Είδηση άνευ σημασίας: Φόνος

Laurent Mauvignier, «Αυτό που εγώ ονομάζω λήθη»/ Σκηνοθεσία: Άσπα Τομπούλη / Θεατρική Ομάδα «Όψεις» / ΚΕΤ - Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων

 

Ο Laurent Mauvignier γεννήθηκε στην Τουρ το 1967 και είναι απόφοιτος της Σχολής Καλών Τεχνών εγκατεστημένος εδώ και μια δεκαετία στην Τουλούζ και τιμημένος με τέσσερα σημαντικά

Ο συγγραφέας Laurent_Mauvignier

Ο συγγραφέας Laurent_Mauvignier

γαλλικά βραβεία, ήδη από το 2000, για το δεύτερο μόλις μυθιστόρημά του, «Apprendre à finir». Το 2011 γράφει τη σύντομη, μόλις 60 σελίδων, νουβέλα «Ce que jappelle oubli» που την εμπνέεται από μια είδηση στα μικρά των εφημερίδων, τη δολοφονία, κατόπιν ξυλοδαρμού του, ενός Γάλλου υπηκόου από την Μαρτινίκα, του Μικαέλ Μπλαιζ.

 

Αιτία, το γεγονός ότι τον Δεκέμβριο του 2009, σε μια βόλτα του, πήρε και ήπιε ένα κουτάκι μπύρα από τα ράφια ενός Σούπερ-Μάρκετ Carrefour στη Λυών που όμως δεν είχε να πληρώσει,. Οι κάμερες του καταστήματος τον κατέγραψαν, τέσσερις φύλακες τον περικύκλωσαν, τον ανάγκασαν να τους ακολουθήσει στις αποθήκες του μαγαζιού κι εκεί, βρίζοντάς τον, τον χτύπησαν έως ασφυξίας. Η δικαιολογία τους ήταν ότι αντιστάθηκε, τους εξύβρισε, έβγαλε μαχαίρι (που ουδέποτε βρέθηκε), τους χτύπησε και ότι τελικά έπαθε ανακοπή.

Οι κάμερες ασφαλείας καταγράφουν το περιστατικό και ο εισαγγελέας, σοκαρισμένος μπροστά στο αποκαλυπτικό βίντεο, θα πει: «είναι άδικο να πεθαίνει κάποιος για ένα κουτάκι μπύρας». Το γεγονός απασχολεί για λίγο το Τύπο και περνά στη λήθη.

Ο Mωβινιέ δεν ασχολείται εδώ, όπως σε άλλα του μυθιστορήματα, με σημαντικά γεγονότα που αφορούν σύγχρονες τραγωδίες ή συλλογικές μνήμες όπως ο πόλεμος στην Αλγερία, το τσουνάμι ή η πτώση των κερκίδων στο στάδιο του Heysel. Επικεντρώνεται στη δολοφονία άνευ αιτίας ενός ανθρώπου, ίσως περιθωριακού, ίσως κοινωνικού παρία, αλλά που έχει οικογένεια, ζωή, ελπίδες.

 

Σπάραγμα αφήγησης

Παρά τις ομολογημένες επιρροές του από τον Φώκνερ και τον Μπέρνχαρντ, το ύφος του Mωβινιέ -οι εκφράσεις, οι φράσεις, η ποιητικότητα των λέξεων- θυμίζει έντονα Γάλλους συναδέλφους του όπως ο Κολτές ή ο Μινιανά. Ολόκληρο το κείμενο αποτελεί μία και μοναδική φράση, χωρίς τελείες ή άλλα σημεία στίξης, ή, καλύτερα, μια ελλειπτική φράση αφού δεν αρχίζει καν με ένα κεφαλαίο γράμμα και δεν τελειώνει με μια τελεία αλλά με μια παύλα, σαν ένα απόσπασμα ενός άλλου ευρύτερου κειμένου, μιας αφήγησης που ολοκληρώνεται κάπου αλλού, ίσως εκεί έξω, στην πραγματική ζωή.

ayto-pou-ego-onomazo-lithi-213x300Το κείμενο αρχίζει in media res έτσι: «και αυτό που είπε ο εισαγγελέας είναι πως κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να πεθαίνει για κάτι τόσο μηδαμινό, πως είναι άδικο να πεθαίνει κανείς για ένα κουτάκι μπύρα που ο τύπος κράτησε στα χέρια του τόσο ώστε να μπορέσουν οι φύλακες να τον κατηγορήσουν για ληστεία…». Τεχνική που, σε συνδυασμό με την απουσία στίξης και την κυκλωτική κίνηση του λόγου, την ακολουθία του ειρμού των λέξεων θυμίζει τις καταθέσεις των εκπροσώπων του γαλλικού Νέου Μυθιστορήματος (πρώτιστα Κλωντ Σιμόν αλλά και Ναταλί Σαρρώτ, Ρομπ Γκριγιέ κ.ά.)

