέσεων Μαζί με τα αρχαία και ιστορικά οδικά δίκτυα εξαφανίζονται ποικίλα οικοσυστήματα, οντότητες, η μικρο-ποικιλότητα που είχαν δημιουργήσει. Ασκούνται δηλαδή τέτοιου κοσμικού διαμετρήματος επιπλέον πιέσεις που εκτρέπουν ακόμα και τους κύκλους υδάτων από την σχετική σταθερότητα της Ολοκαίνου.
Γνωσιακή απώλεια: Καθώς τα δίκτυα τέτοιων δρόμων συνθέτουν οντολογικούς πολιτισμικούς κόμβους έχουμε απώλεια της παραδοσιακής οικολογικής γνώσης για την ανάγνωση του τοπίου, τις διαδρομές, τις πηγές νερού, τα ασφαλή περάσματα, η παραδοσιακή διαειδική πολιτισμική σχέση και επικοινωνία.
Διαρρηγνύονται οι ιστορικές σχέσεις που συνέδεαν τις κοινότητες, η κοινοτική ιδιοκτησία, η αίσθηση του ανήκειν, η συλλογική μνήμη.
Συμβολική απώλεια: σβήνουν οι ιστορίες, οι μύθοι, οι τελετουργίες που ήταν συνδεδεμένες με αυτά τα δίκτυα.
Αυτή η διαδικασία αποτελεί μια σιωπηλή αλλά βαθιά ανθρωπόκαινη καταστροφή. Δεν είναι μια αιφνίδια καταστροφή αλλά μια συσσωρευτική διαδικασία πίεσης στην ίδια τη ζωή ως τέτοια. Είναι η εξαφάνιση ενός ολόκληρου τρόπου ύπαρξης, μιας σχέσης με τον τόπο που ορίζεται από την επανάληψη, τη φροντίδα και τον αμοιβαίο σεβασμό. Και, όπως συμβαίνει συχνά στην ανθρωπόκαινο, η καταστροφή αυτή λαμβάνει σε μεγάλο βαθμό τον χαρακτήρα μιας αόρατης μετάβασης, που συνδέεται με τη γεωχημεία και τη βιοχημεία των γεωβιοκοινοτήτων.
Μνήμη και αντίσταση
Σε μια εποχή που αναζητούμε απεγνωσμένα τρόπους να οικοδομήσουμε υγιείς κοινωνικές σχέσεις και βιώσιμες υγιείς σχέσεις στα πλαίσια των γήινων συστημάτων, η διάσωση και η διατήρηση τέτοιων αρχαίων ή ιστορικών οδικών δικτύων που διαμορφώθηκαν και λειτούργησαν στην Ολόκαινο φυσική ιστορική εποχή δεν είναι μια νοσταλγική αρχαιολογική άσκηση. Είναι μια πράξη σεβασμού και αντίστασης. Μια υπενθύμιση ότι η κοινή μας κληρονομιά δεν είναι μόνο τα δημιουργήματα ανόργανης ύλης που καταφέρνουμε να αντιληφθούμε με τις αισθήσεις μας αλλά και οι ίδιες οι ζωντανές σχέσεις που μας συνδέουν με τη γη, τις άλλες μορφές ζωής και μεταξύ μας. Η προστασία τους δεν είναι μόνο θέμα μιας κάποιας πολιτιστικής διαχείρισης, αλλά ουσιαστικό στοίχημα για τη ζωή ως τέτοια στο μέλλον, όπου οι ανθρωποκαινικές συνέπειες απειλούν να εξαλείψουν κάθε ίχνος αυτής της πηγαίας, βαθιά ιστορικής διαλεκτικής σχέσης.
Τέτοιοι αρχαίοι και ιστορικοί δρόμοι συμπυκνώνουν όλο αυτό το μεγαλείο των ζωντανών σχέσεων που οφείλουμε να προστατέψουμε ως κόρη οφθαλμού.
Οι επιστήμες και οι φορείς της κληρονομιάς, οι άνθρωποι του πολιτισμού, δεν μπορούν να είναι παρατηρητές σε τέτοιες ανθρωποκαινικές ανατροπές.
Μανόλης Κλώντζας, Αρχαιολόγος
μέλος της «Επιτροπής Πολιτών για την Προστασία της Παπούρας και της Κληρονομιάς»
Διευθυντής του Ινστιτούτου Φυσικής – Πολιτισμικής Κληρονομιάς, Τσεχία.
Βιβλιογραφία
Κλώντζα‑Γιάκλοβα, Β. και Κλώντζας, Μ. (2020). Αρχαιολογία: Το σημαντικότερο αρχαιολογικό εύρημα δεν θα βγει από τη γη. Αθήνα: Εκδόσεις Ατέχνως.
Andrianov, B.V., 2016 [1969]. Ancient Irrigation Systems of the Aral Sea Area: The History, Origin, and Development of Irrigated Agriculture. Berlin: De Gruyter.
Beneš, J. (2008). Muzeologie v teorii a praxi. Brno: Masarykova univerzita.
Boza, G. & Szathmáry, E. (2017). Evolution of division of labor: the emergence of differentiation and cooperation. Journal of Theoretical Biology, 435, 61–75.
Clark, B. and Foster, J.B. (2009). Ecological imperialism and the global metabolic rift. International Journal of Comparative Sociology, 50(3–4), pp. 311–334.
