Just in

Όλα τα νέα
Imerodromos logo
 

ΟΙ ΔΑΣΚΑΛΟΙ ΠΟΥ ΑΓΑΠΗΣΑ — Δημήτρης Τάρλοου: «Τον δάσκαλό μου τον έλεγαν Τάσο»

Ο Δημήτρης Τάρλοου μιλάει για τον δάσκαλό του Τάσο Μπαντή

Πρόσθεσε τον Ημεροδρόμο στην Google

 

Επιμέλεια: Εύα Νικολαΐδου

Οι γνώσεις, η μάθηση, η παιδεία, τα σημαντικότερα εφόδια στη ζωή μένουν για πάντα. Και στον Δημήτρη Τάρλοου έμειναν από τα παιδικά του χρόνια. Εγγονός του Μ. και της Νίκης Καραγάτση, μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον πνευματικών αναζητήσεων.

Μιλάει πάντα με σεβασμό και αγάπη γι’ αυτούς, κυρίως, όμως, για τη μητέρα του Μαρίνα. Χάραξε πρωτοποριακούς δρόμους στη σκηνοθεσία. Καταφέρνει να μεταμορφώνει με τις σκηνοθετικές του ικανότητες τα πολύπλοκα νοήματα των έργων σε απλά και κατανοητά.

«Μεγάλη Παρασκευή 1993 (;) Άνδρος.

Ο Τάσος, με άψογο στυλ και ποδιά μαγειρική γυρίζει με μια φουρκέτα τα μέσα έξω κατσικίσια αντεράκια για να γίνουν μέρος της γέμισης, του επιλεγόμενου Αντριώτικου Λαμπριάτη.

Εξαίρετος μάγειρας ο Τάσος, όπως και θαυμάσιος παίκτης του σκραμπλ, αλλά και της μπιρίμπας. Αξέχαστο θα μου μείνει το παρακάτω περιστατικό: σε κάποια από τις αρκετές φορές που τον φιλοξενήσαμε μαζί με τον Δημήτρη Καταλειφό και τον Γιώργο Κέντρο στο σπίτι μας στην Άνδρο, παίζουμε μπιρίμπα ζευγάρια η μάνα μου με τον Τάσο κι εγώ με τον Δημήτρη. Τελειώνει ένας γύρος και ανακοινώνουμε τους πόντους μας: «τετρακόσιους» λέω εγώ, «εξακόσιους σαράντα» λέει ο Τάσος, έχοντας μετρήσει τα χαρτιά του. Μου φάνηκαν λίγα τα φύλλα που κρατούσε για τόσους πόντους και χωρίς να ρωτήσω πήρα από κάτω τα φύλλα του για να διαπιστώσω κατά πόσο ήταν αληθές το νούμερο που μας είπε.

Την ώρα που μετρούσα, με την άκρη του ματιού μου είδα το πρόσωπο του Τάσου να αλλοιώνεται. Το ήδη από φυσικού του ροδαλό του χρώμα, είχε μετατραπεί σε μαβί και τα μάτια του πετούσαν σπίθες. Μόλις τέλειωσα το μέτρημα, κατάλαβα τι έρχεται, αλλά δεν γινόταν αλλιώς πια. «Μα τι εξακόσια σαράντα βρε Τάσο; Εδώ μετράω τετρακόσιους ογδόντα. Μήπως κάνεις λάθος.» Έγινε μια παύση, που σε παράσταση θα την έλεγες και ηλεκτρισμένη και κατόπιν λέει ο Τάσος: «Σήκω παιδί μου!» Καθόταν από τη μέσα πλευρά του τραπεζιού και για να βγει, έπρεπε να σηκωθώ πρώτα εγώ. Βλέμματα ανάμεσα στους υπόλοιπους τρεις μας, αλλά κανείς δεν κινείται ούτε λέει κάτι.

