Η εποχή μας χαρακτηρίζεται από μια βαθιά μεταβολή των υλικοτήτων του κόσμου στον οποίο ζούμε και λειτουργούμε ως οντότητες.
Δεν πρόκειται για μια απλή ιστορική αλλαγή, ούτε για μια νέα «εποχή» με τον αφηρημένο τρόπο που μιλούμε για τη νεοτερικότητα, τον ελληνιστικό κόσμο ή τον μεσαίωνα.
Η Ανθρωπόκαινος δεν είναι μόνο μια νέα πολιτισμική περίοδος αλλά πάνω απ’ όλα είναι συγκεκριμένη υλικότητα, είναι γεωλογικό γεγονός. Φέρει ένα ακριβές υλικό αποτύπωμα των σχέσεων παραγωγής μας, και του “πολιτισμού” που αυτές παράγουν: Φέρει διαφορετική γεωχημεία, διαφορετική χρονογεωστρωματογραφία, διαφορετικές αρχαιολογικές υλικότητες και διαφορετικές αρχαιο-στρωματογραφίες. Αυτές οι υλικές μετατοπίσεις δεν συνθέτουν απλές αλλαγές αλλά μεταβάσεις και έτσι αντανακλούν τον νέο σύγχρονο κοινωνικό μεταβολισμό, νέες βιοεξελικτικές δυναμικές, νέες σχέσεις ανάμεσα στη ζωή ως τέτοια και τα οικοσυστήματα. Η οργανική και η ανόργανη ύλη, οι ροές ενέργειας και πληροφορίας, οι γεωβιοκοινότητες και τα οικοσυστήματα βρίσκονται σε μια κατάσταση εκτροπής από τις σταθερές τουλάχιστον της Ολοκαίνου, σε μια εποχή μετάβασης. Έτσι η ζωή δεν αλλάζει απλώς αλλά μεταβαίνει σε νέα καθεστώτα ύπαρξης. Οι πιέσεις από τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και το βαθιά ταξικό και ληστρικό για τα οικοσυστήματα πολιτισμικό πλαίσιο που διαμορφώνουν οι πραγματικοί ιδιοκτήτες των συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης επιταχύνουν τις διαδικασίες αυτές.
Το κρίσιμο σήμερα είναι να κατανοηθεί πως η Ανθρωποκαινική εκτροπή δεν είναι μόνο γεωλογική ή κοινωνική· είναι και βιολογική επιδρώντας καταλυτικά στην ίδια την δομή και την οργάνωση της ζωής. Το μεταβολικό ρήγμα που διαπερνά τα οικοσυστήματα —η μαζική εξαφάνιση ειδών, η μείωση της αναπαραγωγικής ικανότητας των ειδών, οι εκτροπές στους κύκλους υδάτων, η αποσταθεροποίηση των εξελικτικών ρυθμών— αποτελεί υλικό τεκμήριο της εποχής μας. Η ζωή δεν μεταβάλλεται απλώς. Εκτρέπεται από τις πιέσεις ενός πολιτισμού που λειτουργεί ως κοσμικού χαρακτήρα γεωλογική δύναμη.
Η Ανθρωπόκαινος μετάβαση, ο σύγχρονος πολιτισμός δεν μπορούν να γίνουν κατανοητά χωρίς το εξελικτικό πλαίσιο των φυσικών επιστημών. Η ζωή, όπως κατέδειξαν ο Oparin και ο Gánti, δεν είναι μια αφηρημένη έννοια, δεν είναι συσσωρεύσεις γονιδίων, δεν είναι κύτταρα δεν είναι απλά κάποιες υλικότητες που αναπαράγονται. Είναι θερμοδυναμικές σχέσεις, είναι πάνω απ’ όλα μεταβολισμός, είναι χημική οργάνωση που αυτοσυντηρείται και αυτοαναπαράγεται. Ο Νik. Lane κατέδειξε (όπως παλαιότερα σε θεωρητικό επίπεδο ο Tibor Gánti) ότι η ενέργεια και όχι το γονίδιο είναι η βαθύτερη αρχή οργάνωσης της βιολογίας, ότι η ζωή είναι πρώτα απ’ όλα ροή ηλεκτροχημικών δυναμικών. Ο Rich. Lewontin μας υπενθυμίζει ότι οργανισμός και περιβάλλον συν-διαμορφώνονται, ότι η ζωή δεν βρίσκεται μέσα σε ένα περιβάλλον αλλά συγκροτεί το περιβάλλον της. Αυτή η διαλεκτική διάσταση, που σήμερα ονομάζουμε niche construction, δείχνει ότι κάθε μορφή ζωής, κάθε οντολογία, δημιουργεί το δικό της οικολογικό και πολιτισμικό πλαίσιο. Η Eva Jablonka και ο Eors Szathmáry ανέδειξαν ότι η κληρονομικότητα δεν περιορίζεται στο DNA, αλλά εκτείνεται και σε άλλα συστήματα, σε συμπεριφορές, πολιτισμικές πρακτικές, επιγενετικές μνήμες. Ο Vl. Sukachev είναι ένας από τους πρώτους φυσικούς επιστήμονες που αποδόμησε την θετικιστική έννοια του “περιβάλλοντος” εισάγοντας την έννοια της γεωβιοκοινότητας: Ένα ενιαίο δυναμικό μεταβολικό σύστημα, όπου το έμβιο και το άβιο συνυπάρχουν και συνεξελίσσονται, αλληλοεπιδρούν και ταυτόχρονα ενδολειτουργούν σε μια δυναμική ισορροπία.
