Απόψεις Ιστορία

Τον πάπα θα καλέσετε μωρέ για τις εκδηλώσεις των 200 χρόνων από το 1821;

Η είδηση είναι γνωστή: Ο Μητσοτάκης εκτός από την πανδημία κουβέντιασε με τον αρχιεπίσκοπο και το ζήτημα της πρόσκλησης στον πάπα Φραγκίσκο να έρθει στην Ελλάδα στο πλαίσιο των εκδηλώσεων για τα 200 χρόνια από την Επανάσταση του 1821. Για την κυβέρνηση η υπόθεση αυτή θεωρείται πολύ σημαντική. Τoν Οκτώβριο του 2019, όταν ο Δένδιας είχε πάει στο Βατικανό το είχε θίξει το ζήτημα αυτό στις συναντήσεις που είχε με τον ίδιο τον πάπα και τον εξ απορρήτων του αρχιεπίσκοπο Έντγκαρ Πένια Πάρα.

Ο πάπας Φραγκίσκος δέχεται τον Νίκο Δένδια.

Νύξη έγινε και στην τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον πάπα και η πρόεδρος της Δημοκρατίας με αφορμή την απόφαση του Ερντογάν να μετατρέψει την Αγία Σοφία σε τζαμί. Όμως ο πάπας εκτός από κρατικός ηγέτης ( μην ξεχνάμε ότι το Βατικανό είναι και  κράτος) είναι και εκκλησιαστικός και για να έρθει χρειάζεται να συμφωνήσει και η Εκκλησία της Ελλάδος. Κι εδώ αρχίζουν τα δύσκολα. Ο Ιερώνυμος είπε στο Μητσοτάκη πως αν έρθει ο πάπας, και μάλιστα σε μέρες πανδημίας, θα υπάρξουν ισχυρές αντιδράσεις από πολλούς μητροπολίτες και επιφυλάχθηκε να κουβεντιάσει το θέμα στην Ιερά Σύνοδο .  

Ο μητροπολίτης Πειραιώς Σεραφείμ, ο πρώτος που βγήκε στα κάγκελα για το ενδεχόμενο επίσκεψης του πάπα στην Ελλάδα, εν μέσω πανδημίας.

Ήδη ο πρώτος που βγήκε στα κάγκελα είναι ο μητροπολίτης Πειραιώς Σεραφείμ και αναμένονται και άλλοι που προς το παρόν περιορίζονται στην γκρίνια στις μεταξύ τους συζητήσεις, αλλά είναι ζήτημα ημερών να βγουν κι αυτοί ανοιχτά αν τελικά σταλεί πρόσκληση στον πάπα. Και, βεβαίως, όλα υπό την αίρεση να  μπορέσει να έρθει, γιατί μην ξεχνάμε πως μόλις πριν λίγα εικοσιτετράωρα ο πάπας έκανε επέμβαση στο παχύ έντερο.  

Η Ιστορία και η πολιτική 

Μέχρι εδώ και ειδικότερα, όσον αφορά το θέμα της Εκκλησίας, δεν θα μπούμε στις ταλμουδικές αιτιάσεις τους (τα ταλμούδ ήταν  εβραϊκές προσευχές που τις ήξεραν μόνο οι αρχιερείς για να πιστεύει , να μην καταλαβαίνει και να ερευνά το πόπολο). Αυτά είναι παπαδίστικες δουλειές και δεν μας πέφτει λόγος. Θα σταθούμε, όμως,  στην  πολιτική πλευρά του ζητήματος. Και κει μας πέφτει και μας παραπέφτει λόγος,. Με ποια αιτιολογία θα καλέσουν τον πάπα ως  κεντρικό πρόσωπο στο φόντο των γιαννοαγγελοπουλικών καρακιτσάτων εκδηλώσεων για το 1821; Ως εκπρόσωπο μιας κρατικής οντότητας που στάθηκε εχθρική απέναντι στην Επανάσταση; Ως εκπρόσωπο μιας πανίσχυρης εκκλησιαστικής οντότητας οι εκπρόσωποι της οποίας (ξένοι αρκετοί απ’ αυτούς) στα νησιά του Αιγαίου, όπου υπήρχε συμπαγής όγκος ρωμαιοκαθολικών ελλήνων πολέμησαν ανοιχτά μαζί με τους κοτζαμπάσηδες τον αγώνα του ’21; Λίγη ιστορία δεν έχουν διαβάσει; Έστω και σε περίληψη. 

