Just in

Όλα τα νέα
Imerodromos logo
 

Η πραγματική φύση της ελληνικής γλώσσας — του Δημήτρη Καλαμπούκα

Ακούγεται πολύ συχνά στο δημόσιο διάλογο και σε ιδιωτικές συζητήσεις, σα να πρόκειται για την πιο κοινότοπη και αυταπόδεικτη αλήθεια, ότι η ελληνική είναι η μόνη «νοηματική» ή «εννοιολογική» γλώσσα του κόσμου, στην οποία η σχέση μεταξύ του σημαίνοντος (της λέξης) και του σημαινομένου (της έννοιας, της ιδέας, της κατάστασης, του πράγματος κτλ.) είναι δήθεν «φυσική», «πρωτογενής» και αιτιώδης, ενώ σε όλες τις άλλες γλώσσες –οι οποίες αποκαλούνται «σημειολογικές» ή «ηχητικές»– είναι αυθαίρετη και συμβατική.

Πρόσθεσε τον Ημεροδρόμο στην Google

Ο Κοινωνιογλωσσολόγος & Ιστορικός γλωσσολόγος, Δημήτρης Καλαμπούκας, μας έστειλε ένα ακόμα άρθρο το οποίο αναφέρεται σε σύγχρονα γλωσσικά ζητήματα:

 

Η πραγματική φύση της ελληνικής γλώσσας

 

του Δημήτρη Καλαμπούκα

 

Ακούγεται πολύ συχνά στο δημόσιο διάλογο και σε ιδιωτικές συζητήσεις, σα να πρόκειται για την πιο κοινότοπη και αυταπόδεικτη αλήθεια, ότι η ελληνική είναι η μόνη «νοηματική» ή «εννοιολογική» γλώσσα του κόσμου, στην οποία η σχέση μεταξύ του σημαίνοντος (της λέξης) και του σημαινομένου (της έννοιας, της ιδέας, της κατάστασης, του πράγματος κτλ.) είναι δήθεν «φυσική», «πρωτογενής» και αιτιώδης, ενώ σε όλες τις άλλες γλώσσες –οι οποίες αποκαλούνται «σημειολογικές» ή «ηχητικές»– είναι αυθαίρετη και συμβατική. Άλλοτε πάλι προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι τα γλωσσικά σημεία της ελληνικής δε χωρίζονται καν σε σημαίνον και σημαινόμενο ή ότι οι δύο αυτές όψεις τους ταυτίζονται, επειδή το σημαινόμενο των ελληνικών λέξεων είναι «αυτονόητο» και «ενσωματωμένο». Ένθερμοι υποστηρικτές και «σταυροφόροι» αυτής της αντίληψης δεν είναι μονάχα γραφικοί θαμώνες περιθωριακών ελληνοκεντρικών χώρων, αλλά και καθ’ όλα ευυπόληπτοι και σοβαροφανείς εκπαιδευτικοί (όχι μόνο φιλόλογοι), ιστορικοί, νομικοί, θεολόγοι, κληρικοί, φιλόσοφοι, διανοούμενοι, καλλιτέχνες, θετικοί επιστήμονες, μαθηματικοί, φυσικοί, μηχανικοί, τεχνολόγοι, γιατροί, δημοσιογράφοι, πολιτικοί, μέχρι και καθηγητές πανεπιστημίου ή ακαδημαϊκοί όλων των ειδικοτήτων. Πώς κατέληξαν σ’ αυτό το συμπέρασμα; Μια πρώτη απάντηση μας δίνουν διατυπώσεις όπως: “Στα αγγλικά ο τύπος geography δε σημαίνει τίποτα [sic], ενώ στα ελληνικά η λέξη γεωγραφία παραπέμπει άμεσα στο σχετικό αντικείμενο, αφού εμπεριέχει τα γη και γράφω· ανάλογη πρωτογένεια παρατηρείται σε όλες τις λέξεις της ελληνικής γλώσσας”. Δεδομένης αυτής της μοναδικής της ιδι(αιτερ)ότητας, υποτίθεται πως οι «προχωρημένοι» υπολογιστές «νέας γενιάς» αναγνωρίζουν μόνο την αρχαία ελληνική ως «μη οριακή» γλώσσα με «μαθηματική δομή» που μπορεί να απεικονιστεί «αρμονικά γεωμετρικά» με «ολοκληρώματα» και «τέλεια σχήματα παραστατικής», ενώ η αγγλική είναι γι’ αυτούς «ακατάλληλη» και «προβληματική» γλώσσα, πως το CNN διανέμει παγκοσμίως ένα οπτικοακουστικό πρόγραμμα ηλεκτρονικής εκμάθησης της ελληνικής υπό το όνομα «Hellenic Quest», το οποίο αναπτύχθηκε από τον τεχνολογικό κολοσσό Apple και προορίζεται σε πρώτη φάση για αγγλόφωνους και ισπανόφωνους, πως κορυφαίοι άγγλοι, αμερικανοί ή ακόμη και ιάπωνες επιχειρηματίες κυρίως στο χώρο της πληροφορικής και της υψηλής τεχνολογίας παρακινούν τα ανώτερα στελέχη τους να μάθουν αρχαία ελληνικά, η γνώση των οποίων έχει «αποδειχτεί» ότι τονώνει τις ηγετικές ικανότητες και την αποτελεσματικότητα στην οργάνωση και διοίκηση των επιχειρήσεων, ενώ χωρίς αυτά δε θα μπορούσαν τάχα να προωθηθούν και να εξελιχθούν οι επιστήμες, η τεχνολογία, η φιλοσοφία και ο παγκόσμιος πολιτισμός [δες ενδεικτικά Νίκος Σαραντάκος: “Γλώσσα μετ’ εμποδίων: Συμβολή στη χαρτογράφηση του γλωσσικού ναρκοπεδίου”, Αθήνα 2007: Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, σσ. 38-55, “Μύθοι και πλάνες για την ελληνική γλώσσα”, Αθήνα 2019: Εκδόσεις Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου, σσ. 12-23, καθώς και το προηγούμενο άρθρο μου στον Ημεροδρόμο με τίτλο “Η ανατομία των γλωσσικών μύθων” (23/1/2024)].