Ο καρτεσιανός–θετικιστικός ανθρωποκεντρισμός του Διαφωτισμού —που διαχώρισε νου και ύλη, άνθρωπο και φύση, πολιτισμό και ζωή— βρίσκεται στη ρίζα της Ανθρωποκαινικής εκτροπής. Είναι το ίδιο πλαίσιο που γέννησε τον γονιδιοκεντρισμό, ο οποίος με τη σειρά του νομιμοποίησε ρατσιστικές, εθνικιστικές και αποικιοκρατικές βιολογίες. Τα μουσεία της νέας εποχής δεν μπορούν να αναπαράγουν αυτές τις λογικές. Δεν μπορούν να λειτουργούν ως χώροι επικύρωσης ιεραρχιών, ούτε ως μηχανισμοί “φυσικοποίησης” ανισοτήτων.
Τα σύγχρονα Μουσεία είναι πολιτισμικά ιδρύματα που έχουν τις απαρχές τους ακριβώς σε αυτή την περίοδο μετά το κίνημα του “διαφωτισμού”. Η όποια κριτική μας δεν πρέπει να παραβλέπει το γεγονός πως τα μουσεία είναι από τους λίγους τόπους όπου ο χρόνος δεν χωρίζεται σε πριν και μετά, αλλά κυλά σαν μια ενιαία, ανθρώπινη ανάσα. Είναι κόμβοι πολιτισμού γιατί εκεί συναντιούνται οι ζωές μας, οι μνήμες που κληρονομήσαμε, οι ιστορίες που αφηγούμαστε, οι αγωνίες και οι ελπίδες που κουβαλάμε. Στους χώρους τους, η γνώση δεν προσφέρεται με τρόπο αυστηρό ως μάθημα, αλλά ως αναστοχασμός. Η εμπειρία δεν επιβάλλεται, αλλά μοιράζεται. Τα μουσεία είναι τα σπίτια όπου φυλάσσεται η κοινή μας ευαισθησία, οι χώροι όπου η κοινωνία αναγνωρίζει τον εαυτό της και ξαναβρίσκει τον ρυθμό της. Είναι τόποι συνάντησης, διαλόγου και κατανόησης — όχι γιατί το επιβάλλει κάποια θεωρία, αλλά γιατί αυτό ζητούν βαθιά μέσα τους οι διαφορετικές σύγχρονες ανθρώπινες κοινότητες: έναν χώρο μνήμης όπου το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον μπορούν να καθίσουν στο ίδιο τραπέζι και να συζητήσουν. Είναι με λίγα λόγια στην εποχή μας ευρεία αναγνωρισμένα οικοσυστήματα πολιτισμού.
Αν η ζωή είναι κυρίως μεταβολισμός, τότε και ο πολιτισμός είναι συνιστώσα, είναι οργανικό μέρος των μεταβολικών σχέσεων. Αν ο πολιτισμός είναι μεταβολισμός, τότε και τα μουσεία, οι χώροι που συγκεντρώνεται και οργανώνεται η πολιτισμική υλικότητα, η μνήμη κλπ δεν μπορούν να είναι αποθήκες ή τράπεζες νεκρής ύλης· πρέπει να είναι οργανισμοί που μεταβολίζουν. Η κυρίαρχη θετικιστική παράδοση, που αντιμετώπισε την κληρονομιά ως συσσώρευση αντικειμένων, δημιούργησε ένα βαθύ κενό: ένα κενό κατανόησης της ζωής, της σχέσης μας με τα οικοσυστήματα, της οργανικής ενότητας του κόσμου. Αυτό το κενό δεν είναι μόνο επιστημολογικό· είναι πολιτισμικό, υπαρξιακό και αναπαράγει συγκεκριμένες ληστρικές και ταξικές σχέσεις. Η Ανθρωπόκαινος καθιστά αυτή την πραγματικότητα ορατή με τρόπο αμείλικτο. Τα μουσεία της νέας εποχής καλούνται να καλύψουν αυτό το κενό με δημιουργικό τρόπο.