Εντάξει, εκεί στην κυβέρνηση οι απόφοιτοι του Χάρβαρντ, του Κολάμπια  και του Καίμπριτζ πού να βρουν χρόνο να διαβάσουν για την ιστορία αυτού του βασανισμένου λαού.

Εδώ ο Μητσοτάκης πιστεύει ότι δεν έγινε Εμφύλιος στην Κρήτη. Και το είπε μάλιστα ο αθεόφοβος καμαρωτός καμαρωτός στον… Κουτσούμπα! Τι ζητάς κι από ποιους τα γυρεύεις… 

Αμ’ η πρόεδρος της Δημοκρατίας και οι συμβουλάτορες της δεν ήξεραν, δεν γνώριζαν, δεν ρώτησαν; Ένα βιβλίο δεν άνοιξαν; 

Να καλέσουμε τον πάπα και να τον τιμήσουμε γιατί; Γι’ αυτά που έκαναν οι προκάτοχοί του; 

Η «καρμπονάρικη Επανάσταση» και το Βατικανό 

Όλοι αυτοί λίγο να το έψαχναν θα μάθαιναν έστω και ένα ψήγμα της αλήθειας για τα όσα έγιναν τότε. Και η αλήθεια είναι αμείλικτη: Το Βατικανό και οι εκπρόσωποί του καταδίκασαν και πολέμησαν την Επανάσταση, ως καρμπονάρικη και απειλή για τις μοναρχίες της εποχής. Και εξηγούμαστε: 

Τον Οκτώβριο του 1822 άρχισε  το συνέδριο της Βερόνας με τη συμμετοχή των κυριότερων μοναρχών της εποχής και  υπουργών Εξωτερικών. Στο συνέδριο αυτό τον πάπα Πίο Ζ΄ εκπροσωπούσε ο καρδινάλιος Τζουζέπε Στίνα. 

Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος.

Όταν μαθεύτηκε στην Ελλάδα η σύγκληση του συνεδρίου ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος αποφάσισε να σταλεί ελληνική αντιπροσωπεία εφοδιασμένη με υπόμνημα προς το συνέδριο στον οποίο εξηγούνταν οι σκοποί του επαναστατημένου λαού και η ανάγκη δικαίωσης του αγώνα. Ακόμη υπήρχαν δύο ακόμη υπομνήματα. Ένα προς τον τσάρο Αλέξανδρο Α ΄ και ένα «ικετήριο» προς τον πάπα. 

Μέλη της αντιπροσωπείας ορίστηκαν ο κεφαλλονίτης και κόμης υπουργός της Αστυνομίας Α. Μεταξάς και ο γιατρός συγγραφέας και φιλόσοφος Ν. Πίκκολος που μόλις είχε επιστρέψει από το Παρίσι. Όμως ο Πίκκολος αρρώστησε και τη θέση του πήρε ο γάλλος φιλέλληνας κόμης συνταγματάρχης  Φιλίπ Ζουρνταίν. Η αντιπροσωπεία έφτασε στην Αγκώνα, που αποτελούσε παπικό έδαφος, στις 24 Οκτωβρίου.  

Ο κόντες Ανδρέας Μεταξάς. Αργότερα ηγήθηκε του «ρωσικού» κόμματος και έγινε πρωθυπουργός ένα διάστημα τη διετία 1843-1844.

