Του Μανώλη Κλώντζα
Η “Επιτροπή Πολιτών για την Προστασία της Παπούρας και της Κληρονομιάς” της Πεδιάδας, συγκροτήθηκε ως συλλογικότητα από κατοίκους της Πεδιάδας, ανθρώπους της τοπικής κοινωνίας και επιστήμονες – αρχαιολόγους, αρχιτέκτονες, νομικούς, φυσικούς επιστήμονες κλπ. Μας ενώνει η αγωνία και η ευθύνη για την προστασία του μνημειακού συνόλου της Παπούρας, της ιστορικής και φυσικής του ταυτότητας, και συνολικά της κληρονομιάς του τόπου μας.
Οι επιστήμονες της επιτροπής κατανοούν το μνημειακό σύνολο ως κοινωνικό και πλανητικό αγαθό. Μαζί με την τοπική κοινωνία υπερασπίζονται στην ουσία την ζωή του τόπου κόντρα στα κρατικο-εταιρικά συμφέροντα. Είναι όμως ταυτόχρονα απέναντι στην κυρίαρχη σήμερα επιστημονική παραγωγή με τους θεσμούς της η οποία έχει μεγάλο μερίδιο ευθύνης για τις καταστάσεις που αντιμετωπίζουμε σήμερα στα οικοσυστήματα μας σε όλη τη Κρήτη και την Ελλάδα συνολικά. Δεν πρέπει να ξεχνάμε όμως πως ακόμα και η ίδια η επιστήμη δεν είναι ουδέτερη. Λειτουργεί μέσα σε ένα οικοσυστημικό – κοινωνικό πλαίσιο το οποίο ειδικά σε συνθήκες κρίσης και βαθέματος της εκμετάλλευσης ζωής και οικοσυστημάτων συνδιαμορφώνει μια φιλοσοφική προοπτική που είναι πάντα εγγενώς πολιτική και ταξική αναπαράγοντας ταυτόχρονα συγκεκριμένες μορφές προσέγγισης της ανθρώπινης και μη ανθρώπινης ζωής, των οικοσυστημάτων, του πολιτισμού και της κοινής κληρονομιάς μας.
Ανεξάρτητα από το βαθμό συνειδητοποίησης της διάστασης αυτής, οι επιστήμονες μέσα από τις προσεγγίσεις τους και τις πρακτικές τους επιλέγουν πάντα πλευρά.
Στην εποχή μας η διάσταση αυτή λαμβάνει πλανητικό εκτόπισμα καθώς οι Ανθρωποκαινικές μεταλλάξεις συνθέτουν πια πλανητικό “γεωλογικό γεγονός”. Είναι αποτέλεσμα των ανατροπών που προκαλούνται από τον σύγχρονο “πολιτισμό” μας, από τις πολιτικές των κρατικο-εταιρικών δομών σε παγκόσμιο επίπεδο. Αλλάζει μπροστά στα μάτια μας ο χαρακτήρας των τόπων μας, η κληρονομιά μας, η ίδια η ζωή μας και η υγεία των οικοσυστημάτων μας.
Στον λόφο της Παπούρας, στα πλαίσια σωστικών ερευνών συνδεόμενων με την κατασκευή ενός ακόμα αεροδρομίου στην Κρήτη, ήρθε στο φως ένα μοναδικό εύρημα εξαιρετικής αρχαιολογικής και μνημειακής σημασίας. Πρόκειται για ένα εμβληματικό αρχιτεκτονικό σύνολο, που το χαρακτηρίζει μια μοναδική σύνθετη κυκλική κατασκευή διαμέτρου 50 μέτρων, με πολύπλοκη αρχιτεκτονική διάρθρωση, με ομόκεντρα τοιχώματα και τεκμήρια χρήσης ήδη από την Προανακτορική περίοδο. Οι συνειρμοί της σχέσης του με την παράδοση του Λαβύρινθου φαίνεται λογική στην βάση των έως τώρα γνώσεων μας από την τέχνη της εποχής. Μια εποχή μετάβασης στην μεταβολική σχέση των τοπικών κοινωνιών με το οικοσύστημα που συνδέονται με τις δομικές αλλαγές στην διαμόρφωση, αποκρυστάλλωση των αδύναμων ακόμα κρατικών δομών. Σίγουρα αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα αρχαιολογικά ευρήματα των τελευταίων δεκαετιών στον Μεσογειακό χώρο αφού φαίνεται να επιδρά καταλυτικά στην εικόνα που έχουμε για την εξέλιξη της αρχιτεκτονικής στην εποχή του χαλκού. Επιπλέον επιδρά στις κυρίαρχες σήμερα παραδοχές για τις κοσμολογικές αναφορές της εποχής της περιόδου εκείνης στην ανατολική Μεσόγειο αλλά και ευρύτερα. Αναδεικνύεται, μια έως σήμερα άγνωστη ή ίσως παραμελημένη διάσταση όχι μόνο της κρητικής προϊστορίας αλλά τουλάχιστον και όλης της ανατολικής Μεσογείου. Μεταξύ άλλων, γεννούνται ερωτήματα για τον χαρακτήρα και την ποιότητα των σχέσεων της κρητικής αναδυόμενης ελίτ με άλλες απομακρυσμένες περιοχές (σε σχέση λχ με τα δίκτυα διακίνησης του κασσίτερου). Σε κάθε περίπτωση όμως επιδρά καταλυτικά στην εικόνα που έχουμε για την εποχή του χαλκού και ίσως ανατρέπει λογής έως σήμερα κυρίαρχες προσεγγίσεις και παραδοχές.
