Just in

Όλα τα νέα
Imerodromos logo
 

ΟΙ ΔΑΣΚΑΛΟΙ ΠΟΥ ΑΓΑΠΗΣΑ — Καρυοφυλλιά Καραμπέτη: τη δασκάλα μου την έλεγαν Μάγια

Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη μιλάει για την δασκάλα της Μάγια Λυμπεροπούλου

Πρόσθεσε τον Ημεροδρόμο στην Google

 

Επιμέλεια: Εύα Νικολαΐδου

Όταν γνωρίζεις την πορεία της Καρυοφυλλιάς Καραμπέτη είναι σαν να παρακολουθείς την πορεία των άστρων και του ήλιου. Το θεατρικό της σύμπαν είναι μια ουράνιο, φωτεινή γραμμή, που ξεκινάει από παλιά, αλλά με το ταλέντο, τον μόχθο, τη σωστή διαχείριση της δημοσιότητας, αγγίζει την τελειότητα.

Κατάφερε να ενώσει τα γόνιμα, τις αξίες, κυρίως την ευαισθησία της και να στέλνει απλόχερα το θεατρικό φως.

«Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που πέρασαν από τη ζωή μας και άφησαν τόσο ανεξίτηλα σημάδια μέσα μας, που ακόμα κι όταν δεν είναι πια μαζί μας, η μνήμη τους παραμένει τόσο ζωντανή, που είναι αδύνατον να δεχτούμε πως έχουν φύγει. Η Μάγια Λυμπεροπούλου θα είναι ζωντανή όσο θα ’μαστε ζωντανοί κι εμείς, οι άνθρωποι που είχαμε την τύχη να τη συναντήσουμε και να τη λατρέψουμε. Και θα μείνει στην ιστορία του ελληνικού θεάτρου ως μία εξαιρετική και ιδιαίτερη περίπτωση, που συνδύαζε άπειρες ιδιότητες: της σπουδαίας ηθοποιού, της δυναμικής σκηνοθέτιδας, της διευθύντριας θεάτρου με τις εξαιρετικές οργανωτικές ικανότητες και το σπουδαίο καλλιτεχνικό όραμα, της μοναδικής δασκάλας, της μεταφράστριας, της διανοούμενης του θεάτρου. 

Δεν θα μιλήσω για τον μακρύ κατάλογο των έργων που έχει παίξει ή σκηνοθετήσει, σε τι να πρωτοαναφερθεί κανείς, έχουν γραφτεί εξαιρετικά κείμενα για την προσφορά της στο θέατρο κι αυτό είναι έργο θεατρολόγων. Θα σας μιλήσω για την προσωπική μου σχέση μαζί της, αλλά και πάλι πώς να χωρέσεις μέσα σε λίγες γραμμές την επίδραση μιας ολόκληρης ζωής.

Έχουν περάσει 47 χρόνια από τότε που γνώρισα τη Μάγια. Την είχα ήδη θαυμάσει  ως ηθοποιό στη Θεσσαλονίκη, όπου ζούσα τότε, στις παραστάσεις του Λαϊκού Πειραματικού Θεάτρου του Λεωνίδα Τριβιζά, τις «Θεσμοφοριάζουσες» του Αριστοφάνη και το «Ρωμέικο πανόραμα» του Βαγγέλη Γκούφα, όπου ξεχώριζε η αστραφτερή της παρουσία.

