Πολιτική

Συνέντευξη με τον σκηνοθέτη της «Άγα» Μίλκο Λαζάροφ

Ο σκηνοθέτης Μίλκο Λαζάροφ και η παραγωγός Βεσέλκα Κυριάκοβα, που έκανε την παραγωγή και το μοντάζ της ταινίας του «Άγα» που παίζεται αυτή τη βδομάδα στους αθηναϊκούς κινηματογράφους, βρέθηκαν το προηγούμενο Σαββατοκύριακο στην Αθήνα. Την Κυριακή το πρωί συναντηθήκαμε στον κινηματογράφο «Διάνα», στο Μαρούσι, και είχαμε μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση για την ταινία του Λαζάροφ και τους πρωταγωνιστές της, τη μακρινή Γιακουτία στη Σιβηρία και τον βαλκανικό κινηματογράφο, μεταξύ άλλων.

– Αυτή είναι η δεύτερη ταινία μυθοπλασίας που γυρίσατε. Η πρώτη σας ταινία έχει σχέση με την Ελλάδα…

– Ναι, αφορά έναν Έλληνα που ταξιδεύει μέχρι τη Βουλγαρία για να αγοράσει ένα παιδί. Τον πρωταγωνιστή ενσάρκωνε ο Χρίστος Στεργίου.

– Η δεύτερη ταινία σας πήγε πολύ μακριά από τα Βαλκάνια. Πρώτη ερώτηση: Γιατί ο «Νανούκ του Βορρά»;

– Δεν ξέρω αν η ταινία μας έχει τόση σχέση με τον Νανούκ του Βορρά. Δώσαμε στον πρωταγωνιστή το όνομα Νανούκ ως φόρο τιμής στο εμβληματικό ντοκιμαντέρ. Θέλαμε να δείξουμε πού βρίσκεται ο Νανούκ εκατό χρόνια μετά. Αυτή είναι η σχέση της ταινίας με το ντοκιμαντέρ.

Έχω να δω τον «Νανούκ» του Βορρά εικοσιπέντε χρόνια, από τότε που ήμουν φοιτητής.  Δεν το θυμάμαι ολόκληρο. Μου έχουν εντυπωθεί ορισμένες σκηνές, όπως η γούνα από τις πολικές αλεπούδες. Θυμάμαι το χαμόγελο του Νανούκ. Δεν θέλω όμως να συγκρίνω την ταινία μου με ένα τεράστιο έργο όπως ο «Νανούκ του Βορρά».

– Η ταινία σας όμως μας έδειχνε το πολιτισμικό τέλος του Νανούκ.

– Αυτό ακριβώς. Ήθελα να δείξω που βρίσκεται ο Νανούκ σήμερα, ο Νανούκ ως μεταφορά του αμόλυντου ανθρώπινου πλάσματος.  Αγνός, καθαρός, τίμιος. Οι άνθρωποι αυτοί ζουν εκεί πέρα όχι γιατί τους έχει αναγκάσει κανείς, το έχουν επιλέξει. Αυτή είναι η πραγματική ζωή. Πρέπει να κυνηγήσεις, να φροντίσεις μόνος σου για την οικογένεια σου. Έτσι συμβαίνει και σε μας, όμως. Κι εγώ πρέπει να φροντίσω για την οικογένεια μου. Είμαι κι εγώ Νανούκ. Στη Σόφια.

– Η προϊστορική συνείδηση του ανθρώπου. Κυνήγι, μάζεμα γύρω από τη φωτιά….

– Πολύς χρόνος. Πάρα πολύ χρόνος για να μιλήσεις με τη γυναίκα σου, τα παιδιά σου. Στους υπόλοιπους ανθρώπους δεν αρέσει αυτό. Στην Τσουπόπκα , πιο βόρεια από την Γιακούτια, έχουν μερικές κοινότητες. Ζουν όμως όπως στην πόλη, σε διαμερίσματα. Δεν έχουν πια γιούρτια. Ασχολούνται με τους τάρανδους εκεί. Όμως έχουν απομείνει πάρα πολύ λίγοι…δέκα οικογένειες.

