Πολιτισμός

Ανακαλύπτοντας αγρίους

Dario Fo & Ginger Creepers, «Ο Τζόαν Παντάν και οι θλιμμένοι Τροπικοί». Σκηνοθεσία: Γρηγόρης Χατζάκης, Μπάγκειον Ξενοδοχείον

Ο νομπελίστας  Ντάριο Φο παρουσιάζει το έργο του «Johan Padan e la discoverta delle Americhe» το 1992 με αφορμή τους εορτασμούς των πεντακοσίων χρόνων από το πρώτο ταξίδι του Χριστόφορου Κολόμπου στην Αμερική. Ήρωας του χειμαρρώδους μονολόγου του Φο,  ένας νεαρός ερωτευμένος με μια γυναίκα που θα κατηγορηθεί από την Ιερά Εξέταση ως μάγισσα και θα οδηγηθεί στην πυρά. Ο ίδιος, βοηθός της προκειμένου να βρίσκεται δίπλα της, απειλούμενος τώρα να βρεθεί στην Ιερά Εξέταση, εγκαταλείπει τη Βενετία και βρίσκεται στην Ισπανία όπου, για να γλυτώσει, χώνεται σε ένα από τα πλοία του Χριστόφορου Κολόμβου ο οποίος ετοιμάζεται για το τέταρτο ταξίδι του στον Νέο Κόσμο.

                                Συναντώντας τον «άλλο»

Ως λαθρεπιβάτης, αναγκάζεται να φροντίζει τα ζώα που το πλοίο μεταφέρει ενώ διαπιστώνει έκπληκτος τη συμπεριφορά των Ευρωπαίων απέναντι στους αιχμαλώτους Ινδιάνους. Το πλοίο πέφτει σε καταιγίδα, ναυαγεί και ο Τζόαν Παντάν με τους συντρόφους του σώζεται σκαρφαλωμένος στη ράχη των γουρουνιών. Θα ξεβραστεί στον Άγιο Δομίνικο, στην Καραϊβική, όπου θα περισυλλεχθεί από ιθαγενείς και θα σωθεί από τις όχι και τόσο φιλικές προθέσεις τους χρησιμοποιώντας τις στοιχειώδεις γνώσεις του ιατρικής.

Σύντομα, θα ανασύρει τις γνώσεις του για τον καιρό παρατηρώντας το φεγγάρι που είχε μάθει από τη φίλη του και θα προβλέψει καταστρεπτικό τυφώνα σώζοντας τη φυλή του όταν όλα και όλοι γύρω τους θα έχουν καταστραφεί. Η εξημέρωση αλόγων που ήταν άγνωστα στους Ινδιάνους και η κατασκευή πυροτεχνημάτων θα τον καταστήσουν σταδιακά στα μάτια των ιθαγενών ισόθεο κατά τη μακριά τους περιπλάνηση στην Αμερική προκειμένου να βρουν νέο τόπο να εγκατασταθούν, οδηγούμενοι ως τη Φλόριντα. Καθ’ οδόν, θα συναντηθούν με άλλες φυλές, θα γνωρίσει νέα ήθη, θα αφομοιωθεί με τη φυλή του σε βαθμό που όταν θα βρεθούν αντιμέτωποι με τους αποικιοκράτες, αφού πρώτα εκχριστιανίσει απλουστευτικά τη φυλή του υπολογίζοντας ότι έτσι θα αποφύγουν τη σκλαβιά αλλά ματαίως, θα την βοηθήσει να εκδιώξουν τους Ισπανούς. Θα ζήσει το υπόλοιπο της ζωής του, ως τα βαθιά του γεράματα, με τιμές και άπειρους απογόνους.

                     Από τη Φλόριντα στην Ομόνοια                 

Το ανατρεπτικό χιούμορ διατρέχει τις περιγραφές ενώ ο Φο εμπλούτιζε την περφόρμανς του με παντομίμα, μιμική και grammelot, αυτή την παράδοξη μίξη χειρονομιών, ήχων, ονοματοποιίας,  ιδιωματισμών της γλώσσας προτείνοντας έτσι μια αντι-εξουσιαστική μέθοδο επικοινωνίας. Ας σημειωθεί, άλλωστε, ότι η Φράνκα Ράμε είχε μεταφράσει σε σύγχρονα ιταλικά το συγκεκριμένο κείμενο καθώς ο Φο το έγραψε χρησιμοποιώντας ανάμικτα διαλέκτους της Λομβαρδίας, της Καστίλλης, βενετσιάνικα, καταλανικά, προβηγκιανά, πορτογαλικά, αραβικά. Επιπλέον, στις παραστάσεις του έργου χρησιμοποιούσε ένα «βιβλίο» με εικόνες που είχε συνθέσει ο ίδιος.

Στην ελληνική περίπτωση, η παράσταση στηριζόμενη στην ιστορία του Μπάγκειου ‒πάλαι ποτέ πολυτελούς‒ Ξενοδοχείου και στη σύγχρονη εικόνα της πλατείας Ομονοίας ως πολυπολιτισμικού θύλακα, στηρίχτηκε μάλλον χαλαρά στην έννοια της αφομοίωσης του Τζόαν Παντάν από την κοινωνία του Ινδιάνων καθώς και ο ίδιος βρέθηκε εκεί ως λαθρεπιβάτης – εξ ανάγκης μετανάστης.