Ο Μεταξάς έστειλε αμέσως τα υπομνήματα στον τσάρο και τον πάπα. Έστειλε ακόμη και ένα άλλο υπόμνημα στον αντιπρόσωπο της Γαλλίας μαρκήσιο Καραμάν. Και από τους τρεις δεν πήρε ευνοική απάντηση. 

Ωστόσο παρασκηνιακά ο πάπας ανέθεσε στον γραμματέα της Αγίας Έδρας  καρδινάλιο Ε. Κονσάλβι να έρθει σε επαφή με τον Μεταξά. 

Και η υπαγωγή στο Βατικανό στο παιχνίδι 

Στο υπόμνημα που έφερε μαζί του ο Μεταξάς αναφέρονταν και η ετοιμότητα της ελληνικής Πολιτείας να θέσει τη χώρα στην εκκλησιαστική δικαιοδοσία του πάπα ( μην ξεχνάμε πως εκείνες τις μέρες είχε εκ των πραγμάτων κοπεί οποιαδήποτε σχέση με το πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης): 

« Η Ελλάς ας απαλλαχθεί επί τέλους της ταπεινωτικής καταστάσεως, εις την οποίαν οι εχθροί του χριστιανικού ονόματος κατεδίκασαν αυτήν (…) Αναλαμψάτω επί τέλους και η της ευτυχίας ημέρα, υπό την σκέπην της υμετέρας Μακαριότητος». 

Ακόμη σε γράμμα του προς τον Πίο Ζ΄στις 13 Νοεμβρίου ο Μεταξάς ανέφερε και τα εξής: 

« …Εις τον αγιώτατον όμως των ποιμένων του Ιησού Χριστού επεφυλλάσετο η προς απολύτρωσιν των χριστιανών της Ανατολής από τον Οθωμανικόν ζυγόν ευκαιρία (…) Η πρόνοια διηύθυνε τα βήματα ημών προς την χώραν της Υμετέρας Παναγιότητος…». 

Επίσης στις 13 Δεκεμβρίου οι εκπρόσωποι της Ελλάδας σε γράμμα τους προς τον καρδινάλιο Κονσάλβι χαρακτήριζαν τον πάπα «κοινόν πατέρα των πιστών και αρχηγόν της χριστιανικής θρησκείας». 

Για να ενισχύσει το έργο του Μεταξά και να πειστεί ο πάπας να βοηθήσει τους έλληνες στάλθηκε και μια νέα πρεσβεία από τον Παλαιών Πατρών Γερμανό και το Γ. Μαυρομιχάλη. Η νέα πρεσβεία είχε εντολή να διαπραγματευθεί την «ένωση των Εκκλησιών»  και σε αντάλλαγμα ο πάπας να μεσολαβήσει υπέρ των ελλήνων στους ευρωπαίους μονάρχες. Όμως όταν έφτασαν στην Αγκώνα ο Γερμανός και ο Μαυρομιχάλης ο πάπας αρνήθηκε να τους δεχθεί. 

Ο Γιάνης Κορδάτος γράφει στην Ιστορία του σχετικά με τα παραπάνω: 

«…Η ελληνική κυβέρνηση από τη μια μεριά με κάθε τρόπο ήθελε να κολακέψει τον πάπα και να τον κάνει να ενδιαφερθεί για τον ελληνικό αγώνα και από την άλλη να δείξει στον τσάρο, που δεν έπαυε να διαδηλώνει πως ήταν προστάτης της ορθόδοξης ανατολικής Εκκλησίας , ότι οι ορθόδοξοι Έλληνες αναγνώριζαν τώρα θρησκευτικό αρχηγό και προστάτη τον πάπα». 

Βεβαίως μπροστά σε όλα αυτά υπήρχε και ένα μεγάλο εμπόδιο. Μια υπαγωγή στον πάπα θα είχε ως προϋπόθεση  την αναγνώριση των αποφάσεων της «Συνόδου της Φλωρεντίας» του 1439 για την ένωση των Εκκλησιών. Όμως μια τέτοια ομολογία θα ‘βρισκε μπροστά της την εξέγερση του απλού λαού που θεωρούσε τους ρωμαιοκαθολικούς αιρετικούς.  