Σε αυτό το πλαίσιο, η σκέψη του Zbyněk STRANSKÝ δίνει ζωή στις επιστήμες της κληρονομιάς και των μουσείων διαμορφώνοντας ένα διαλεκτικό δημιουργικό πλαίσιο για την ανάπτυξή τους. Ο Stranský κατέδειξε ότι το μουσείο δεν είναι το κτίριο, δεν είναι ούτε το ίδρυμα αλλά είναι σχέση. Αντίστοιχα η Μουσειολογια δεν είναι η επιστήμη των μουσείων ακριβώς όπως η παιδαγωγική δεν είναι η επιστήμη των σχολείων. Αντίθετα είναι η επιστήμη που μελετά την εξέλιξη και την ουσία του τρόπου που προσλαμβάνουμε την πραγματικότητα. Ένας τρόπος που ανατανκλά την οικοσυστημική και την ιστορική στιγμή. Η έννοια της «muzealita» του δεν είναι ούτε μορφολογικό γνώρισμα, ούτε ιδιότητα των αντικειμένων, αλλά σχέση – ένα ανάπτυγμα της αντικειμενικής σχέσης ανθρώπου–πραγματικότητας. Ανάπτυγμα του τρόπου με τον οποίο κατανοούμε την πραγματικότητα – τον κόσμο γύρω μας. Το οικομουσείο (ecomuseum) αποτελεί την πιο καθαρή έκφραση αυτής της προσέγγισής του: το μουσείο ως τόπος, ως κοινότητα, ως τοπίο, ως μνήμη, ως ζωντανή διαδικασία. Το οικομουσείο δεν εκθέτει αντικείμενα, δεν εκθέτει ιδέες. Εκθέτει και αναδεικνύει σχέσεις. Και αυτές οι σχέσεις είναι πάνω απ’ όλα σχέσεις ζωής, σχέσεις μεταβολισμού, σχέσεις υλικές και αντικειμενικές, σχέσεις συνύπαρξης. Σε μια εποχή όπου η ίδια η ζωή βρίσκεται υπό πίεση και σε φάση μετάβασης, το οικομουσείο προσφέρει ένα μοντέλο μουσείου που μπορεί να συνομιλήσει με αυτή τη μετάβαση.
Σύμφωνα με τον ορισμό του ICOM, αποτέλεσμα συλλογικής δουλειάς, «ένα μουσείο είναι ένας μη κερδοσκοπικός, μόνιμος θεσμός στην υπηρεσία της κοινωνίας, που ερευνά, συλλέγει, συντηρεί, ερμηνεύει και εκθέτει υλική και άυλη κληρονομιά. Ανοιχτά στο κοινό, προσβάσιμα και χωρίς αποκλεισμούς, τα μουσεία προάγουν τη διαφορετικότητα και τη βιωσιμότητα. Λειτουργούν και επικοινωνούν με ηθικό, επαγγελματικό τρόπο και με τη συμμετοχή των κοινοτήτων, προσφέροντας ποικίλες εμπειρίες για εκπαίδευση, απόλαυση, στοχασμό και ανταλλαγή γνώσης.» Τα μουσεία δεν μπορούν να είναι κερδοσκοπικά ιδρύματα, ούτε να διοικούνται αυταρχικά. Οφείλουν να είναι ανοιχτά, δημοκρατικά, συμμετοχικά, να παράγουν γνώση, να κάνουν έρευνα. Η έρευνα δεν είναι διοικητική λειτουργία· είναι οντολογική προϋπόθεση. Ένα μουσείο λχ που δεν ακολουθεί το πνεύμα του παραπάνω ορισμού και που δεν ερευνά, δεν μεταβολίζει· και ένα μουσείο που δεν μεταβολίζει, δεν παράγει πραγματικό πολιτισμό και σε τελική ανάλυση γίνεται επιταχυντής των ανθρωποκαινικών εκτροπών.