– Γιατί στη Ρωσία;

– Γιατί εκεί ήταν εφικτό για πολλούς λόγους. Δοκιμάσαμε τον Καναδά, τη Γροιλανδία και δεν ήταν δυνατόν. Στον Καναδά ήθελαν να έχουν τον έλεγχο του σεναρίου. Είναι πολύ αυστηροί σε ο,τι αφορά τους Ινουίτ. Επίσης ήταν πολύ ακριβό. Στη Γροιλανδία δεν υπήρχε η υποδομή. Μπορεί κανείς να γυρίσει ντοκιμαντέρ, αλλά για να γυρίσει μυθοπλασία είναι πολύ δύσκολο. Καταλήξαμε στη Γιακουτία. Ήταν κι εκεί ακριβά, αλλά όχι τόσο ακριβά.

– Ήταν μια ακριβή παραγωγή.

– Πολύ ακριβή. Είχαμε χρηματοδότηση από τη Βουλγαρία, τη Γαλλία, τη Γερμανία, τη. Ενάμιση εκατομμύριο ευρώ στοίχισε. Μια πολύ ακριβή παραγωγή για τα βουλγαρικά δεδομένα.

– Τι εποχή πήγατε στη Γιακουτία; Πόσο καιρό κράτησαν τα γυρίσματα;

– Πήγαμε τέλος χειμώνα, αρχή άνοιξης. Την πρώτη μέρα των γυρισμάτων η θερμοκρασία ήταν μείον τριάντα κάτι και την τελευταία είχε φτάσει τους δυο πάνω από το μηδέν. Τριάντα πέντε, τριάντα έξι μέρες τα γυρίσματα, με τα ρεπό μας επτά βδομάδες. Στην αρχή ο ήλιος δεν ανέβαινε πολύ πάνω από τους λόφους, πάνω από τη γραμμή του ορίζοντα. Από το πρωί μέχρι να νυχτώσει ήταν εκεί. Στο τέλος των γυρισμάτων ήταν ψηλά, όπως εδώ. Είχαμε πλησιάσει την ισημερία.

Πριν πάω εκεί δεν πρόσεχα ποτέ πόση διάρκεια έχει η μέρα και πόση η νύχτα. Δεν είμαι οικο-ταλιμπάν, δεν ασχολιόμουν ποτέ ιδιαίτερα με τα οικολογικά προβλήματα, αλλά αυτή η ταινία με έμαθε πώς να επικοινωνώ με τη φύση. Η Φύση είναι μεγάλη μάνα..και δασκάλα.

– Πολλοί έγραψαν για την ταινία πως είχε ένα οικολογικό μήνυμα, πως σχετιζόταν με την κλιματική αλλαγή και το λιώσιμο των πάγων.

– Υπάρχουν δυο τρόποι να κοιτάξεις την οικολογική ρύπανση: έξω και μέσα σου. Υπάρχουν σκουπίδια στους δρόμους αλλά έχει γεμίσει σκουπίδια και η ψυχή μας, έχει μολυνθεί. Παίρνουμε λάθος αποφάσεις, είμαστε πλεονέκτες.

– Δυο λόγια για τους ηθοποιούς.

– Ο Μιχαήλ Απροσίμοφ, που κάνει τον Νανούκ, είναι ηθοποιός. Έχει τελειώσει τη σχολή στη Μόσχα και παίζει σε μικρούς θεατρικούς θιάσους. Οι παππούδες του ήταν Ινουίτ. Ντρέπονται όμως πολύ να αποκαλύψουν την καταγωγή τους, όπως οι Ρομά εδώ. Το κρύβουν. Και οι τρεις πρωταγωνιστές μου, ο Νανούκ, η Σέντνα και η Άγα, είναι Ινουίτ. Δεν το ήξερα αυτό στην αρχή. Μαθαίνεις όμως να το ξεχωρίζεις. Είναι διαφορετικοί από τους υπόλοιπους Γιακουτιανούς. Αν και είναι όλοι τους μογγολικά φύλα. Έχουν γίνει και πολλές επιμειξίες.