Αδαμάντιος Κοραής: «Θα μπείτε  εις τον ζυγόν χριστιανικής δυναστείας»…

Χαρακτηριστική ήταν  η αντίδραση του Κοραή ο οποίος σε γράμμα του στον Μαυροκορδάτο: «…Απορώ διότι ο κόμης γράφει προς τον Αγιώτατον πατέρα της Ρώμης ότι το γένος των Γραικών είναι έτοιμον να υποβάλη τον αυχένα του εις τον ζυγόν καμίας χριστιανικής δυναστείας…». 

Ο Πίος Ζ΄ που  ήταν αλεπού,  μανούλα στους ελιγμούς και οπαδός της αρχής «εν τη παλάμη και ούτω βοήσωμεν» βρήκε άλλο μονοπάτι. 

Το «Τάγμα του Αγίου Ιωάννου της Ιερουσαλήμ» 

Και αντί να πιστεύει υποσχέσεις που μπορεί να μην είχαν αντίκρυσμα, άρπαξε την ευκαιρία που του έδωσαν  οι έλληνες αντιπρόσωποι οι οποίοι  είχαν εξουσιοδότηση να του προφέρουν για να τον δελεάσουν, ένα νησί του Αιγαίου για να για εγκατασταθεί η διοίκηση του «Τάγματος του Αγίου Ιωάννου της Ιερουσαλήμ». 

Ο πάπας Πίος ο Ζ΄.

Το τάγμα αυτό το αποτελούσε ένα μπουλούκι αδίστακτων τυχοδιωκτών που ξεκίνησε σαν ένα μοναχικό τάγμα για να καταλήξει σε μια συμμορία που αναλάμβανε όλες τις βρώμικες στρατιωτικές δουλειές για λογαριασμό του πάπα. Ιδρύθηκε με παπική βούλα το 1113, αρχικά έδρασε στην Παλαιστίνη και τους Αγίους Τόπους, στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στη Ρόδο και μετά στην Κύπρο. Όταν οι οθωμανοί  κατέλαβαν το νησί, η έδρα του μεταφέρθηκε στη Μάλτα (1530). 

Έβαλε λοιπόν ο πάπας τον αρχηγό των «Ιωαννιτών» να αρχίσει διαπραγματεύσεις με τον Μεταξά. Στόχος της κορυφής των ρωμαιοκαθολικών ήταν με βάση μερικά νησιά του Αιγαίου να αυξήσει την επιρροή της στο Αιγαίο, σαν ένα πρώτο βήμα για την επιβολή της δυτικής κυριαρχίας στην Ανατολή. 

Το έμβλημα των Ιωαννιτών ιπποτών.

Οι συζητήσεις των Ιωαννιτών με τον Μεταξά κατέληξαν σε μια αρχική συμφωνία για την οποία η ελληνική Διοίκηση δεν είχε ενημέρωση. Η συμφωνία προέβλεπε την παραχώρηση της Ρόδου της Καρπάθου και της Αστυπάλαιας. Η όρεξη όμως των Ιωαννιτών άνοιξε και ζήτησαν ακόμη να τους δοθούν η Νάξος, η Πάρος και η Σίφνος. Ακόμη και την Κρήτη έφτασαν να βάλουν στο τραπέζι, για να βοηθήσουν τάχα μου στην απελευθέρωσή της. Ο Μαυροκορδάτος όταν διάβασε το κείμενο της συμφωνίας διαμαρτυρήθηκε για την πρωτοβουλία του Μεταξά , αλλά όπως προκύπτει από γράμμα του στον Ι. Ορλάνδο το Νοέμβριο του 1823 παραδεχόταν ότι δεν «συμφέρει εις την Ελληνικήν Διοίκησιν ν’ απορρίψη δια μιάς το πρόβλημα του Τάγματος, ούτε πάλιν να το δεχθή αμέσως». 