Αφηγητής κάποιο ανώνυμο πρόσωπο, κάποιος που προσπαθεί να ανασυστήσει τα γεγονότα, τα συναισθήματα και τις σκέψεις του 25χρονου Μικαέλ αλλά κι αυτά που ειπώθηκαν μετά, από άλλους, κι αυτά που είχε ζήσει πριν, κι αυτά που θα αισθάνονταν οι γονείς, ο αδελφός του όταν πληροφορούνταν τον θάνατό του, τον τρόπο του θανάτου του. Κάποιος που προσπαθεί να βάλει σε λέξεις το ανείπωτο: την απουσία, τη στέρηση, το πένθος. Την αναγκαστική σιωπή του νεκρού. Να αναπαραστήσει με λέξεις την αόρατη, για πάντα χαμένη, σκηνή του συμβάντος.

Αποδέκτης της αφήγησης ο νεότερος αδελφός του θύματος: μπροστά του, ο αφηγητής θα μεταπηδήσει με ευθύ λόγο στον ρόλο του θύματος, σε αυτό που θα σκέφτηκε ή θα είπε εκείνες τις τελευταίες στιγμές, από τη μια όταν πίστευε ότι θα σταματήσουν πλέον να τον κτυπούν, αργότερα, συνειδητοποιώντας τον επερχόμενο θάνατο, όταν θα σκέφτηκε «όχι τώρα, όχι με αυτό τον τρόπο», αρνούμενος να αποδεχτεί την εξέλιξη των συμβάντων, αυτών των συμβάντων, δηλαδή της αίσθησης ξαφνικής δίψας που τον έκανε να ανοίξει ασυναίσθητα το κουτάκι με την μπύρα επειδή βρέθηκε σε αυτό τον διάδρομο με τα αναψυκτικά κι όχι στο βάθος του σούπερ-μάρκετ όπου σκόπευε να κατευθυνθεί για να χαζέψει τα πουλιά και τα μικρά ζωάκια καθώς περιπλανιόταν ασκόπως στην πόλη.

Άλλοτε πάλι, ο αφηγητής υιοθετεί την οπτική γωνία άλλων ατόμων, υποθέτει/καταθέτει τις δικές τους σκέψεις για τον νεαρό, τη ζωή του, όπου όλοι τελικά δέχονται πως, όχι, δεν άξιζε να χαθεί μια ζωή. Άλλοτε πάλι εισβάλλει στις σκέψεις, στις δικαιολογίες προς εαυτούς και οικείους τους, των σεκιουριτάδων που έκαναν τον φόνο, αυτούς που τελικά ήταν ένοχοι όχι για το άδικο του θανάτου του αλλά για την ηδονή που αισθάνθηκαν χτυπώντας και δολοφονώντας τον. Εκείνον: τον εχθρό τους.

Μια «ηδονή» που αντανακλάται σε ολόκληρη την κοινωνία, το αμείλικτο σύστημα όπου απέναντί του ο άνθρωπος, ανήμπορος, καθίσταται το ανώνυμο θύμα. Ένα σύστημα όχι απρόσωπο αλλά με τα πρόσωπα των γειτόνων, όσων ψηφίζουν, όλων αυτών που «αγνοούν ο ένας τον άλλο μέσα στις νεκρές ζωές τους».

foto lithi

«Δεν είναι ο θάνατός μου το πιο λυπηρό πράγμα στη ζωή μου», θα πει το θύμα μέσω της αφηγηματικής φωνής, αλλά ακριβώς η ύπαρξη όλου αυτού του κόσμου με τις νεκρές ζωές. Ο ίδιος, αντίθετα, έζησε μια ζωή χορτάτη, και, κυρίως, έζησε τον έρωτα, στις όχθες του Λίγηρα ή στις μεγάλες πόλεις, νόμιμους ή παράνομους έρωτες, αλλά έρωτες. Κι ότι απόμεινε από τη μη-ζωή του, τώρα ο αφηγητής καλεί τον αδελφό-αποδέκτη της διήγησης να το ζήσει διπλά, για εκείνον, τον νεκρό, και για τον ίδιο.

Αλλά ποιος είναι αυτός ο ανώνυμος επίσης αδελφός που προκαλεί την αφηγηματική πράξη; Αόρατος καθώς παραμένει, μοιάζει να είναι ο καθένας, ο κάθε αναγνώστης, ακροατής, θεατής. Ο καθένας από εμάς που γίνεται αποδέκτης του λόγου: η ουτοπία ενός ανθρώπου-αδελφού που οφείλει να μην ξεχνά. Να μην αφήσει να πέσει στη λήθη ο άδικος θάνατος ενός από εμάς.

Αφηγηματικότητα και σκηνή

Το αφηγηματικό κείμενο δεν είναι δραματικό και η σκηνοθεσία της Άσπας Τομπούλη χρησιμοποίησε χωρίς επεμβάσεις την εξαιρετική μετάφραση του Σπύρου Γιανναρά. Μετάφραση που στην ποιητικότητά της διατηρούσε ύφος τραγικό και ταυτόχρονα στεγνό από μελοδραματισμούς ανάλογο του πρωτοτύπου που, ανά στιγμές, ανάγει τη λεπτομέρεια (ενός ήχου, ενός χρώματος, μιας μυρωδιάς) σε εξίσου σημαντική αφηγηματικά υπόθεση.