Η επιστημονική κοινότητα δεν είναι ακόμη φυσικά σε θέση να αποφανθεί άμεσα και με σαφήνεια για τη φύση και τη χρήση του ευρήματος. Ακόμα και τα παραπάνω είναι πολύ σχετικά αν δεν υπάρχει εικόνα από το αρχαιολογικό υλικό. Για να υπάρξει όμως μια τέτοια τεκμηριωμένη εκτίμηση απαιτείται, όπως παντού στον κόσμο, δημοσίευση των ανασκαφικών δεδομένων αλλά και ο απαιτούμενος χρόνος για επιστημονική επεξεργασία και ανοιχτό διάλογο. Οι ανάγκες αυτές έρχονται σε σύγκρουση με τους επιβαλλόμενους από την διοίκηση και τους κατασκευαστές εντατικούς ρυθμούς και τις προειλημμένες αποφάσεις μιας “ανάπτυξης” που αποδεικνύεται συχνά αδιαφανής και βίαιη μη λαμβάνοντας υπόψη ακόμα και τόσο εμβληματικά και μοναδικά μνημειακά σύνολα. Δεν έχει περάσει πολύς καιρός από την χωροθέτηση βιομ. Αιολικού πάρκου εντός του αναγνωρισμένου επίσημα μνημειακού συνόλου στον “ισθμό Ιεράπετρας” ενώ αρκετές είναι και ανάλογες περιπτώσεις στην υπόλοιπη Ελλάδα.
Η υπουργός Πολιτισμού προανήγγελλε στην Παπούρα τοποθέτηση ραντάρ στον άμεσο περιβάλλοντα χώρο του αρχαιολογικού ευρήματος. Το ραντάρ χωροθετείται όμως εντός του μνημειακού συνόλου και του ιστορικού φυσικού τοπίου που καθόρισε την ύπαρξη του. Ανατρέπονται έτσι τα συμφραζόμενα και η οντολογία του μνημειακού συνόλου. Η επιλογή της κατασκευής αυτής είναι μνημειολογικά – μουσειολογικά καταστροφική, αρχαιολογικά αναχρονιστική, ιστορικά ανεύθυνη, θεσμικά απαράδεκτη, και το σημαντικότερο, προδήλως παράνομη.
Δεν πρόκειται για ένα μεμονωμένο αρχαιολογικό εύρημα. Συνθέτει πια ένα μνημειακό σύνολο, μια οντολογία ποικίλων αρχαιολογικών, ιστορικών και φυσικών υποστάσεων.
Η βιαιότητα προς το μνημειακό σύνολο είναι κυρίως αποτέλεσμα μιας εντελώς άναρχης συσσώρευσης κρατικο-εταιρικών κεφαλαίων στο ευρύτερο τοπικό οικοσύστημα με σκοπό την μέγιστη κερδοφορία. Η όποια νομιμοποίηση βασίζεται όπως και σε άλλες περιπτώσεις σε μια επίφαση επιστημονικής τεκμηρίωσης μέσω μιας σαθρής ακραία θετικιστικής προσέγγισης για την προστασία της κληρονομιάς.
Η βιαιότητα καταδεικνύεται πρώτα απ’ όλα από την φαραωνικών διαστάσεων “αλλαγή στην χρήση γης” παράγοντας αναγνωρισμένος από την διεθνή επιστημονική κοινότητα και τις αρμόδιες επιτροπές του ΟΗΕ ως μέγιστα καταστροφικός.