Κι ενώ έμενε σε εκκρεμότητα η τελική επικύρωση της συμφωνίας και οι κουβέντες συνεχίζονταν προέκυψε ο εγγλέζικος δάκτυλος. Η ελληνική αντιπροσωπεία που βρισκόταν στο Λονδίνο για τη σύναψη του (ληστρικού) δανείου ενημέρωσε το Μαυροκορδάτο ότι η εγγλέζικη κυβέρνηση αποδοκιμάζει τη συμφωνία. 

Αντίδραση υπήρξε και από την πλευρά της τσαρικής Ρωσίας που φοβόταν μη χάσει την ετικέτα του τάχα μου «προστάτη των ορθοδόξων». Κι έτσι η συμφωνία πάγωσε και ο πάπας ειδοποίησε τον Μεταξά να «εγκαταλείψει αμέσως την παπικήν επικράτειαν».  

Η Επανάσταση στα νησιά με καθολικούς πληθυσμούς 

O Γιάνης Κορδάτος στην Ιστορία του γράφει για τις Κυκλάδες όπου υπήρχαν συγκεντρωμένοι ρωμαιοκαθολικοί στη Σύρο, Τήνο, Νάξο και Θήρα οι οποίοι βρίσκονταν υπο την προστασία της Γαλλίας: 

«Στα νησιά αυτά οι καραβοκυραίοι ήταν λίγοι και ο πιο πολύς πληθυσμός ήταν φτωχαγρότες. Κι ακόμα πρέπει να σημειώσω πως σε μερικά από τα νησιά των Κυκλάδων οι κάτοικοί τους ήταν απόγονοι των Βενετσάνων , Γενοβέζων και Φράγκων. Γι’ αυτό στα νησιά αυτά που όπως ξέρουμε τα κυβέρνησαν πολλά χρόνια οι δυτικοί, επικρατούσε το δυτικό φεουδαρχικό σύστημα και οι λαικές μάζες βρίσκονταν σε μεγάλη εξαθλίωση. 

Από τα χρόνια της φραγκοκρατίας oι δυτικοί καλλιέργησαν στους δικούς τους το μίσος κατά των ορθοδόξων-Ελλήνων. Η ίδια προπαγάνδα συνεχίστηκε και στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Γι’ αυτό και οι πιο πολλοί δυτικοί ( καθολικοί) νησιώτες ήταν τουρκόφιλοι. Μέσα τους φώλιαζε η ελπίδα πως μια μέρα, όταν οι Τούρκοι διωχτούν από την Ανατολή, τα νησιά του Αιγαίου και η Ανατολή θα ξαναγίνουν φραγκικές κτήσεις». 

Όπως οι έλληνες κοτζαμπάσηδες έτσι και οι ρωμαιοκαθολικοί αντιμετώπισαν με εχθρότητα τον αρμοστή Κ. Μεταξά που στάλθηκε για να συγκεντρώσει τρόφιμα και χρήματα. Περιγράφει ο ίδιος στα «Ιστορικά Απομνημονεύματά» του το πώς τον υποδέχτηκαν στη Νάξο: 

« … Κατά δυστυχίαν όμως εν Νάξω ευρίσκοντο πολλοί του δυτικού δόγματος ίσως δε και οι πλουσιώτεροι, οίτινες ήσαν άσπονδοι εχθροί της επαναστάσεως (…) Μόλις προσωρμίσθημεν με εν πλοίον (…) ετύχομεν καλής υποδοχήςεκ μέρους των ορθοδόξων Ελλήνων, δυτικοί όμως ουδόλως παρουσιάσθησαν ενώπιόν μας». 