Έτσι, ένας γκρουμ ‒ όπως μαρτυράει η στολή του, πειραγμένη ωστόσο και με φύλλα να ξεφεύγουν από το καπελάκι του  (κοστούμι Lila Nova) ‒ που αντί για εισιτήρια δίνει κλειδιά δωματίων στους θεατές, θα ξεναγήσει αρχικά τους τελευταίους λέγοντάς τους την ιστορία του ξενοδοχείου και στην συνέχεια θα τους οδηγήσει στο αίθριο, διάσπαρτο από σκηνικά αντικείμενα (της Ζωής Αρβανίτη) στα οποία θα προστεθούν και προσωπικά αντικείμενα των θεατών. Όλα αυτά, κάποια στιγμή, θα ενταχθούν στη δραματουργία των Ginger Creepers, ήτοι του και σκηνοθέτη της παράστασης Γρηγόρη Χατζάκη και του Χρήστου Καπενή, μονολογούντος περφόρμερ, οι οποίοι έκαναν και τη μετάφραση.

Η δραματουργία θα εμπλουτιστεί και με αποσπάσματα από τους «Θλιμμένους Τροπικούς» του κορυφαίου ανθρωπολόγου Κλωντ Λεβί-Στρως που επισκέφτηκε την Αμερική το 1955 και κατέγραψε τις δικές του παρατηρήσεις από την επαφή του με τους Ινδιάνους αναρωτώμενος πάνω στις υπάρχουσες σχέσεις εξάρτησης και απουσίας ισότητας μεταξύ των λαών ανεξάρτητα από τις διαφορές τους.

                   Αναζήτηση ταυτότητας ή ανεκτικότητα;

Προβολές βίντεο συνοδεύουν τον μονόλογο του Καπενή αλλά και ζωντανές προβολές του ίδιου από κονσόλα τοποθετημένη στον χώρο την οποία χειρίζεται ο Χατζάκης. Τοπία, ζώα, επί σκηνής αντικείμενα, χάρτες που ταυτίζουν εκείνο το κομμάτι της Αμερικής με την Αττική και όπου στη θέση της Katsiotse  μπαίνει η Ομόνοια σε μια προσπάθεια των συντελεστών να προβάλλουν μια διαδικασία αναζήτησης που «διάβασαν» στο ταξίδι του Παντάν στο σήμερα.

Η αλήθεια είναι ότι αυτή η σύνδεση δεν είναι απόλυτα κατανοητή ούτε η παράσταση δίνει τα ανάλογα εργαλεία που θα την αναδείκνυαν. Το εξ ανάγκης ταξίδι του Παντάν ή των σύγχρονων μεταναστών δεν πείθει ως εσωτερική ανάγκη αναζήτησης. Αντίθετα, η διάθεση για ανεκτικότητα και αποδοχή του άλλου μοιάζει πιο καίρια.

Ο Χρήστος Καπενής διαθέτει έναν καθαρό λόγο και μια ελαφρά ειρωνεία έδινε κατά διαστήματα τη σχολιαστική διάθεση στην αφήγησή του. Χωρίς να προβάλλει μια εκρηκτική προσωπικότητα περφόρμερ (όπως μπορούμε να φανταστούμε εκείνη του Ντάριο Φο), έδινε με εγγενή αφέλεια τις περιπέτειες και τα όσα σκαρφιζόταν για την επιβίωσή του ο ήρωας με λιτή κινησιολογία. Μια αντιμετώπιση, βέβαια, από την οποία έλειπε κάθε ιδέα παντομίμας ή μιμικής του προσώπου (αντίθετα, ο Καπενής έμοιαζε σχεδόν ανέκφραστος) ενώ η απουσία του ούτως ή άλλως ιδιωματικού λόγου που χαρακτηρίζει τη γραφή του Φο δεν οδηγούσε προς μια απόπειρα σύγκλισης με την πρωτότυπη πληθωρική αλλά και σε εγρήγορση ερμηνευτική. Και γι’ αυτό, ίσως, ως μονόλογος, να γινόταν αθέλητα υποτονικός.  

Εντυπωσιακή, όπως πάντα, η μουσική του Blaine Reininger και ειδικά το γνωστό και από παλαιότερη παράσταση τραγούδι του συγκροτήματός του, των Tuxedomoon, «Jinx». Το ηχητικό υπόβαθρο της παράστασης από τον Βύρωνα Κατρίτση δημιουργούσε κατά διαστήματα ατμόσφαιρα εξωτισμού.

Το ενδιαφέρον πείραμα του Γρηγόρη Χατζάκη πάνω στο κείμενο του Φο θα ήταν πιστεύω, υπό τις συγκεκριμένες σκηνικές και ερμηνευτικές συνθήκες,  αποτελεσματικότερο εάν είχε φροντίσει την οικονομία χρόνου αποφεύγοντας τις επαναλαμβανόμενες και συχνά άνευ λόγου παύσεις της λεκτικής δράσης που έσπαγαν τον ρυθμό. Είναι ανάγκη μια παράσταση να ολοκληρωθεί πριν αρχίσει να κουράζει.

Οι φωτογραφίες είναι του Φίλιππου Μαργαλιά.

* Καθηγητής Σημειωτικής του Θεάτρου και Θεωρίας της Επιτέλεσης στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πατρών.

(Visited 252 times, 1 visits today)

Σχετικά Άρθρα

Ημεροδρόμος

Ημεροδρόμος

Send this to a friend