Μια διαφορετική εκδοχή των συνεπειών της αλλαγής χρήσης γης στο τοπίο είναι πρακτικές όπως η τοποθέτηση και πυροδότηση εκρηκτικών στους πρόποδες του λόφου, το Μαΐου 2024, ενώ η αρχαιολογική ανασκαφή βρισκόταν ακόμη σε εξέλιξη. Μάλιστα, αν δεν υπήρχε παρέμβαση των εργαζομένων εργατοτεχνιτών στην ανασκαφή τα εκρηκτικά θα είχαν πυροδοτηθεί όσο οι εργαζόμενοι βρίσκονταν στην κορυφή του λόφου, με πιθανούς κινδύνους ακόμα και για την σωματική ακεραιότητα. Το περιστατικό αυτό καταδεικνύει την συνολική υποτίμηση του τοπίου και της ζωής σε κάθε έκφρασή της.
Η τοποθέτηση ραντάρ εντός του μνημειακού συνόλου δεν βιάζει μόνο το εμβληματικό εύρημα αλλά μεγιστοποιεί την συντελούμενη στο ευρύτερο οικοσύστημα ριζική μετάλλαξη του “φυσικού ιστορικού τοπίου” με ανατροπή του γεωλογικού προφίλ προκαλώντας στην ουσία ρήγμα στην ιστορικά σταθερή μεταβολική σχέση της τοπικής κοινωνίας με το ευρύτερο οικοσύστημα.
Το φυσικό ιστορικό τοπίο της Παπούρας μεταλλάσσεται από χώρο ζωής, πολιτισμού και μνήμης σε πεδίο τεχνικής, κερδοσκοπικής, και γεωπολιτικής επιβολής, επαγωγικά και ανθρωποκαινικής νεκρής ύλης.
Στον 21ο αιώνα που ζούμε και με τις δυνατότητες που έχουμε η επιλογή (ίσως λόγω της αναχρονιστικής νομοθεσίας) της “σωστικής” και όχι μιας “συστηματικής έρευνας” -αναγκαίας για τέτοιου χαρακτήρα μνημείο- που θα ενσωμάτωνε την απαιτούμενη διεπιστημονικότητα συνθέτει έναν (αδιόρθωτο πια”) “επιστημονικό” καταστροφικό παράγοντα για το μνημειακό σύνολο.
Η σχεδιαζόμενη επέμβαση δεν βιάζει μόνο τον αρχαιολογικό χώρο με τα συμφραζόμενά του που τον κάνουν ξεχωριστό και μοναδικό. Ανατρέπει και τις αναδυόμενες από την αρχαιολογική υλικότητα μνημονικότητες – μουσειότητες, στην ουσία την ίδια την υπόσταση του μνημειακού συνόλου. Μια οντολογία ποικίλων σχέσεων και υλικοτήτων που συνθέτουν την κληρονομιά μας.
Η επεμβατική χωροθέτηση διαταράσσει και την οικονομική ισορροπία της περιοχής, καθώς κάνει παρελθόν την ιστορικά σταθερή τοπική αγροτική και κτηνοτροφική ζωή, τη μελισσοκομία και γενικά την ισχύ της ζωής στην Πεδιάδα, την ιστορικά συγκεκριμένη μεταβολική σχέση της κοινωνίας με τον τόπο.
Επιπλέον, στις δύσκολες εποχές που ζούμε η εγκατάσταση του ραντάρ, εντός του μνημειακού συνόλου όχι μόνο ανατρέπει το μνημειακό σύνολο με τις δυναμικές οντολογίες που το συνθέτουν ως τέτοιο, αλλά καθιστά την Παπούρα πιθανό στρατιωτικό ή γεωπολιτικό στόχο, υπονομεύοντας την ασφάλεια και την ειρηνική χρήση του τοπίου και των ανθρώπων του.
Όπως τονίζει η ανακοίνωση της επιτροπής μας: “Η δημόσια εξαγγελία εγκατάστασης, πριν από οποιαδήποτε γνωμοδότηση του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου (ΚΑΣ), που παρεμπιπτόντως η ίδια η υπουργός διορίζει, παρακάμπτει κατάφωρα τον Νόμο 4858/2021. Ο νόμος είναι σαφής και προβλέπει ότι πρώτα διεξάγεται αρχαιολογική έρευνα, ακολουθεί αξιολόγηση, και μόνο τότε – εφόσον δεν προκύπτουν αξεπέραστα εμπόδια – εξετάζονται οι μελέτες. Η αντιστροφή αυτής της ακολουθίας υπονομεύει το κύρος και τη λειτουργία της αρχαιολογικής προστασίας, της προστασίας της κληρονομιάς στο σύνολό της και αναιρεί την αρχή της πρόληψης, που αποτελεί θεμελιώδη αρχή του Δικαίου του Περιβάλλοντος, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 24 του Συντάγματος και αποτελεί οδηγό για την εφαρμογή της σχετικής νομοθεσίας από τα δικαστήρια της χώρας.”