 Το 1978 ήμουν μαθήτρια στο Γ΄ έτος της Δραματικής Σχολής του ΚΘΒΕ κι εκείνη είχε ανέβει στη Θεσσαλονίκη για να παίξει μοναδικά και αξεπέραστα την Κατερίνα στο «Ημέρωμα της στρίγγλας», την ιστορική παράσταση του Γιώργου Σεβαστίκογλου. Ο Νικηφόρος Παπανδρέου, διευθυντής τότε της Σχολής την είχε καλέσει να έρθει να διδάξει, κι εκείνη, για εξαιρετική μας τύχη κι εμένα και των συμμαθητών μου, διάλεξε το Γ΄ έτος, το έτος μας. Ήδη από το πρώτο μάθημα μάς πλημμύρισε μια αίσθηση αποκάλυψης. Το μάθημα της Μάγιας δεν είχε καμιά σχέση με τα μαθήματα που ξέραμε μέχρι τότε, ήταν κάτι το πρωτόγνωρο, ένα μάθημα ιδιοφυές, προχωρημένο, που συνδύαζε τις απίστευτες γνώσεις της από την κληρονομιά του Κάρολου Κουν, τα αμέτρητα βιβλία που είχε διαβάσει, τις άπειρες παραστάσεις ελληνικές και ξένες που είχε δει ή παίξει, τις σπουδές κινηματογράφου που είχε κάνει στη Γαλλία, τις ταινίες που είχε μελετήσει, τους όρους σημειολογίας του Ρολάν Μπαρτ που ενσωμάτωνε στη διδασκαλία των σκηνών μας – μαζί με πρωτάκουστες οδηγίες τεχνικής, της περίφημης «τσαγκαρικής» όπως την έλεγε, τόσο σχετικά με τη σωματικότητα, όσο και με τη χρήση της φωνής και την εκφορά του λόγου. Ήταν ασύλληπτης ακρίβειας και μεταδοτικότητας αυτά που μας δίδασκε, και με καθόρισαν σε όλη την μετέπειτα πορεία μου. Και πάνω απ’ όλα υπήρχαν οι ακούραστες προσπάθειές της να μας καθοδηγήσει σωστά σε θέματα ήθους, στάσης ζωής, καλλιτεχνικών επιλογών και συνέπειας – αξεπέραστη δασκάλα σε όλους τους τομείς.

Το αντικείμενό μας ήταν ένα κολάζ σκηνών από τις κωμωδίες του Σαίξπηρ «Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας», «Πολύ κακό για τίποτα», «Αγάπης αγώνας άγονος», «Δωδέκατη νύχτα», «Όπως αγαπάτε». Μ’ αυτές δώσαμε τις πτυχιακές μας εξετάσεις και ήταν μια παράσταση σχεδόν επαγγελματική, υψηλού επιπέδου, όπου ακόμα και τα κοστούμια τα είχαμε φτιάξει εμείς οι ίδιοι με τη βοήθεια του δασκάλου μας στην ενδυματολογία Νίκου Πολίτη κι απ’ όπου προσκομίσαμε την πρώτη μας πλήρη σκηνική εμπειρία. Τα πάντα ήταν άψογα μελετημένα, μια βαθιά, μαγική εμπειρία, που τη θυμάμαι ακόμα σαν να ήταν χθες. 

Αλλά η Μάγια ήταν συνεχώς, όχι μόνο στο μάθημα, σε κάθε στιγμή της μέρας, μια ανεξάντλητη πηγή πνευματικής τροφής. Ήταν συνδρομήτρια σε ευρωπαϊκά θεατρικά περιοδικά, ενημερωνόταν συνεχώς για το τι παιζόταν στο εξωτερικό και μας έδειχνε άρθρα και φωτογραφίες, μας μιλούσε για τις παραστάσεις του Πήτερ Μπρουκ, της Αριάν Μνουσκίν, του Τζόρτζιο Στρέλερ, της Σαουμπίνε, μας δάνειζε βιβλία, μας έδινε συνεχώς ερεθίσματα για να διευρύνουμε την παιδεία και τη φαντασία μας.

​Το 1982 κάλεσε δύο συμμαθητές μου κι εμένα να στελεχώσουμε τον θίασο του θεάτρου «Αεικίνητο», που είχαν δημιουργήσει από κοινού με τον Κώστα Αρζόγλου.  Εκεί είδα σε όλο τους το μεγαλείο το πάθος της για την οργάνωση ενός σχήματος κατά τα ευρωπαϊκά πρότυπα, την πίστη της στη θεατρική αποκέντρωση, το όραμά της για ένα θέατρο ουσίας – όνειρα που υλοποίησε αργότερα, όταν ανέλαβε τη διεύθυνση του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Πάτρας. Στο «Αεικίνητο» είχα την ευκαιρία να την παρακολουθήσω και ως ηθοποιό στις πρόβες, να δω πώς εφάρμοζε η ίδια εκείνα που μας δίδασκε. Και βέβαια οι εντυπώσεις ήταν και πάλι μαγικές, όπως το προοιωνιζόταν το όνομά της θα ’λεγε κανείς, και όπως το διαπιστώναμε όλοι μας κάθε φορά που τη βλέπαμε στη σκηνή να παίζει με τον πιο συναρπαστικό τρόπο τις τραγικές, τις σαιξπηρικές, τις σύγχρονες και τις μεταμοντέρνες ηρωίδες της. 