Η σκηνοθέτις δικαιολογημένα επέλεξε τη σκηνογραφική λιτότητα που σχεδίασε η Άση Δημητρολοπούλου με μόνη παρέμβαση λίγο ριγμένο χώμα στο τσιμέντο του δαπέδου ώστε πάνω του να γίνουν οι χαράξεις από το άψυχο σώμα του θύματος καθώς το σέρνουν. Με φωτισμούς του Ηλία Κωνσταντακόπουλου που απέβλεπαν κυρίως να σημάνουν τις εναλλαγές στην αφηγηματική φωνή και στις εστιάσεις που υιοθετεί και με διακριτικούς ήχους του Δημήτρη Ιατρόπουλου, το βάρος της όλης παράστασης έπεσε αναγκαστικά στο απροσδιόριστης ταυτότητας πρόσωπο του αφηγητή που υποδύθηκε ο Νίκος Νίκας.

Ντυμένος σε χρώματα λαδί-ώχρας και μπότες (ενδυματολογία της σκηνογράφου) εισβάλλει εξ αρχής με θυμωμένη, σχεδόν οργισμένη εκφορά λόγου που ίσως δεν συνάδει με την κατάσταση ενός αφηγητή, ήτοι αυτού που διηγείται διατηρώντας απόσταση από τα γεγονότα και μπαίνοντας σε δραματική κατάσταση όταν μεταπηδά σε ρόλο προσώπου. Πλοηγό σε μια τέτοια ισορροπία συνιστά πάντα η παρακολούθηση των εγκλίσεων της αφηγηματικής φωνής του κειμένου, η εναλλαγή μεταξύ αφηγηματοποιημένου, αναφερόμενου και μετατιθέμενου λόγου αλλά και η εναλλαγή στην εστίαση που επιτρέπει με το κατάλληλο χειρισμό την υιοθέτηση διαφοροποιημένων εκφορών λόγου ανάλογα με την οπτική του εκάστοτε προσώπου. Παρατήρησα ότι οι πιο εμφανείς από τις παραπάνω διακρίσεις του αφηγηματικού λόγου τηρήθηκαν υποκριτικά από τον ερμηνευτή και αυτές οι στιγμές ήσαν οι καλύτερες της ερμηνείας του.

Η απεύθυνση προς τον αδελφό/κοινό δεν ξέρω αν υπήρξε από τα ζητούμενα της σκηνοθετικής ερμηνείας, ωστόσο έγινε αντιληπτή κάποιες ιδιαίτερα φορτισμένες στιγμές. Σε καμία περίπτωση, πάντως, δεν έπαιξε και με τη δημιουργία ενοχής, δηλαδή τη δημιουργία του αναγκαίου ταρακουνήματος του θεατή ώστε να αισθανθεί συνυπεύθυνος των αφηγούμενων. Και αυτό, ωστόσο, το αποδίδω περισσότερο στον εξ αρχής επιθετικό τόνο της αφήγησης που δεν αφήνει τον θεατή να συμπαρασυρθεί, να εγκλωβιστεί στον λόγο και να παγιδευτεί σε μια ύπουλη καλλιέργεια από τη σκηνή της δικής του πλέον ενοχής.

Foto - Αυτό-που-εγώ-ονομάζω-λήθη

Οι κατά αραιά διαστήματα εμφανίσεις μιας δεύτερης παρουσίας που μετέφερε ή άλλαζε στάσεις στον αφηγητή σε σημεία εξάντλησής του από τον λόγο-βίωμα, με λευκά παντελόνι και κελεμπία σε στυλ Άραβα της ερήμου αλλά και με καλυμμένο όλο το πρόσωπο (σαν μούμια) με λευκό ύφασμα προβλημάτισε ως προς τον ακριβή της ρόλο ή την ταυτότητά της με μόνη κατ’ εμέ υπόθεση να αναπαριστούσε το πνεύμα του νεκρού που παρεμβαίνει δίνοντας δύναμη στον αφηγητή να συνεχίσει την κυκλωτική του διήγηση: μια διήγηση που διαρκώς ξεφεύγει σε άλλα πρόσωπα, σε πρότερες ή μελλούμενες καταστάσεις αλλά που πάντα επιστρέφει στο κέντρο της: τη στιγμή της δολοφονίας.

Προτέρημα της παράστασης, εκτός από την εύγλωττη λιτότητά της, ότι ο λόγος του κειμένου ακούστηκε απόλυτα καθαρός και με άψογη άρθρωση από τον Νίκο Νίκα που, ακολουθώντας την επιλεγμένη σκηνοθετικά προσέγγιση, κατέθεσε δύναμη και σωματικό δόσιμο.

Ενδιαφέρον το θολό βίντεο της έναρξης με υποψία σούπερ-μάρκετ και δυσδιάκριτες σκιές προσώπων (Com.odd.or).

* Καθηγητής Σημειωτικής του Θεάτρου και Θεωρίας της Επιτέλεσης στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πατρών.

Ετικέττες: , ,

Διαφήμιση

Τα σχόλια δεν είναι διαθέσιμα

Άποστολή άρθρου μέσο Email