Επιμέλεια: Εύα Νικολαΐδου
Τη Μαριάνθη την πρωτάκουσα σε απαγγελία και ενθουσιάστηκα. Ο τονισμός, η στίξη, οι ανάσες, το ύφος ζωντάνεψε το δύσκολο ποίημα, το περιεχόμενο και το αγαπήσαμε. Και στους ρόλους της είναι ξεχωριστή. Έχει ανεπτυγμένη θεατρική συνείδηση. Πλάθει τους ρόλους της με πολύ σεβασμό. Η στάση και η ζωή της δίνουν συνέχεια στην πρόοδο.
«Σκέφτομαι, πως το πέρασμα μας από αυτή τη ζωή, το σημαδεύουν η στενή αλλά και η ευρύτερή μας οικογένεια, οι μεγάλοι μας έρωτες και οπωσδήποτε οι δάσκαλοι μας. Κοιτάζοντας προς τα πίσω, αισθάνομαι τυχερή σε γενικές γραμμές σε όλους τους τομείς. Ειδικά στο κομμάτι των δασκάλων μακαρίζω κάμποσους που βρέθηκαν στο δρόμο μου και ανάψανε το φωτάκι τους, για να φωτίσουν την άγνοια και τα σκοτάδια μου.
Ο Τάσος Λιγνάδης, ο Φραγκίσκος Βουτσινός, ο Μιχάλης Κακογιάννης, ο Βασίλης Νικολαΐδης και άλλοι που μακάρι ο χρόνος να γυρνούσε πίσω και να μπορούσα “να φιλήσω τα ποδαράκια τους” για τον πλούτο που μου άφησαν.

Περίοπτη θέση στο “εικονοστάσι” μου….. ο Μίνως Βολανάκης, παρόλο που μόλις 1 μήνα μου χάρισε η τύχη μαζί του. Οραματιστής, επίμονος, προβοκάτορας, αλλά και παράξενα τρυφερός, αιώνιο αίνιγμα για τους γύρω του. Ήταν σκηνοθέτης μου μα τον λογίζω δάσκαλο μου, μια και συναντώντας τον στα πρώτα μου βήματα, κέντρισε την ανάγκη μου για έρευνα σε κάτι πιο βαθύ απ’ αυτό που μέχρι τότε είχα συνηθίσει να θεωρώ αντικείμενο της δουλειάς μου.
Με κάλεσε το 1994 όταν σκηνοθετούσε το Vortex του Κάουαρντ, σε μία παράσταση που δεν ανέβηκε εν τέλει ποτέ. Είχα ωστόσο καταλάβει από τότε, χωρίς γνώση αλλά με το ένστικτο, τη σπουδαιότητα της τέχνης του και παρόλο που μου κόστισε μία σεζόν ανεργίας, ποτέ δεν μετάνιωσα αυτή μου την επιλογή, αφού μου χάρισε μία από τις πιο συγκινητικές στιγμές της καριέρας μου. Συχνά σκέφτομαι αυτό που θα σας διηγηθώ με την αίσθηση πως δεν το έζησα αλλά το είδα σε κάποια ταινία. Τόσο απόλυτα ποιητικός ήταν ο άνθρωπος αλλά και οι ατμόσφαιρες που δημιουργούσε.

Σε μια από τις πρόβες, προσπαθούσαμε με τον συμπρωταγωνιστή μου να παίξουμε την ερωτική σκηνή του έργου. Το πράγμα δεν λειτουργούσε. Ο Βολανάκης χωρίς φωνές, ή προσβολές η υποδείξεις η βαρετές τεχνικές λεπτομέρειες – τα έχω ζήσει όλα- μας σταμάτησε και μας κάθισε στο προσκήνιο. Ήρθε κοντά και ζήτησε την άδεια να μας πει ένα παραμύθι από τη Μαχαμχαράτα. Ήταν κάποτε μία πριγκίπισσα που όταν έφτασε στην ηλικία να παντρευτεί, ο πατέρας της ζήτησε από όλα τα παλικάρια της επικράτειας να έρθουν στο παλάτι για να διαλέξει άντρα η αγαπημένη του κόρη.
Μα τα πουλιά που ήταν φίλοι της, έκαναν ζαβολιά. Πήγαν σε αυτόν που ήταν το άλλο της μισό – γιατί το ξέρετε πως κάπου εκεί έξω, για όλους μας υπάρχει το ιδανικό ταίρι- και του είπαν να τρέξει να την βρει. Όλα ήταν κανονισμένα.
Σε αυτήν είπαν το όνομα και τη θωριά του για να μην μπερδευτεί.

Άλλες ήταν όμως οι βουλές των θεών που δεν συγχώρεσαν την αυθαιρεσία των πουλιών. Όταν ήρθε η ώρα του παλικαριού να φτάσει μπροστά στην πριγκίπισσα, τρεις θεοί πήραν τη μορφή του. Πώς να διαλέξει το κορίτσι το άλλο μισό της όταν τέσσερις ίδιοι στέκονταν μπροστά της. Μα τότε πρόσεξε πώς ένας από όλους ήταν σκονισμένος και το στεφάνι στα μαλλιά του είχε κάπως μαραθεί και είπε: «Εγώ διαλέγω αυτόν, γιατί δεν είναι τέλειος και θα μπορέσω να τον αγαπήσω».
Με έκπληξη ακούσαμε τη φωνή του σκηνοθέτη μας να τρέμει και είδαμε τα μάτια του να βουρκώνουν. Σχεδόν ντροπαλά, μας έστειλε πίσω στη σκηνή και εμείς του δωρίσαμε τον καλύτερό μας εαυτό, τον πιο δοτικό και ευαίσθητο, έτσι όπως άρμοζε στη δική του προσφορά.
Τον κουβαλάω μέσα μου 30 χρόνια τώρα, όπως και όλους εκείνους τους φωτισμένους ανθρώπους που μου πρόσφεραν απλόχερα τη χάρη τους. Βαριά κληρονομιά που της πρέπει να αυγατίσει. Είθε τα δώρα των δασκάλων μας να πληθαίνουν στην προσφορά μας στις επόμενες γενιές».