Η διδασκαλία όμως της Μάγιας δεν σταμάτησε ποτέ. Συχνά διοργάνωνε σεμινάρια υποκριτικής, όπου υπήρχε πάντα ένας κεντρικός άξονας, είτε επρόκειτο για έναν μόνο συγγραφέα, όπως ο Τσέχοφ, είτε για έναν ευρύτερο χώρο, όπως το σύγχρονο γαλλικό και γερμανικό θέατρο (Κολτές, Βιναβέρ, Πέτερ Χάντκε, Μπότο Στράους, η ερμηνεία της άλλωστε στο «Μεγάλο και μικρό» του τελευταίου στο Θέατρο Τέχνης υπήρξε μνημειώδης). Σ’ αυτά τα σεμινάρια που συνήθως γίνονταν στη σκηνή του Ανοιχτού Θεάτρου του Γιώργου Μιχαηλίδη, έπαιρναν μέρος πολλοί σημαντικοί ηθοποιοί της γενιάς μου. Από ‘κεί μάλιστα οδηγηθήκαμε και σε δύο παραστάσεις Θεατρικού Αναλογίου που σκηνοθέτησε η Μάγια, με όρους κανονικής παράστασης βέβαια, τη «Μαντάμ ντε Σαντ» του Γιούκιο Μισίμα και το «Μπλε βαθύ, σχεδόν μαύρο» του Θανάση Βαλτινού, που παίχτηκαν στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Πάτρας και στις οποίες συμμετείχαν η Κάτια Γέρου, η Όλια Λαζαρίδου, η Βαρβάρα Μαυρομάτη, η Γιάννα Νικολοπούλου, η Μαριτίνα Πάσσαρη, η Αλεξάνδρα Σακελλαροπούλου, εγώ και η ίδια η Μάγια (στο «Μαντάμ ντε Σαντ»).

Στα επόμενα χρόνια ευτύχησα να παίξω μαζί της σε τραγωδίες στην Επίδαυρο, το 1997 στη «Μήδεια» του Εθνικού Θεάτρου σε σκηνοθεσία Νικαίτης Κοντούρη, όπου υποδυόταν την Τροφό, και το 2003 στην «Ηλέκτρα» του Ευριπίδη με το ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας, σε σκηνοθεσία Θέμη Μουμουλίδη, όπου έπαιζε την Κλυταιμνήστρα. Τότε, εκτός από τις εξαιρετικές ερμηνείες της, μου είχε κάνει ιδιαίτερη εντύπωση το γεγονός ότι όσες φορές κι αν είχα ζητήσει, ως παντοτινή της μαθήτρια, τη συμβουλή της για κάποια σκηνή, εκείνη αρνιόταν διακριτικά να το κάνει, γιατί δεν ήθελε να θεωρηθεί πως αναμειγνύεται σε θέματα σκηνοθεσίας. 

Είχα όμως την τύχη να με σκηνοθετήσει αφενός το 2002 σε δύο μονολόγους που είχαν παρουσιαστεί σε ενιαία παράσταση στα πλαίσια της Πολιτιστικής Ολυμπιάδας, την «Έμμα Μπ.- Χήρα Ιοκάστη» του Αλμπέρτο Σαβίνιο και την «Κλυταιμνήστρα ή το έγκλημα» της Μαργκερίτ Γιουρσενάρ, όπου η καθοδήγησή της ήταν συναρπαστική και από τις πιο δυνατές θεατρικές μου εμπειρίες, και αφετέρου το 2003 στον «Άμλετ», που με αιφνιδίασε με την πρότασή της να παίξω εγώ, μια γυναίκα, τον Άμλετ, γιατί όπως μου είχε πει θεωρούσε πως αυτός ο ρόλος αφορά στο ανθρώπινο ον και είναι υπεράνω φύλου. Η εμπειρία και πάλι υπήρξε συγκλονιστική, σου αποκάλυπτε δρόμους και ορίζοντες που δεν είχες διανοηθεί. Ο «Άμλετ» παίχτηκε στην Πάτρα, στο αγαπημένο της θέατρο, τον Απόλλωνα, και στη Θεσσαλονίκη, όχι όμως στην Αθήνα. Γιατί; Θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι επειδή δεν μπορούσαμε να βρούμε στα μισά της σεζόν κάποια αθηναϊκή σκηνή με τις επιθυμητές διαστάσεις, είχε αρνηθεί να παρουσιάσουμε τη δουλειά μας σε κάποια μικρότερη σκηνή κι ας το θέλαμε πολύ όλοι – και η ίδια φυσικά – να παίξουμε στην Αθήνα. Αλλά αυτή ήταν η Μάγια, δεν έκανε ποτέ εκπτώσεις σε θέματα αισθητικής και ποιότητας των παραστάσεών της. 