Αλλά ας κάνουμε για λίγο το συνήγορο του διαβόλου, προκειμένου να διεισδύσουμε βαθύτερα στο σκεπτικό της αρχικής παραδοχής. Ας υποθέσουμε λοιπόν ότι λέξεις όπως αλλοδαπός, αξιόπλοος, βατραχάνθρωπος και ύφαλος καταδεικνύουν το «νοηματικό» χαρακτήρα της ελληνικής γλώσσας, εφόσον στην πρώτη όλοι αναγνωρίζουμε την αντωνυμία άλλος και την ονοματική κατάληξη -ος, η οποία επαναλαμβάνεται και στα τέσσερα παραδείγματα, με την παρεμβολή ενός αδιαφανούς τεμαχίου -δαπ-, στη δεύτερη το επίθετο άξιος, το συνδετικό φωνήεν -ο- και το θέμα πλο- (που συνδέεται με το ρήμα πλέω, το ουσιαστικό πλους κτλ.), στην τρίτη τα ουσιαστικά βάτραχος και άνθρωπος, ενώ όσοι είναι αρκετά εξοικειωμένοι με τη λόγια παράδοση της ελληνικής μπορούν να αναγάγουν ετυμολογικά το ήδη αρχαίο επίθετο ἄξιος (αρχική σημασία «που ζυγίζει το ίδιο, ισάξιος») στο ρήμα ἄγω «οδηγώ, μεταφέρω, ζυγίζω» και να διακρίνουν στην τελευταία περίπτωση το παραγωγικό πρόθημα υπ(ο)-, το οποίο λόγω της δασείας που ακολουθεί τράπηκε σε υφ-, και το θέμα ἁλ- (του αρχαίου θηλυκού ουσιαστικού ἅλς «θάλασσα»). Τι γίνεται όμως από δω και πέρα; Η σχέση ανάμεσα στη μορφή και τη σημασία των ελάχιστων γλωσσικών στοιχείων στα οποία κατέληξε η ανάλυσή μας καταντάει τόσο σύντομα και άδοξα αυθαίρετη και συμβατική όπως στις υπόλοιπες γλώσσες; Δηλαδή η «πρωτογένεια» της ελληνικής πάει έτσι απλά περίπατο; Όχι βέβαια! Μα για τι μας περάσατε, για τίποτα αλμπάνηδες; Τώρα ενεργοποιούνται άλλα μυθεύματα και δοξασίες για να διασώσουν το εθνικιστικό και αρχαιολατρικό αυτό αφήγημα, το οποίο προϋποθέτει ότι κάποιος αρχικός ονοματοθέτης (π.χ. ο «αρχέγονος Έλλην», το δωδεκάθεο ή ακόμη κι ο χριστιανικός θεός αναδρομικά!) κάθισε και κατασκεύασε συνειδητά τις ελληνικές λέξεις. Πιο συγκεκριμένα, επιστρατεύονται:

 