Déderix, S. Traveling across Archaeological Landscapes: The Contribution of Hierarchical Communication Networks. In CAA2015. Keep the Revolution Going, Proceedings of the 43rd Annual Conference on Computer Applications and Quantitative Methods in Archaeology, Siena, Italy, 31 March–2 April 2015; Campana, S., Scopigno, R., Carpentiero, G., Cirillo, M., Eds.; Archaeopress: Oxford, UK, 2016; pp. 555–565.
Foster, J.B. and Clark, B. (2020). The Robbery of Nature: Capitalism and the Ecological Rift. New York: Monthly Review Press.
Gánti, T. (2003). The Principles of Life. Edited by J. Griesemer and E. Szathmáry. Cambridge, MA: MIT Press. (είναι μετάφραση και ενοποιημένη παρουσίαση των ουγγρικών εκδόσεων Az élet princípiuma (1971, 1978, 1983) και της αγγλικής μονογραφίας
A Theory of Biochemical Supersystems (1979).
Hamilakis, Y. (2007). The Nation and Its Ruins: Antiquity, Archaeology, and National Imagination in Greece. Oxford: Oxford University Press.
Hamilakis, Y. (2021). Archaeology, Nation, and Race: Confronting the Past, Decolonizing the Future in Greece. Princeton, NJ: Princeton University Press.
Hamilakis, Y. and Labanyi, J. (2008). Time, materiality, and the work of memory. History and Memory, 20(2), pp. 5–17.
Hamilakis, Y. (2018). The new materialisms and archaeology: A review of the field. Antiquity, 92(362), pp. 1295–1307.
Knappett, C. (2011). An Archaeology of Interaction: Network Perspectives on Material Culture and Society. Oxford: Oxford University Press.
Laland, K.N. (2017). Darwin’s Unfinished Symphony: How Culture Made the Human Mind. Princeton, NJ: Princeton University Press.
Levins, R. and Lewontin, R. (1985). The Dialectical Biologist. Cambridge, MA: Harvard University Press.
Maynard Smith, J. & Szathmáry, E. (1995). The Major Transitions in Evolution. Oxford: Oxford University Press.
Jablonka, E. & Lamb, M.J. (2005). Evolution in Four Dimensions: Genetic, Epigenetic, Behavioral, and Symbolic Variation in the History of Life. Cambridge, MA: MIT Press.
Jablonka, E. & Raz, G. (2009). Transgenerational epigenetic inheritance: prevalence, mechanisms, and implications for the study of heredity and evolution. Quarterly Review of Biology, 84(2), 131–176.
Jablonka, E. & Lamb, M.J. (2006). The evolution of information in the major transitions. Journal of Theoretical Biology, 239(2), 236–246.
Oparin, A.I. (1950). Původ života. Prague: Orbis.
Rackham, O., & Moody, J. (1996). The making of the Cretan landscape. Manchester University Press.
Sarris, A. Best Practices of Geo-Informatics Technologies for the Mapping of Archaeolandscapes; Archaeopress: Oxford, UK, 2015.
Stránský, Z.Z. (1974). Museality and musealisation. Museological Working Papers (MuWoP), 1, pp. 43–48.
Stránský, Z.Z. (1980). The system of museology. Museological Working Papers (MuWoP), 2, pp. 3–12.
Stránský, Z.Z. (1984). Úvod do studia muzeologie. Brno: Univerzita J. E. Purkyně.
Stránský, Z.Z. (2005). Archeologie a muzeologie. Brno: Masarykova univerzita.
Szathmáry, E. (2015). Toward major evolutionary transitions theory 2.0. Proceedings of the National Academy of Sciences, 112(33), 10104–10111.
Szathmáry, E. (2018). Toward an evolutionary transition in individuality in the Anthropocene. Philosophical Transactions of the Royal Society B, 373(1743), 20170144.
Steels, L. & Szathmáry, E. (2018). The evolutionary dynamics of language. Biosystems, 164, 128–137.
Sukachev, V.N. (1964). The concept of the biogeocoenosis. In: Transactions of the Institute of Biology, 12, pp. 1–20.
Waters, C.N. et al. (2016). The Anthropocene is functionally and stratigraphically distinct from the Holocene. Science, 351(6269), aad2622.
Waters, C.N. et al. (2016). The Anthropocene is functionally and stratigraphically distinct from the Holocene. Science, 351(6269), aad2622.
Waters, C.N. et al. (2022). Environmental impacts of the Anthropocene: A stratigraphic perspective. Annual Review of Earth and Planetary Sciences, 50, pp. 1–30.
Waters, C.N. et al. (2023). The Anthropocene Working Group: Progress and perspectives. Episodes, 46(1), pp. 1–12.
Williams, M., Zalasiewicz, J. and Waters, C.N. (2019). The Anthropocene: A new epoch of geological time? Philosophical Transactions of the Royal Society A, 377(2156), 20190318.
Wilkinson, T.J. (2003). Archaeological Landscapes of the Near East. Tucson: University of Arizona Press.
Zalasiewicz, J. et al. (2017). The Anthropocene as a Geological Time Unit. Cambridge: Cambridge University Press.
Zalasiewicz, J. et al. (2021). The stratigraphy of the Anthropocene: A review. Earth-Science Reviews, 216, 103593.
Zalasiewicz, J., Waters, C.N. and Williams, M. (2023). The Anthropocene: A New Epoch of Geological Time? Cambridge: Cambridge University Press.
McCarthy, D. (2025). Would adding the Anthropocene to the geologic time scale matter? AGU Advances, 6, e2024AV001430.