Πρέπει όμως να έρθεις κοντά τους, να γίνεις φίλος τους, για να σου ανοιχτούν και να σου αποκαλύψουν την καταγωγή τους. Αλλιώς δεν τους ξεχωρίζεις. Τώρα μένουν κι αυτοί σε πόλεις, όπως οι υπόλοιποι, και δεν ξέρουν πια να ψαρεύουν ή να κυνηγούν.

– Η Γιακουτία είναι μια χώρα χωρισμένη από ένα ποτάμι που το χειμώνα παγώνει και έτσι ενώνεται. Ο φορτηγατζής στην ταινία οδηγό σε πάνω στο παγωμένο ποτάμι.

– Όλη η ταινία έχει γυριστεί πάνω στο ποτάμι. Είναι ο Λένας, ο τρίτος μεγαλύτερος ποταμός στον κόσμο. Γυρίσαμε όλη την ταινία στη μέση του ποταμού. Ο περιβάλλον χώρος δεν είναι όπως στην ταινία. Στις όχθες υπάρχουν δέντρα, δάση. Μόνο η παγωμένη κοίτη του ποταμού είναι έτσι. Η κάμερα ήταν τοποθετημένη έτσι ώστε η γωνία λήψης να δίνει μια εικόνα απεραντοσύνης, ενώ είναι μόνο το ποτάμι.

Αυτό το παγωμένο ποτάμι είναι η μόνη οδός επικοινωνίας για τεράστιες περιοχές. Το καλοκαίρι  που λιώνουν οι πάγοι υπάρχουν πλοιάρια αλλά είναι πολύ ακριβά.

Για το μοντάζ πήγαμε στη Σόφια με την Βεσέλκα και δουλεύαμε από το πρωί μέχρι το βράδυ κάθε μέρα για να προλάβουμε το φεστιβάλ του Βερολίνου. Εκεί έκανε πρεμιέρα το 2018 στο επίσημο διαγωνιστικό.  Αρχίσαμε τα γυρίσματα τον Μάρτιο και τέλος Γενάρη έκανε την πρεμιέρα του. Πολύ σύντομο διάστημα! Η ταινία με έμαθε πώς να επικοινωνώ με τη φύση. Η Φύση είναι μεγάλη μάνα..και δασκάλα

– Η ταινία εκτός από φόρος τιμής στο ντοκιμαντέρ του Φλάερτι είναι και φόρος τιμής στην κινηματογραφική τέχνη. Από το ακατέργαστο ασπρόμαυρο του πρώτου Νανούκ στο εικαστικό κομψοτέχνημα που γυρίσατε.

– Γυρίσαμε σε 35mm, με τον παλιό τρόπο που γύριζαν τις ταινίες, τον αναλογικό. Τα υλικά που χρησιμοποιήσαμε ήταν φυσικά, φτιαγμένα από ζώα. Στο κάδρο μας δεν υπάρχουν γωνίες, είναι στρογγυλεμένες. Είναι ένας φόρος τιμής στο σινεμά.

Την επόμενη ταινία μου μάλλον θα την γυρίσω σε βίντεο. Είχαμε μια συνάντηση με τον Στεργίου χτες και του πρότεινα και επίσημα να πάρει μέρος στην επόμενη ταινία μου. Και δέχτηκε.

– Άρα η επόμενη ταινια θα είναι βαλκανική.

– Ναι. Μια Βουλγάρα και ένας Έλληνας. Συναντιούνται κάπου στα σύνορα.