Στη Σαντορίνη, όταν εμφανίστηκε ο αιγυπτιακός στόλος του Μεχμέτ Αλή οι ορθόδοξοι κοτζαμπάσηδες μαζί με πιστούς του δυτικού δόγματος κατέβασαν την ελληνική σημαία. Μάλιστα έπιασαν και τον Μεταξά και θα τον έδιναν στους τούρκους αν δεν προλάβαινε ένας κεφαλονίτης καπετάνιος να τον φυγαδεύσει με το καράβι του. 

Ουδέτερη στάση τήρησαν και οι δυτικοί της Σύρου που επικαλέστηκαν τη γαλλική προστασία, ενώ κάποιοι από αυτούς, όπως γράφει ο Κορδάτος, διέπρεψαν στη μαύρη αγορά. 

Παπαφλέσσας: «…επιβάλλομεν καθ’ όλην την αυστηρότητα της Δικαιοσύνης, να πληρώσουν απροφασίστως και χωρίς αντιλογίας το δέκατον και τας λοιπάς νομίμους συνεισφοράς ως και οι Έλληνες».

Οι αντιδράσεις αυτές και η άρνηση να συνεισφέρουν στον αγώνα υποχρέωσε τον Παπαφλέσσα που ήταν υπουργός Εσωτερικών να συντάξει τον Ιούνιο του 1823 προκήρυξη προς τους καθολικούς των νησιών στην οποία αφού ανέφερε ότι για την ελληνική Πολιτεία δεν υπάρχουν θρησκευτικοί διαχωρισμοί και οι πεποιθήσεις όλων είναι σεβαστές προειδοποιούσε: 

«… Εάν όμως τινές από σας αναισθητούντες εις τον φυσικόν νόμον του εθνισμού και κωφεύοντες εις την ιεράν φωνήν της Πατρίδος, προφασίζονται τάχα , ότι επειδή είναι της Δυτικής Εκκλησίας χριστιανοί , διά τούτο μόνον έπεται να είναι μέλη του Γαλλικού Έθνους, του Αυστριακού (…) τους τοιούτους, ως παραλογιζόμενους, αφίνομεν κατά το παρόν εις την αναισθησίαν και κουφότητά των, έως να έλθωσιν εις αίσθησιν. Συγχρόνως όμως τους επιβάλλομεν να γνωρίσουν τα χρέη των. Δεν καταδέχονται να είναι Έλληνες; Ας μην είναι. Ας είναι ξένοι. Πάλιν ως ως ξένους τους επιβάλλομεν να γνωρίσουν , ότι υπόκεινται και αυτοί εις τον περί εθνικών δικαιωμάτων νόμον απαράλλακτα, ως και οι Έλληνες, διότι και αυτοί κατοικούσιν ελληνικήν γην. Τα εθνικά δικαιώματα δεν ανάγονται εις υποκείμενα, αλλ’ εις την γην (…) Τούτους λοιπόν τους κατ’ οικείαν θέλησιν αποξενουμένους επιβάλλομεν καθ’ όλην την αυστηρότητα της Δικαιοσύνης , να πληρώσουν απροφασίστως και χωρίς αντιλογίας το δέκατον και τας λοιπάς νομίμους συνεισφοράς ως και οι Έλληνες»… 

Eνδεικτική βιβλιογραφία: 

–Γιάνη Κορδάτου «Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας», τόμος Χ, εκδόσεις 20ος αιώνας. 

–Κωνσταντίνου Μανίκα «Σχέσεις Ορθοδοξίας και Ρωμαιοκαθολικισμού στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια της Επαναστάσεως (1821-1827)-Συμβολή στην Εκκλησιαστική Ιστορία της Ελλάδος», Αθήνα 2002. 

–Ιωάννη Ασημάκη «Η πορεία των σχέσεων Ελλάδος- Αγίας Έδρας 1820-1980», Θεσσαλονίκη 2007. 

(Επισκέψεις: 1.876 φορές, όπου 1 ημερήσιες)

Σχετικά Άρθρα

Ημεροδρόμος

Ημεροδρόμος

Send this to a friend