Η τελευταία φορά που συνεργαστήκαμε ήταν το 2013 στην παράσταση του Γιάννη Χουβαρδά «Το πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα» του Ο’ Νηλ, όπου μου έκανε τρομερή εντύπωση το γεγονός ότι στα 73 της χρόνια και παρά τα μυοσκελετικά προβλήματα που αντιμετώπιζε, παρέμενε για ώρες όρθια στις πρόβες. Μάλιστα μια μέρα που έτυχε από κούραση να έχει ένα λιποθυμικό επεισόδιο, τόλμησα να της πω «Μάγια μου, γιατί δεν παίρνεις στην πρόβα μια καρέκλα δίπλα σου να κάθεσαι όταν δεν παίζεις;». Κι εκείνη με κατακεραύνωσε με ένα βλέμμα και μου απάντησε ως κλασική Μάγια -δεν θα μπορούσε να ήταν διαφορετική η απάντησή της-: «η σκηνοθεσία με θέλει όρθια και δεν υπάρχει περίπτωση να καθίσω». Όρθια όμως ήταν πάντα η Μάγια, ακόμα και στα πιο δύσκολα. 

Τα καλοκαίρια στο Φεστιβάλ Αθηνών, στην Πειραιώς 260, την έβλεπα να δηλώνει συνεχώς «παρούσα» με τον γνώριμο εφηβικό της ενθουσιασμό για κάθε τι καινούργιο και πρωτοποριακό, να συζητά και να αναλύει τις παραστάσεις που βλέπαμε, με το ίδιο πάθος που τη διέκρινε πάντα.

Όταν στις 22 Ιουλίου 2021 έμαθα ότι έφυγε, συγκλονίστηκα, μου ήταν αδύνατον να το πιστέψω. Η Μάγια σού έδινε την εντύπωση του άτρωτου, της αστείρευτης ενέργειας, της αθανασίας. Κι έτσι ζει και υπάρχει πάντα στη μνήμη και την ψυχή μας, όλων όσοι είχαμε την ευλογία να τη γνωρίσουμε.

Τελειώνοντας, έχω την ανάγκη να της μιλήσω στο β’ ενικό πρόσωπο, σαν να ’ταν εδώ μπροστά μου. Αχ, Μάγια μου, Μάγια μας, μοναδική και λατρεμένη, σ’ ευχαριστώ πολύ για όλα. Ήμουν το πιο τυχερό κορίτσι, όταν σε συνάντησα στον δρόμο μου. Δεν ξέρω πώς θα ήταν η ζωή μου, αν δεν είχα αυτήν την τεράστια εύνοια να μαθητεύσω δίπλα σου. Σ’ ευχαριστώ που στάθηκες φάρος και πυξίδα μου σ’ αυτό το συναρπαστικό ταξίδι… Σ’ ευχαριστούμε για όλα όσα μας φανέρωσες, την ομορφιά της τέχνης, τη σπουδαιότητα του ήθους. Η φωνή σου, τα λόγια σου, τα μάτια σου, τα δώρα σου, θα μας οδηγούν για πάντα. Μακάρι κάποτε η Πολιτεία να λάβει σοβαρά υπόψιν της όλες τις προτάσεις που της έχεις κάνει κατά καιρούς για τη σωστή οργάνωση της θεατρικής παιδείας και του ευρύτερου θεατρικού χώρου στον τόπο μας και να δούμε το όραμά σου να υλοποιείται. Ας είναι αυτή η παρακαταθήκη σου για τις επόμενες θεατρικές γενιές, που τόσο νοιαζόσουν».

 

Σχετικά θέματα

Post
Filter