– Ποια είναι η γνώμη σας για τον βαλκανικό κινηματογράφο;

– Πολύ καλή. Δυστυχώς ο ρουμάνικος κινηματογράφος έχει πέσει κάπως τελευταία. Ήταν όμως πολύ ψηλά για πολλά χρόνια. Τώρα αρχίζουν να απευθύνονται σε ένα ευρύτερο κοινό. Ήταν όμως ένας από τους τρεις πιο σημαντικούς εθνικούς κινηματογράφους του 21ου αιώνα: Μεξικό, Κορέα, Ρουμανία.

Αρχίζουν να γυρίζονται και ενδιαφέρουσες Σέρβικες ταινίες. Είναι ακόμα πιασμένοι οι σκηνοθέτες εκεί στην ‘παγίδα’ του πολέμου. Αυτό είναι το πρόβλημα τους. Έχουν περάσει είκοσι χρόνια και ακόμα γυρίζουν ταινίες για τον πόλεμο.

Εδώ στην Ελλάδα πάλι τέλειωσε η περίοδος του weird wave. Τώρα κάνετε ταινίες για ένα πιο ευρώ κοινό, όπως οι Ρουμάνοι. Μου άρεσαν πολύ οι ταινίες του weird wave. Ο ‘Κυνόδοντας’ με είχε εμπνεύσει. Τώρα αρχίζουν και στην Ελλαδα, όπως και στη Βουλγαρία και τη Ρουμανία, να κάνουν άλλο είδος ταινίες, κοινωνικές ταινίες, με το βλέμμα στραμμένο λίγο στο κοινό. Εμένα μου αρέσουν οι ταινίες μυθοπλασίες γιατί έτσι μπορώ να ελέγχω την ιστορία. Το ίδιο θα είναι και η επόμενη ταινία μου. Αν και θα βάλω μέσα και μερικά πράγματα για τα ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά προγράμματα. Θα είμαι σκληρός μαζί τους γιατί δεν μου αρέσει αυτό, που δίνουν χρήματα για να μη γίνεται τίποτα. Θα είναι μια κριτική γι’αυτό.

– Η Ελλάδα ζει σχεδόν αποκλειστικά από ευρωπαϊκά κονδύλια.

– Κι αυτό δεν είναι καλό. Τα μισά χρήματα έρχονται από τη μαφία, δεν υπάρχει αμφιβολία γι’αυτό, και τα άλλα μισά από ανθρώπους που δεν ξέρουν που πηγαίνουν τα λεφτά τους. Και πάνε σε άχρηστα πράγματα. Και θέλουν για κάθε τι που κάνουμε να τους πούμε πόσα θα βγάλουμε για κάθε ευρώ που δίνουν. Ελεύθερη αγορά. Και το κάνουν αυτό και με τον πολιτισμό. Με τη σωστή τοποθέτηση ενός ευρώ στον πολιτισμό, η  χώρα μπορεί να πάρει πίσω εκατό σε βάθος τριακονταετίας. Αυτό όμως δεν είναι μετρήσιμο. Αυτό είναι πολιτισμική συμπερίληψη.  Το να χρηματοδοτείς τον πολιτισμό είναι διαφορετικό από το να χρηματοδοτείς τη γεωργία. Εμείς δεν έχουμε πάρει ποτέ ευρωπαϊκή χρηματοδότηση. Είμαι ενάντια σε αυτά τα χρήματα. Δεν σε ρωτάνε ποτέ τι πραγματικά θα κάνεις, απλά να γράψεις αυτό που θέλουν στην αίτηση.

– Βεσέλκα, ποια ήταν η δική σου εμπειρία από την ταινία; Ήσουν κι εσύ στην Γιακουτία;

