Business as usual

ΔΗΜΗΤΡΑ ΜΥΡΙΛΛΑ ΔΗΜΗΤΡΑ ΜΥΡΙΛΛΑ Πολιτισμός • 26 Οκτωβρίου 2016

Είναι παγκοίνως γνωστό ότι η κυβέρνηση ιδρώνει από τους κόπους που καταβάλει για την Πολιτιστική Κληρονομιά. Και φροντίζει να μας το δείχνει. Απόδειξη είναι η τελευταία θριαμβευτική ανακοίνωση του Υπουργείου Πολιτισμού η οποία αναφέρεις τα εξής (οι υπογραμμίσεις δικές μας):

«Σύμφωνα με στοιχεία του Ταμείου Αρχαιολογικών Πόρων στο οκτάμηνο του 2016 τα έσοδα από τα εισιτήρια των αρχαιολογικών χώρων και μουσείων της χώρας παρουσιάζουν αύξηση κατά 55% σε σχέση με το ίδιο διάστημα του προηγούμενου έτους, παρά τη μείωση κατά 8,5% στο πλήθος των εισιτηρίων. Στο σύνολο των αρχαιολογικών χώρων και μουσείων τα έσοδα από τα εισιτήρια ανέρχονται σε 56.233.696 ευρώ, έναντι 36.285.350 ευρώ το 2015.

Ο μήνας με την καλύτερη επίδοση ήταν ο Αύγουστος, που παρουσίασε αύξηση εσόδων κατά 68,2%. Συνολικά, τον Αύγουστο τα έσοδα ανήλθαν σε 13.803.308 ευρώ, έναντι 8.205.751 ευρώ που ήταν πέρσι. Ειδικά στους αρχαιολογικούς χώρους της Αθήνας ( Ακρόπολη, Θέατρο Διονύσου, Ολυμπιείο, Αρχαία Αγορά, Ρωμαϊκή Αγορά, Βιβλιοθήκη Αδριανού, Κεραμεικός, Λύκειο Αριστοτέλη) η αύξηση των εσόδων έφθασε το 86% χάρη και στην αύξηση κατά 5,8% του πλήθους των εισιτηρίων με αξία».

Ας δούμε τώρα τι μας λέει και μάλιστα σε πανηγυρικό, πλην κυνικό, τόνο το Υπουργείο Πολιτισμού.

Μας δηλώνει ότι δεν έχει σημασία που κόπηκαν λιγότερα εισιτήρια, που δηλαδή λιγότεροι άνθρωποι επισκέφθηκαν αρχαιολογικούς χώρους και μουσεία. Δεν μπαίνει καν στον κόπο να εκφράσει έστω ανησυχία.

Σημασία έχει ότι αυξήθηκαν τα έσοδα, τα οποία προφανώς εμφανίζονται αυξημένα ύστερα από το υπερδιπλασιασμό της τιμής των εισιτηρίων, όπου σε πολλές περιπτώσεις έφτασε και το 200%. Αυξήσεις οι οποίες πλήττουν κυρίως τη φτωχοποιημένη ελληνική οικογένεια, την οποία αποκλείουν από την ελεύθερη πρόσβαση στο δημόσιο και κοινωνικό αγαθό της πολιτιστικής κληρονομιάς.

Πρόκειται για επιτομή της απαξίωσης του παιδευτικού χαρακτήρα των μνημείων, της απόλυτης εμπορευματικής αντίληψης για τη διαχείριση της κληρονομιάς, για αποθέωση του αγοραίου, εισπρακτικού χαρακτήρα της λειτουργίας τους στον οποίο καταδικάζονται προκειμένου να εξυπηρετήσουν τις αναδιαρθρώσεις τους συστήματος.

Υιοθετώντας, εξάλλου, την διάκριση των αρχαιολογικών χώρων σε σημαντικούς και λιγότερο σημαντικούς, διάκριση που δεν είναι αποδεκτή από κανέναν ειδικό και επιστήμονα, επιλέγει να ενημερώσει για τις εισπράξεις στους μεγάλους χώρους της Αθήνας, αγνοώντας επιδεικτικά τi συμβαίνει στα μικρά μουσεία της περιφέρειας, εκεί δηλαδή που ο τουρισμός είναι περιορισμένος, αλλά που θα μπορούσαν να είναι κοιτίδες πολιτισμού για τον ντόπιο πληθυσμό. Και επιπλέον διατυπώνει, επίσης με κυνικό τρόπο, ότι στους αρχαιολογικούς χώρους της Αθήνας αυξήθηκαν τα εισιτήρια με «αξία». Προφανώς, τα άλλα, τα ελευθέρας, είναι ανάξια λόγου. Είναι ανάξιο λόγου να μετρηθεί πόσα σχολεία επισκέφθηκαν μουσεία, πόσα παιδιά συμμετείχαν σε εκπαιδευτικά προγράμματα, πόσοι άνθρωποι ευπαθών κοινωνικών ομάδων είδαν μία έκθεση, πόσοι πολύτεκνοι πήγαν στο μουσείο με τα παιδιά τους, πόσες μονογονεϊκές οικογένειες. Είναι ανάξιο λόγου να μετρηθεί ακόμα και η ελεημοσύνη της, με όρους και προϋποθέσεις, ελεύθερης πρόσβασης στην πολιτιστική κληρονομιά, ενώ θα έπρεπε να είναι ελεύθερη σε όλους χωρίς καμία προϋπόθεση και υποσημείωση.

Να υποθέσουμε ότι εκείνοι που «δεν έχουν το πιάτο φαΐ και τη στέγη πάνω απ’ το κεφάλι τους» (Αρ. Μπαλτάς στις Προγραμματικές Δηλώσεις της κυβέρνησης) δεν «απόλαυσαν» και δεν «προβληματίστηκαν» για «τους δικούς μας πολιτιστικούς θησαυρούς». Είναι φανερό ότι δεν μετρήθηκαν ούτε τα μεγέθη τους δικού τους πολιτικού κυνισμού όταν ανακοίνωναν ότι θα εξασφαλίσουν ελεύθερη πρόσβαση στα μουσεία για τους άστεγους!

Ετικέττες: , , ,

Διαφήμιση

Ekdoseis Topos

Διαφήμιση

Τα σχόλια δεν είναι διαθέσιμα

Άποστολή άρθρου μέσο Email