Αν και ορισμένοι νόμοι προστατεύουν την κληρονομιά σε γενικές γραμμές το θεσμικό ρόλο της αρχαιολογίας και τον αναγκαίο ρόλο των άλλων επιστημών της κληρονομιάς αλλοιώνει το ξεπερασμένο ρευστό εννοιολογικά, αδιαφανές και αυταρχικό νομικό σύστημα. Γόνος του νομικού αυτού συστήματος είναι και το ΚΑΣ με τις συνδεόμενες πρακτικές διορισμού προσώπων που επιλέγονται με αδιαφάνεια από τον εκάστοτε υπουργό. Το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο, ιδίως τα τελευταία χρόνια, λειτουργεί ολοένα και συχνότερα ως μηχανισμός νομιμοποίησης προειλημμένων αποφάσεων του κράτους και ισχυρών εταιρικών συμφερόντων, υπό τον μανδύα μιας επιστημονικής επίφασης.
Η αυταρχική αυτή πρακτική αίρει κάθε επιστημονική και δημοκρατική – ανοιχτή στην κοινωνία προσέγγιση.
Το εύρημα στην Παπούρα δεν είναι ούτε “εργοταξιακό εμπόδιο”, ούτε “πλεονάζον πολιτισμικό φορτίο”. Είναι πια ένα εμβληματικό μνημειακό σύνολο, φυσικό – ιστορικό τοπίο. Μια επιστημονική πρόκληση και κοινό αγαθό (όχι μόνο στενά ανθρώπινο). Η αποστολή του Υπουργείου Πολιτισμού θα πρέπει να είναι η προστασία της κληρονομιάς με τους βέλτιστους δυνατούς όρους – όχι η διευκόλυνση τετελεσμένων καταστροφικών επιλογών και πρακτικών. Η δήλωση της Υπουργού Πολιτισμού ότι «μόνο η Ελλάδα μπορεί να έχει ένα σύγχρονο ραντάρ στη θέση όπου πριν κάποιες χιλιετίες υπήρχε ένα αντίστοιχο οικοδόμημα» αποτελεί μια λυπηρή εργαλειοποίηση της ιστορίας, της αρχαιολογίας και των άλλων επιστημών της κληρονομιάς. Επιχειρεί να ντύσει με εθνικό και πολιτισμικό μανδύα ένα προμελετημένο έγκλημα ενάντια στην κληρονομιά και στο συγκεκριμένο φυσικό ιστορικό τοπίο, οργανικό μέρος του μνημειακού συνόλου με τα μοναδικά του χαρακτηριστικά, που κάνει το συγκεκριμένο κομμάτι της Κρήτης ξεχωριστό και ζωντανό – ικανό να γεννά πολιτισμό.
Η τοπική κοινωνία, οι αρχαιολόγοι, οι επιστήμονες και κάθε πολίτης που ενδιαφέρεται για τη δημοκρατία, το οικοσύστημα, τη μνήμη και την κληρονομιά αυτού του τόπου, δεν θα μείνουν σιωπηλοί.
Καθώς όμως μιλάμε για παγκόσμιας εξαιρετικότητας εύρημα το ζήτημα αυτό διαπερνά τα στενά τοπικά πλαίσια και γίνεται κοινό θέμα όλης της επιστημονικής κοινότητας και όλων των ανθρώπων.
Η Παπούρα δεν χαρίζεται. Ούτε στο ραντάρ, ούτε στην αυθαιρεσία.
Manolis Klontzas, Αρχαιολόγος
μέλος της «Επιτροπής Πολιτών για την Προστασία της Παπούρας και της Κληρονομιάς»
Διευθυντής του Ινστιτούτου Φυσικής – Πολιτισμικής Κληρονομιάς, Τσεχία.
Σώστε την Παπούρα – Ένα εμβληματικό μνημείο καταστρέφεται
Υπογράφουμε και μοιραζόμαστε το ψήφισμα και τα εμπεριστατωμένα άρθρα.