Δεύτερη φορά, πιο δυνατά τώρα: «Σήκω παιδί μου!!» Κάτι ψελλίζω, του τύπου: «Μα γιατί τώρα;», αλλά ο Τάσος έχει ανάψει για τα καλά: «Σήκω παιδί μου σου λέω!!!», ούρλιαξε κι αυτή τη φορά σχεδόν ακούσια πετάχτηκα πάνω κι έκανα χώρο για να περάσει. Σηκώθηκε ο Τάσος κατακόκκινος και απολύτως εξαγριωμένος, βαθιά προσβεβλημένος, έσυρε τις πλαστικές του παντούφλες και βρίζοντας με ακατάληπτα λόγια έφυγε για το δωμάτιό του. Ξανακάθισα κάπως έντρομος στη θέση μου και ακολούθησε μακρά νέα σιωπή, καθώς τα βήματα του Τάσου έσβηναν, όπως ανέβαινε τις σκάλες για να αποσυρθεί στα ιδιαίτερά του. «Άστον, θα του περάσει», είπε ξαφνικά ο Δημήτρης, κρυφογελώντας κάτω από τα μουστάκια του. Πράγματι, μετά από μισή ώρα, ο Τάσος επέστρεψε και αφού δόθηκαν εκατέρωθεν κάποιες εξηγήσεις που αδυνατώ να θυμηθώ, αλλά ήταν του τύπου: «Έλα βρε παιδί μου, δεν σε είπα και κλέφτη – μα ούτε εγώ εννοούσα ότι είσαι κωλόπαιδο», συνεχίσαμε το παιχνίδι μας.

Δεν ήταν ανέφελη η σχέση μου με τον Τάσο, όμως σε εκείνον οφείλω την αφοσίωση στην τέχνη του θεάτρου. Ήμουνα μόνο 25 χρονών, όταν ζήτησα να με δει, έχοντας ακούσει για την υπέροχη δουλειά που είχαν ξεκινήσει στο παλιό τυπογραφείο του Εμπρός μαζί με τον Δημήτρη, τον Κέντρο και τη Ράνια. Όταν μου είπε ότι με ξέρει, απόρησα: «Από που;» του λέω, καθότι είχα λίγα χρόνια στο επάγγελμα. «Μα από το σίριαλ που παίζεις.» μου είπε, «βλέπετε εσείς τέτοια;» του λέω, «φυσικά», μου απαντάει. Έκπληκτος τον άκουσα λίγο μετά, να μου προτείνει να μεταφράσω τον «Αμερικάνικο Βούβαλο» του Ντέιβιντ Μάμετ κι εγώ με άγνοια κινδύνου, αλλά με τεράστια επιθυμία, βούτηξα στα βαθιά.

Στη διάρκεια αυτών των προβών, διαπίστωσα πόση μεθοδολογία μου έλειπε και πόση επιμονή και εμπιστοσύνη απαιτείται για να αγγίξεις βαθιά έναν ρόλο, αλλά και για να επικοινωνήσεις ουσιαστικά με τους συμπαίκτες σου επί σκηνής. Η σκηνική δράση μπλεκόταν με την πραγματικότητα διαρκώς, οι ομηρικοί καβγάδες δεν ήξερες αν ανήκουν στους ήρωες ή τους ηθοποιούς, όπως δεν ήξερε ο θεατής, αν η βροχή που έπεφτε στον τσίγκο πάνω από τη, μικρή σκηνή του τυπογραφείου του Εμπρός ήταν κατασκευασμένο εφέ, ή αν είχαν ανοίξει πράγματι οι ουρανοί. Με αυτόν τον ρόλο που με το σπαθί μου κέρδισα, μπήκα στο θέατρο ρεπερτορίου, στο βιωματικό θέατρο υψηλών απαιτήσεων. Ο Τάσος για να παίξω σε αυτή την παράσταση μου απαγόρευσε να κάνω τηλεόραση. Παρότι εκείνη την εποχή, είχα διαρκώς δουλειά στα σίριαλ, δεν το σκέφτηκα δυο φορές. Είπα αμέσως ναι, διότι ήξερα ότι αυτό επιθυμώ στη ζωή μου.

Τα χρόνια που έμεινα στο Εμπρός (1992-1996) ήταν για μένα η μεγαλύτερη μαθητεία. Δίπλα σε πολύ καλούς ηθοποιούς και με σκηνοθέτη τον Τάσο Μπαντή εξελίχθηκα και κυρίως αποφάσισα τι θέλω από το θέατρο. Το τέλος αυτής της σχέσης δεν ήταν καλό, γιατί η ομάδα διαλύθηκε άσχημα και αυτό επηρέασε και τη δική μου σχέση με όλους. Όμως τα αξέχαστα χρόνια του Εμπρός, θα μου μείνουν χαραγμένα ανεξίτηλα. Έλαβα ένα τηλεφώνημα συγχώρεσης από τον Τάσο λίγο πριν πεθάνει τόσο πρόωρα. Τον συγχώρεσα βέβαια, αλλά δεν τόλμησα να του πω πόσο τον αγάπησα».

 

 

Σχετικά θέματα

Post
Filter