Η ζωντανή κληρονομιά, σε αυτό το πλαίσιο, δεν είναι απλώς άλλη μια κατηγορία που έχει συμπεριλάβει τα τελευταία χρόνια και η UNESCO· είναι η ίδια η δυνατότητα της κοινωνίας να συνεχίσει να υπάρχει ως κοινότητα. Η ζωντανή κληρονομιά είναι η συνέχεια της ζωής μέσα στον χρόνο· είναι οι υλικότητες που μεταβολίζουν, η μνήμη που ενσωματώνεται, η εμπειρία που διασώζεται όχι ως παγωμένο ίχνος, αλλά ως ενεργή δυνατότητα. Όπως η ζωή κληρονομεί όχι μόνο γονίδια αλλά και συμπεριφορές, περιβάλλοντα, σχέσεις, έτσι και οι κοινότητες κληρονομούν τρόπους ύπαρξης, μορφές δημιουργικότητας, ρυθμούς ζωής και συγκεκριμένες μεταβολικές σχέσεις με τους τόπους τους. Στην Ανθρωπόκαινο, όπου οι υλικότητες μεταλλάσσονται και οι γεωβιοκοινότητες αποσταθεροποιούνται, η ζωντανή κληρονομιά γίνεται ο συνδετικός ιστός ανάμεσα στο παρελθόν και το μέλλον.
Τα μουσεία, λοιπόν, πρέπει να γίνουν χώροι όπου αυτή η κληρονομιά όχι μόνο διατηρείται, αλλά αναπνέει, μετασχηματίζεται, ανανεώνεται. Χώροι όπου οι τοπικές και πολιτισμικές κοινότητες δεν είναι απλώς κοινό, αλλά συνδημιουργοί· όπου η κληρονομιά δεν είναι αντικείμενα, ή αφηρημένες ιδέες αλλά διαδικασία· όπου η ζωή δεν είναι υπόμνηση, αλλά ενεργό παρόν. Χώροι όπου η εξελικτική λογική της ζωής —η λογική των ροών, των σχέσεων, της μεταβολικής συνέχειας— δεν βιάζεται. Χώροι όπου η κατασκευή οικολογικού περιβάλλοντος (niche construction) δεν λειτουργεί ως ανθρωποκαινική επιβολή πάνω στα οικοσυστήματα και τη ζωή, αλλά ως μηχανισμός συνεξέλιξης με αυτά. Ζωντανά μουσεία, όπου η κοινότητες συνδιαμορφώνουν το πολιτισμικό τους περιβάλλον και δεν αποκόπτονται από τη ζωή, τις γεωβιοκοινότητες και την μνήμη.
Η Ανθρωπόκαινος για τα μουσεία και τις επιστήμες της κληρονομιάς δεν είναι μόνο εξελικτική εκτροπή και συστημική κρίση· είναι και πρόκληση. Πρόκληση για μια νέα κατανόηση των μουσείων ως ζωντανών οντολογιών. Όχι ως κτηρίων, ούτε ως επιχειρηματικών ιδρυμάτων, αλλά ως οντολογίες και οικοσυστήματα σχέσεων όπου οι κοινότητες και οι υλικότητες συνομιλούν, συνδιαμορφώνουν με τρόπο ενεργό την πραγματικότητα και συν-εξελίσσονται. Μουσεία που δεν θα υπηρετούν μια κάποια φαντασιακή αναπαράσταση του παρελθόντος και του κόσμου, αλλά τη συνέχειά του. Μουσεία που ενισχύουν τη ζωή, καλλιεργούν τη δημιουργικότητα, αναγνωρίζουν τις υλικότητες της εποχής, συνομιλούν με τις ροές του κόσμου, συνδέουν ανθρώπους, τόπους και οικοσυστήματα.
Σε αυτή τη μετάβαση, τα μουσεία μπορούν να γίνουν όχι απλώς θεσμοί που κοιτάζουν το παρελθόν, αλλά οργανισμοί του μέλλοντος. Οργανισμοί που υπηρετούν τη ζωή —και μέσα από αυτήν, τον πολιτισμό και τις διαφορετικές κοινότητες.
Μανόλης Κλώντζας, Αρχαιολόγος
μέλος της «Επιτροπής Πολιτών για την Προστασία της Παπούρας και της Κληρονομιάς»
Διευθυντής του Ινστιτούτου Φυσικής – Πολιτισμικής Κληρονομιάς, Τσεχία.