α) Παρετυμολογίες: Όταν η προέλευση των λέξεων παύει να είναι εμφανής, η οργιώδης φαντασία αφήνεται ελεύθερη να καλπάσει, να συσχετίσει τυχαίες και ασυστηματικές ηχητικές ομοιότητες με κάποιο πραγματικό ή φαντασιακό χαρακτηριστικό του αντικειμένου αναφοράς και να γεννήσει φαιδρά παρετυμολογικά λογοπαίγνια, τα οποία δήθεν εξηγούν το σχηματισμό τους, αδιαφορώντας πλήρως για τους φωνολογικούς, μορφολογικούς, συντακτικούς και σημασιολογικούς κανόνες που διέπουν την ελληνική γλώσσα στην εκάστοτε φάση της ιστορίας της. Αυτή η προκρούστεια και μπακαλίστικη πρακτική έχει τις ρίζες της ήδη στην κλασική αρχαιότητα. Για παράδειγμα, στο διάλογο “Κρατύλος (ἢ περὶ ὀνομάτων ὀρθότητος)” του Πλάτωνα ο Σωκράτης φέρεται να θεωρεί πως (399c, 5-6):

 

“[…] μόνον τῶν θηρίων ὀρθῶς ὁ ἄνθρωπος «ἄνθρωπος» ὠνομάσθη, ἀναθρῶν ἃ ὄπωπε.” = “[…] από τα ζώα μονάχα ο άνθρωπος ονομάστηκε σωστά «άνθρωπος», [δηλαδή] αυτός που εξετάζει προσεκτικά όσα έχει δει.” (η μετάφραση δική μου)

 

Ο απόηχος της παραπάνω παρετυμολογίας φτάνει πλούσια διανθισμένος μέχρι το βυζαντινό λεξικό “Μέγα Ἐτυμολογικόν” (Etymologicum Magnum), το οποίο χρονολογείται κατά το πρώτο μισό του 12ου αιώνα μ.Χ. και φαίνεται να συνιστά πολυσυλλεκτικό συμπίλημα από προγενέστερα λεξικογραφικά έργα, αλλά και εντελώς διαστρεβλωμένος έως τη σύγχρονη ελληνοκεντρική και αρχαιόπληκτη παραφιλολογία. Αναφέρει χαρακτηριστικά το πρώτο:

 

Ἄνθρωπος: Παρὰ [«από»] τὸ ἄνω θρεῖν [για την ακρίβεια, το ρήμα είναι ἀθρεῖν], ἤγουν [«δηλαδή»] ἄνω βλέπειν· μόνος γὰρ τῶν ἄλλων ζῴων ὁ ἄνθρωπος ἄνω βλέπει. Ἢ παρὰ τὸ ἀναθρεῖν ἃ ὄπωπεν, ἤγουν ἀναλογίζεσθαι ἃ εἶδε καὶ ἤκουσε, τῶν ἄλλων ζῴων μὴ λογιζομένων καὶ προνοουμένων. Οὐ γὰρ ἂν ἰχθῦς εἰς κύρτον [«καλάθι ψαρέματος»] εἰσῆλθεν ὁρῶν [«βλέποντας»] ἄλλον κρατούμενον, οὐδὲ ὄρνις [«πουλί»] εἰς λίνα [«δίχτυα»]. Ἢ παρὰ τὸ δρῶ, τὸ βλέπω [φανταστική σημασία των μεταγενέστερων γραμματικών για να ερμηνεύσουν τον άσχετο επικό επιρρηματικό τύπο ὑπόδρα (ἰδών) «(κοιτάζοντας) κάτω από τα φρύδια, λοξά, στραβά, αυστηρά, βλοσυρά»], ἄνδρωπος, καὶ ἄνθρωπος. Ἢ παρὰ τὸ ἄνω ῥέπειν, ἀνώροπός τις ὤν [«επειδή κάποιος είναι *“ἀνώροπος”» (αντί του ἀνώρροπος: μεσαιωνικός τύπος που αντιστοιχεί στο αρχαίο ἀνάρροπος «με κλίση προς τα πάνω, ανασηκωμένος», ελληνιστική σημασία «που τείνει να ανυψώνεται»)]. Ἢ παρὰ τὸ ἔναρθρον ἔχειν τὴν ὄπα, τουτέστι [«δηλαδή»] τὴν φωνήν. Τὰ παρὰ τὸ ὄπα συγκείμενα [«Αυτά που συντίθενται από το ( *)ὄψ» (αρχαίο ποιητικό ουσιαστικό που απαντά μόνο στις πλάγιες πτώσεις του ενικού)], ἅπαντα διὰ τοῦ ω μεγάλου γράφονται· οἷον [«όπως»], μετώπιον, ἐνώπιον [δεν προέρχονται από κει, αλλά από το αρχαίο ) ὤψ (δες πιο κάτω στην ετυμολόγηση του βατραχάνθρωπος)]. Ἢ παρὰ τὸ ἀνθηρὰν ὄπα ἔχειν [κάτι σαν τον παρετυμολογημένο νεοελληνικό τύπο (*)ανθηρόστομος = αθυρόστομος;].”

 

Στο διαδίκτυο κυκλοφορεί τις τελευταίες δεκαετίες η παραφθορά “άνθρωπος = αναθρών οπωπάς (= ο αρθρώνων λόγο)”, η οποία αποτελεί ξεκάθαρη παρερμηνεία, αφού θα έπρεπε να σημαίνει «που παρατηρεί με προσοχή τις όψεις» (αρχαίο ποιητικό ὀπωπή), ενώ όλοι μας έχουμε ακούσει τη χριστιανικής επινόησης αναγωγή στα αρχαία ἄνω + θρῴσκω «αναπηδώ, ορμώ πάνω σε, ανεβαίνω» (δες και Σαραντάκος 2019, σσ. 63-64). Επίσης, στο ίδιο μεσαιωνικό λεξικό διαβάζουμε τα ακόλουθα:

 

Ἀλλοδαπής καὶ Ἀλλοδαπός [στην καλύτερη περίπτωση, μόλις ελληνιστικός ο τύπος σε -ής, -ής, -ές]: Ἀλλοεθνὴς, ξένος· ὁ ἀπὸ ἄλλου δαπέδου, ἤγουν γῆς, ὤν [«αυτός που είναι από άλλο δάπεδο, δηλαδή γη»]. […]” (ακολουθούν απείρου κάλλους φλύαρες ασυναρτησίες και απίστευτα φληναφήματα του βυζαντινού σχολαστικισμού, για να δικαιολογήσουν την παραγωγή του επιθέτου από τη γενική πληθυντικού και όχι από τον ενικό ή το δυϊκό αριθμό της αντωνυμίας ἄλλος, δίχως να μας διευκρινίζουν πώς στο καλό δένει αυτή με το δάπεδον!)

 

Δεν ξέρω αν έχετε ήδη λυθεί στα γέλια, όμως δεν έχουμε πιάσει ακόμα πάτο! Η εκλιπούσα διαβόητη φιλόλογος Άννα Τζιροπούλου-Ευσταθίου το τερμάτισε για πολλοστή φορά, διατεινόμενη ότι ο ἀλλοδαπός “ἀπὸ ἄλλην δᾶ ἔχει τὸν πόδα του” ή –αν προτιμάτε– “ἀπὸ ἄλλην δᾶ ὁ πὸς αὐτοῦ” (με τρελαίνει η σύνταξη του ἀπό με αιτιατική, όπως στη νέα ελληνική, η έλλειψη τελικού στο σπάνιο αρχαίο ποιητικό –μάλλον δωρικό– τύπο τιμητικής προσφώνησης για τη γη και η δωρική μορφή του αρχαίου πούς «πόδι», το οποίο η εν λόγω «φωστήρας» το έγραφε με περισπωμένη). Ε τι πρόβλημα υπάρχει; Όλα δικά μας είναι, ό,τι θέλουμε τα κάνουμε!

 

β) Αυθαίρετες ηχομιμητικές αναγωγές: Μετά την εξάντληση του παρετυμολογικού οίστρου, οι αυτόκλητοι «ερευνητές» της γλώσσας μας αποδίδουν με συνοπτικές διαδικασίες και αφελή «επιχειρήματα» όσες περισσότερες λέξεις επιτρέπει η έμπνευσή τους σε «ονοματοποιία», δηλαδή στη μίμηση κάποιου φυσικού ήχου. Έτσι, δεν αρκούνται σε περιπτώσεις όπως βάτραχος, όπου η απώτερη ηχομιμητική βάση δεν αποκλείεται, αλλά ακόμα και πίσω από τα αρχαία ἄγω και πλοῦς ορισμένοι «γνήσιοι απόγονοι των Αρχαίων Ελλήνων» βλέπουν την κραυγή του βοσκού που σαλαγάει τα πρόβατα (ααγ ααγ· η αρχαία προφορά δεν υποψιάζονται προφανώς ότι θα ήταν [aaɡ aaɡ], όμως εκεί θα κολλήσουμε τώρα; μπορεί ο πανάρχαιος τσοπάνης να ήταν ούγκανο!) και τον ήχο του νερού καθώς αρμενίζουν τα καράβια (πλατς πλουτς) αντίστοιχα. Το τελευταίο μάλιστα το διατυμπάνιζε και ο πασίγνωστος πρώην τηλεπωλητής και νυν αντιπρόεδρος του κυβερνώντος κόμματος και κορυφαίος υπουργός, ο οποίος επίσης άκουγε στο αρχαίο ἅλς το γαλήνιο παφλασμό των κυμάτων στο ακρογιάλι (αααλλςςς αααλλςςς). Δεν πιστεύω να είστε τίποτα «μιξοβάρβαροι» σαν εμένα και να μην το ακούτε ούτ’ εσείς! Το σίγουρο είναι πάντως ότι, σε περίπτωση που του επισημανθεί η ανοησία του πράγματος, θα ισχυριστεί ανερυθρίαστα πως αστειευόταν, όπως το συνηθίζει άλλωστε, ειδικά όταν «αποδεικνύει» με ανάλογη «επιστημοσύνη» ότι η ελληνική γλώσσα θεωρεί τους αριστερούς «γκρινιάρηδες» και «γρουσούζηδες»…

 

γ) Οι θεωρίες της «συναισθησίας των φθόγγων» και του «(μυστικού) κώδικος της ελληνικής γλώσσης»: Το επόμενο στάδιο εισχωρεί στα ελάχιστα τεμάχια της μορφής των γλωσσικών τύπων και προβλέπει ότι ο υποτιθέμενος ονοματοθέτης τους δημιούργησε αξιοποιώντας και συνδυάζοντας κατάλληλα τις «βασικές ιδιότητες» των φθόγγων ή των γραμμάτων (συνήθως υποβόσκει η σύγχυση γλώσσας και γραφής [δες Καλαμπούκας 23/1/2024, παρ. 1)]). Υπό αυτό το πρίσμα, στον προαναφερθέντα διάλογο ο πλατωνικός Σωκράτης συνδέει ορισμένα γράμματα-φθόγγους της αρχαίας ελληνικής με αφηρημένες έννοιες ή συγκεκριμένες σημασίες ως εξής (426c-427d): <Ρ> «κίνηση», <Ι> «μικρό, διαπεραστικό», <Φ> [pʰ], <Ψ> [ps], <Σ> και <Ζ> [zd] «φύσημα, βαθιά αναπνοή», <Δ> [d] και <Τ> «έλλειψη ή διακοπή της κίνησης», <Λ> «ολίσθηση», <Γ> [ɡ] «συγκράτηση της ολίσθησης», <Ν> «εσωτερικότητα», <Α> και <Η> [ɛɛ] «μεγάλο», <Ο> «στρογγυλότητα». Οι νεόκοποι μιμητές του Σωκράτη (Πλάτωνα) παραβλέπουν το περιπαικτικό του ύφος και τον αυτοσαρκασμό με τον οποίο διατύπωνε κι ο ίδιος τις παραπάνω αντιστοιχίσεις, τις παίρνουν απολύτως τοις μετρητοίς και τις επεκτείνουν σε όλα τα γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου εστιάζοντας πλέον κυρίως σ’ αυτά (γιατί όχι; πώς αλλιώς θα διαψευστεί και η πρόδηλη φοινικική καταγωγή τους; μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια…). Ιδού μερικά μόνο παραδείγματα από μία διαδικτυακή εκδοχή της δεύτερης θεωρίας, στην ονομασία της οποίας δε φαίνεται να ενοχλεί καθόλου το ύστερο ελληνιστικό δάνειο κῶδιξ/κώδιξ (& μεσαιωνικές γραφές κώδηξ/κόδιξ) «βιβλίο από συρραμμένα φύλλα παπύρου ή περγαμηνής, νομικό εγχειρίδιο» [λόγιο < λατινικό codex ~ caudex (αρχικές σημασίες «κορμός δέντρου, κομμάτι ξύλου, ξύλινη πινακίδα αλειμμένη με κερί, κατάλληλη για γραφή»)] ως νεότερο σημασιολογικό δάνειο < γαλλικό code: “Α > Αρχική δύναμις (ΑΛΦΑ = αρχικόν ηλιοφώς [έτσι μοιάζει πιο αρχαιοπρεπής ο λαϊκός νεολογισμός (η)λιόφως;])”, “Β > Ενέργεια πάσης φύσεως (ΒΗΤΑ = η ενέργεια που φανερώθηκε και στερεώθηκε)”, “Γ > Το γαιώδες [εσφαλμένη ελληνιστική γραφή αντί γεώδες] σωματίδιον (ΓΑΜΑ [με ένα <μ>, ε; γουστάρω!] = η γή – τό γεμάτο [τόνους, τελικά και μεταγενέστερους ή δημώδεις τύπους βάζουμε επιλεκτικά όπου μας καπνίσει! ρε μπας κι είναι αισχρές συκοφαντίες των «μαλλιαρών» οι κακές γλώσσες που θέλουν το επίθετο μόλις μεσαιωνικό;])”, “Θ > Η θέασις – παν θεώμενον”, “Λ > Για τα ουράνια ο φωτισμός ο ηλιακός, για τα γήινα τα υγρά”, “Ξ > Κ+Σ Το κάτω σε έσω χώρον ή ΚΑΣΑ” [ουάου! ω, ποία αρχαιοελληνική λέξις, ουδόλως νεωτέρα ιταλογενής!], “Π > Το πυρ, το πρώτον στοιχείον – το άνωθεν – το πατρικόν”, “Χ > Τα χοϊκά στοιχεία – η χθων”, “Ω > Ο πλανήτης – γήινος χώρος” [σε τι ακριβώς διαφέρουν τα Γ και Χ; μάλλον κάποια «λεπτή» διάκριση δε θα μπορώ να συλλάβω ο «ανθέλληνας»…]. Τώρα ειλικρινά, τι σόι συμπεράσματα μπορεί να εξαγάγει κανείς για τα παραδείγματά μας βασιζόμενος σε όλ’ αυτά; Ότι το ἄγω υποδηλώνει την αρχική δύναμη που μας ωθεί στο μακρύ ταξίδι πάνω στη γη, κατά το οποίο θα πρέπει να προσέχουμε μη γλιστρήσουμε; Ότι η ηλιόλουστη ἅλς κλείνει μέσα της όλα τα γήινα υγρά, ενώ σφυρίζει σα βαθιά αναπνοή; Ότι ο ἄνθρωπος είναι μεγάλος, δυνατός, με πλούσιο εσωτερικό κόσμο, κέντρο της προσοχής, κινούμενος πάνω στον πλανήτη γη, φλογερός, κι ο πρώτος να πούμε!, ανώτερος και πατρικός ή μήπως πατριαρχικός; Με τα υπόλοιπα παίξτε μόνοι σας, παραιτούμαι…

 

δ) Η «λεξαριθμική» θεωρία: Και φτάνουμε στο πιο φευγάτο ίσως εφεύρημα, σύμφωνα με το οποίο πρώτα επινοήθηκε το ελληνικό αλφάβητο ως σύστημα αρίθμησης και στη συνέχεια πλάστηκε η ελληνική γλώσσα με βάση τις αλγεβρικές εκείνες σχέσεις και ισότητες που περικλείουν όλη τη γνώση και τη σοφία του κόσμου, με δυνατότητες πρόβλεψης ακόμη και του μέλλοντος. Έτσι, κάθε γράμμα αντικαθίσταται από την πρώτη αριθμητική του αξία στο (αρχαιο)ελληνικό σύστημα αρίθμησης –με την κεραία (τονικό σημάδι) πάνω δεξιά– και υπολογίζεται το αριθμητικό άθροισμα κάθε ελληνικής λέξης ή φράσης, δηλαδή ο επονομαζόμενος «λεξάριθμος» (π.χ. άνθρωπος = 1+50+9+100+800+80+70+200 = 1310). Προκειμένου να πετύχουν οι αλχημείες των λεξαριθμιστών, αξιοποιούνται τύποι αρχαΐζοντες, καθαρευουσιάνικοι και νεοελληνικοί σε πρόσφορους συνδυασμούς και ασύμμετρες διατυπώσεις, καθώς και ορθογραφικές παραλλαγές: λ.χ. στη μια πλευρά της εξίσωσης μπορεί να υπάρχει μια αρχαϊστική έκφραση χωρίς άρθρα και στην άλλη μια δημοτικιστική με άρθρα ή να αναμιγνύονται όλα μαζί στην ίδια φράση, ό,τι βολεύει κατά περίπτωση το προκατασκευασμένο συμπέρασμα. Μπαίνοντας κι εγώ στον πειρασμό του «λαθρόχειρα», μπορώ να «αποδείξω» ότι η ελληνική γλώσσα είναι «ρατσίστρια» ή «σοβινίστρια», εφόσον ισχύουν ισοδυναμίες όπως: Άνθρωπος είναι, ε; = 1391 = Λαθρομετανάστης είναι! (αν το θέλετε διαλογικά) ή –ακόμα χειρότερα– Αν δεν είσαι άνθρωπος = 1646 = Είσαι λαθρομετανάστης, ρε! (με τη μορφή υποθετικού λόγου). Ομοίως, όσον αφορά το γνωστότερο πλασιέ του εν λόγω τεχνάσματος, ένα ρομπότ σε διαρκή κρίση αριθμομανίας που παρελαύνει απ’ όλα τα ΜΜΕ (είναι μαϊντανός στα τοπικά, αλλά φιλοξενείται ανά τακτά διαστήματα και σε μεγαλύτερα, μέχρι και στην ΕΡΤ!) και ακούει στο όνομα Ελευθέριος Αργυρόπουλος, ο Σαραντάκος (2019, σσ. 46-47) καταλήγει με τη διαπίστωση ότι: “Αργυρόπουλος = 1524 = Κάποιο λάκκο έχει η φάβα = Όχι άλλο κάρβουνο = Τρία πουλάκια κάθονταν”. Τυχαίο; Δε νομίζω! Εν προκειμένω όντως η ελληνική γλώσσα «προέβλεψε» με απόλυτη ακρίβεια την αλήθεια…

 

Καιρός όμως να βγαίνουμε σιγά-σιγά απ’ όλη αυτή την παράνοια για να δούμε τι πραγματικά ισχύει. Ας ξεκινήσουμε με την επιστημονική ετυμολόγηση των παραδειγμάτων που πήραμε:

 

  • αλλοδαπός: λόγιο διαχρονικό δάνειο < αρχαίο ἀλλοδαπός [allodapós] μάλλον < ἀλλο- [ἄλλος ~ πρωτοελληνικό *ἄλjο-ς (με προχωρητική αφομοίωση λόγω συνίζησης· σύγκρινε αρχαίο κυπριακό τύπο αἶλος) ~ πρωτοϊνδοευρωπαϊκό *hél-i̯o-s (σύγκρινε συνώνυμο λατινικό alius, αγγλικό else κ.ά.π.· στην ίδια βασική ρίζα ανάγεται το λατινικό alter, το αγγλικό other κ.ά.)] -δαπός [από επανανάλυση του πο-δαπός (= ελληνιστικό ποταπός) «από πού;, τι είδους;» ~ πρωτοελληνικό *κϝοδ-ακϝός ~ πρωτοϊνδοευρωπαϊκό *kʷod-n̥kʷós (σύγκρινε αρχαία ἡμε-δαπός «από τη γη μας», παντο-δαπός «από οπουδήποτε, κάθε λογής», τηλε-δαπός «από μακρινό τόπο», ὑμε-δαπός «από τη χώρα σας»)] ή < ἀλλοδ- [~ πρωτοελληνικό *ἀλjο-δ(-) ~ πρωτοϊνδοευρωπαϊκό *hél-i̯o-d (ουδέτερος αντωνυμικός τύπος· σύγκρινε λατινικό aliud «άλλο»)] -απός [~ πρωτοελληνικό *-ακϝό-ς ~ πρωτοϊνδοευρωπαϊκό επίθημα *-n̥kʷo-s (σύγκρινε λατινικό inquus, π.χ. longinquus «μακρύς, εκτενής», propinquus «κοντινός, γειτονικός»)] || -ος: ~ (& λόγιο <) αρχαίο -ο-ς ~ πρωτοϊνδοευρωπαϊκό *os [από κληρονομημένα ονοματικά ή αντωνυμικά θέματα που έληγαν σε *o με την προσθήκη του αρσενικού δείκτη ονομαστικής ενικού *s: λ.χ. αρχαίο ἵππο-ς [híppos] ~ πρωτοελληνικό *ἴ(κ)κϝο-ς (σύγκρινε μυκηναϊκό [Γραμμική Β΄] i-qo, αρχαίο διαλεκτικό ἴκκος [και ως κύριο όνομα Ἴκκος], ανθρωπωνύμια Γλαύκιππος, Λεύκιππος αντί *Γλαύχιππος, *Λεύχιππος) ~ πρωτοϊνδοευρωπαϊκό *héḱu̯o-s «άλογο» (σύγκρινε συνώνυμο σανσκριτικό [αρχαίο ινδικό] áśva-, λατινικό equus κ.ά.π.· η δυσκολία ερμηνείας του αρχικού ἵ- με ανεξήγητη υστερογενή δάσυνση και του διπλού συμφώνου –ο αναμενόμενος τύπος θα ήταν *ἔπος ή *ἔκος ανάλογα με τη μετεξέλιξη των χειλοϋπερωικών φθόγγων ανά διάλεκτο– υποδεικνύει πιθανή επίδραση από άλλη ινδοευρωπαϊκή ή προελληνική γλώσσα), ίσως συγγενές με ρίζα *hohḱu- «γρήγορος» (σύγκρινε συνώνυμο αρχαίο ὠκύς)]

 

  • αξιόπλοος: λόγιο μεταφραστικό δάνειο < αγγλικό seaworthy (ελαφρώς ελεύθερη απόδοση) || άξιος: λόγιο < αρχαίο ἄξιος είτε ~ *ἄκτιος ~ *ἄγτιος ([ɡt] → [kt] → [ks] με υποχωρητική αφομοίωση ηχηρότητας και συριστικοποίηση πριν από το πρόσθιο φωνήεν [i]) < ἄγ- [ἄγω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *heǵ- (σύγκρινε σανσκριτικό ájati «οδηγεί», λατινικά ago «κάνω, δρω», actio «πράξη», agina «οπή στο πάνω μέρος ζυγαριάς, μέσα στην οποία κινείται το γλωσσίδι» κ.ά.π.)] -τι-ος είτε μέσω ενός αμάρτυρου ουσιαστικού *ἄξ[ις] «βάρος» -ιος || πλέω: λόγιο < αρχαίο πλέω [pléɔɔ] ~ πρωτοελληνικό *πλέϝ-ω (σύγκρινε επικό τύπο πλείω) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *pleu̯- «ρέω, κολυμπάω» (σύγκρινε σανσκριτικό plávate «επιπλέω, κολυμπάω», λατινικό pluit «βρέχει», αγγλικό flood «πλημμύρα» κ.ά.π.), από την ετεροιωμένη βαθμίδα της οποίας (*plou̯-) προέκυψε μεταξύ άλλων το αρχαίο αττικό πλοῦς ~ πλόος (με συναίρεση) ~ πρωτοελληνικό *πλόϝ-ος || -ο-: ~ (& λόγιο <) αρχαίο -ο- (αρχικά τερματικό φωνήεν α΄ συνθετικών που το θέμα τους έληγε σε [o], το οποίο ήδη από την αρχαιότητα επαναναλύθηκε ως συνδετικό φωνήεν και προοδευτικά γενικεύτηκε η εφαρμογή του σε όλες τις περιπτώσεις σύνθεσης, ακόμα κι όταν το αρχαίο θέμα του α΄ συνθετικού είναι συμφωνόληκτο ή φωνηεντόληκτο σε -ᾱ-/-η-[ɛɛ]/-ᾰ-)

 

  • βατραχάνθρωπος: λόγιο μεταφραστικό δάνειο < αγγλικό frogman || βάτραχος: ~ αρχαίο βάτραχος [bátrakʰos] μάλλον από προελληνικό γλωσσικό υπόστρωμα, όπως μας δείχνει η μαρτυρούμενη μεγάλη πολυτυπία (σύγκρινε ιωνικά βάθρακος, βότραχος, βρόταχος, αρχαία ή ελληνιστικά διαλεκτικά βλίταχος, βράταχος, βρύτιχος, βύρθακος, αρχαίο ή ελληνιστικό κυπριακό βρούχετος), ή δάνειο από άγνωστη μεσογειακή γλώσσα (σύγκρινε λατινικό botrax «σαύρα», μεσαιωνικό λατινικό bruscus «βάτραχος», παλαιό γαλλικό bruesche, ρουμανικό broască, αλβανικό breshkë «χελώνα», εβραϊκό ṣəp̄ardḗaʿ «βάτραχος», αραβικό ḍafdaʕ), ενώ αρκετά πιθανό φαίνεται το απώτερο ηχομιμητικό υπόβαθρο (σύγκρινε αρχαίο αριστοφανικό βρεκεκεκέξ για τη φωνή του βατράχου, αρχαία ή ελληνιστικά διαλεκτικά βλίκανος, βλίκαρος, βλίχας, αρχαίο ή ελληνιστικό ποντιακό βάβακος, νεοελληνικά ιδιωματικά αφορδακός, βαθρακός, βορθακάς, βόρτακος, μπάκακας, σπορδακάς κ.ά.π.) || άνθρωπος: ~ αρχαίο ἄνθρωπος [ántʰrɔɔpos] ~ πρωτοελληνικό *ἄνθρωκϝος (σύγκρινε μυκηναϊκό a-to-ro-qo) ίσως ~ *ἄνδρωκϝος «που έχει τη μορφή άντρα, ανθρώπου» (με δυσερμήνευτη μεταβολή [ndr] → [ntʰr]· σύγκρινε αρχαία ἀθραγένη, ἀνδράχνη «είδη φυτών») < ἀνδρ- [ἀνήρ «άντρας, άνθρωπος» (με ανάπτυξη [d] μεταξύ φατνιακού ρινικού και «υγρού» συμφώνου στη μηδενισμένη βαθμίδα *ἀνρ- του θέματος) ~ πρωτοϊνδοευρωπαϊκό *hnḗr < εκτεταμένη βαθμίδα της ρίζας *hner- «άντρας, δύναμη, ζωτική ενέργεια»· σύγκρινε σανσκριτικό nṛ́, nā́, nár(a)- «άντρας, άνθρωπος, ήρωας», λατινικό Nero «Νέρωνας», αλβανικό njeri «άντρας, άνθρωπος» κ.ά.] + *ὠκϝ- = αρχαίο ὠπ- (ὤψ «μάτι, πρόσωπο, όψη, εμφάνιση» ~ πρωτοϊνδοευρωπαