Just in

Όλα τα νέα
Imerodromos logo
 

ΟΙ ΔΑΣΚΑΛΟΙ ΠΟΥ ΑΓΑΠΗΣΑ — Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης: τη δασκάλα μου την έλεγαν Ράνια

Ο Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης μιλάει για την δασκάλα του Ράνια Οικονομίδου

Πρόσθεσε τον Ημεροδρόμο στην Google

 

Επιμέλεια:  Εύα Νικολαΐδου

Τον Κωνσταντίνο Αβαρικιώτη τον γνώρισα μέσα από το θεατρικό έργο «Όταν έκλαψε ο Νίτσε», του Ίρβιν Γιάλομ. Μία παράσταση που θα την συνεχίσουν και την επόμενη σεζόν λόγω της μεγάλης επιτυχίας της.

Ο Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης σε εντυπωσιάζει με το ταλέντο του, την ικανότητά του να υποδυθεί έναν τόσο δύσκολο ρόλο όπως την προσωπικότητα του Νίτσε. Σου δίνει την εντύπωση πως τον γνώρισε, τον συναναστράφηκε, τον συνάντησε. Μία ερμηνεία μοναδική.

«Στο θέατρο όλες οι συναντήσεις μου ήταν σημαντικές και δε θα ήθελα να αδικήσω κάποιον. Απ’ τη σχολή όλο και πιο συχνά έρχεται στο μυαλό μου η Ράνια Οικονομίδου. Εξαιρετική δασκάλα και καλός άνθρωπος. Θυμάμαι τη φωνή της, το πρόσωπό της. Τον τρόπο που αντιλαμβάνεται τη ζωή της.

Υπήρχε τρομερή διακριτικότητα απέναντί μας. Κάτι που εγώ όταν διδάσκω δεν το έχω καθόλου. Γίνομαι ταύρος σε υαλοπωλείο καμιά φορά. Η Ράνια είχε πάντα κάτι αριστοκρατικό. Έναν σεβασμό για τον άλλον και για την επιλογή που είχε κάνει να είναι εδώ. Τι έψαχνε να βρει ο άλλος σε σχέση με το θέατρο. Κάτι που νομίζω το κάνει στη ζωή και στη δουλειά της. Έχει έναν δικό της τρόπο που είναι ήσυχος. Σαν ένα ποτάμι από τα βαθιά, τα καρπερά και εύφορα.

Επίσης έπαιξαν ρόλο στη ζωή μου κάποιες φιγούρες των παιδικών μου χρόνων στο χωριό. Όταν ήρθα σε επαφή – που μέχρι τότε δε μπορούσε να το συλλάβει το μυαλό κι η ύπαρξή μου – με έναν ζητιάνο, τον Πίπη, που ήταν μουγγός με ξυρισμένο κεφάλι, ο καλός, μαζί με έναν άλλο με μακριά μαλλιά που ήταν ο κακός, ο άγριος. Αυτοί έρχονταν κατά διαστήματα, δεν ζούσαν στο χωριό. Όταν συναντιόντουσαν, ο άλλος χτυπούσε τον μουγγό, παρότι αυτός ήταν πιο μεγαλόσωμος. Έτσι έμαθα ότι στον κόσμο υπήρχε κάτι ανοίκειο και σκληρό.

Περνούσαν κατά καιρούς. Εμείς είχαμε το καφενείο του χωριού δίπλα στα πλατάνια. Αυτοί ξάπλωναν εκεί κι εμείς τους φροντίζαμε. Τους δίναμε φαγητό, τσιγάρα. Όλο αυτό ήταν σχεδόν αφόρητο. Η εικόνα αυτών των ανθρώπων με πλήγωνε, με τρόμαζε. Δεν ήξερα πού να το κατατάξω για να το κατανοήσω.

Σαν να ήταν πολλοί μαζί. Σαν να εισέβαλαν σε έναν κόσμο στον οποίο εγώ ήμουν προστατευμένος κι αυτοί είχαν κάτι απειλητικό. Δεν είχαν καμία νόρμα που είχαν όλοι οι άλλοι. Δεν ήταν οικογενειάρχες. Τους κορόιδευαν. Τους πετάγανε ελεημοσύνη. Σαν να ήταν στοιχειά. Αυτό γιγάντωνε τα πράγματα στο μυαλό μου. Μπορεί να μην ήταν καν ψηλοί κι εγώ να τους φαντάζομαι.

Σαν η φαντασία να μπήκε πρώτη φορά στην πραγματικότητα. Αυτούς δεν μπορώ να τους ξεχάσω. Κάτι έγραψαν μέσα μου».

 

Σχετικά θέματα

Post
Filter