– Από την πρώτη στιγμή. Έπρεπε πρώτα να βρούμε το σωστό μέρος και τους σωστούς ανθρώπους γιατί ο τρόπος που δουλεύουν οι άνθρωποι του κινηματογράφου εκεί είναι πολύ διαφορετικός. Έπρεπε λοιπόν να βρούμε που θα γίνουν τα γυρίσματα, που θα κοιμηθούμε, τι θα τρώμε. Ακόμα και το να τρώμε στο χώρο των γυρισμάτων δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Έπρεπε κάθε μέρα να ταξιδεύουμε δυο ώρες μέχρι εκεί. Τα πράγματα που εδώ φαίνονται εύκολα να τακτοποιηθούν εκεί απαιτούσαν  επιπλέον προσπάθεια. Ακόμα και το να φτιάξουμε μια τουαλέτα στον χώρο των γυρισμάτων απαιτούσε έξτρα προσπάθεια.Επειδή όμως τα περιμέναμε πολύ πιο δύσκολα, η εντύπωση μας στο τέλος ήταν ότι όλα πήγαν πολύ καλά. Η επαφή μας με τους ηθοποιούς ήταν πολύ καλή.

Θυμάμαι τις πρώτες μέρες που ταξιδεύαμε με το βαν έκανε υπερβολικό κρύο. Μείον σαράντα δυο – σαράντα τρεις βαθμούς. Είκοσι λεπτά έξω και πάγωνες. Είχαμε ειδικά ρούχα για αποστολές στην Αρκτική για όλα το συνεργείο, περίπου εξήντα άτομα. Μεταφερόμαστε κάθε μέρα, ένα λεωφορείο και βαν. Στη Γιακουτία οι άνθρωποι είναι απλοί, σαν παιδιά, και παθιασμένοι με τον κινηματογράφο.

– Θα ήταν ένα ξεχωριστό γεγονός αυτό για την περιοχή.

– Για τους ανθρώπους του κινηματογράφου ναι, ήταν.

– Σπάνια θα γυρίζουν ταινίες στην περιοχή.

Ξένοι ναι, σπάνια. Αλλά οι Γιακουτιανοί, αυτοί που ασχολούνται με τον κινηματογράφο, γυρίζουν πολλές ταινίες. Το αποκαλούν ΄το κινηματογραφικό μπουμ της Γιακουτίας. Ρώτησα τον βοηθό του σκηνογράφου ‘έχεις εμπειρία με τον κινηματογράφο;’. Ναι, μου λέει, εχω γυρίσει τρεις ταινίες. Ως σκηνοθέτης. Ο δεύτερος βοηθός μου είπε: ‘δεν έχω μεγάλη εμπειρία, έχω γυρίσει μόνο εφτά ταινίες μυθοπλασίας και τρία ντοκιμαντέρ.’ Τι ταινίες τις γυρνάνε στην Γιακουτία και μετά τις προβάλουν μόνο σε κινηματογράφους εκει. Αλλά οι κινηματογράφοι είναι γεμάτοι. Ο κόσμος εκεί αγαπάει πολύ το σινεμά. Είναι ο τρόπος που έχουν να φεύγουν από την πραγματικότητα τους και να ταξιδεύουν σε άλλους κόσμους.

Έτσι βρήκαμε και την πρωταγωνίστρια μας, τη Σέντνα. Η γυναίκα που υποδύεται τη Σέντνα δεν είναι ηθοποιός. Είναι γελαδάρισσα σε ένα μικρό χωριό στη μέση του πουθενά. Την είδαμε σε μια ταινία ενός νεαρού δασκάλου που δίδασκε στο χωριό. Και η ταινία του πήγε στο φεστιβάλ Ντουσάν στην Κορέα. Ήταν γείτονες και την προσκάλεσε να παίξει στην ταινία του.

Όλοι εκεί κάνουν ταινίες και είναι πολύ περίεργοι, θέλουν να μαθαίνουν πράγματα, σαν παιδιά. Είναι πολύ απλοί, με την καλή έννοια, και παθιασμένοι με τον κινηματογράφο. Η παραμονή μας στην Γιακουτία ήταν σαν μια περίοδος κάθαρσης. Μας έφερε κοντά στη φύση και στους ανθρώπους και μας άλλαξε  αρκετά τον τρόπο που βλέπουμε τα πράγματα.

(Επισκέψεις: 357 φορές, όπου 1 ημερήσιες)

Σχετικά Άρθρα

Ημεροδρόμος

Ημεροδρόμος

Send this to a friend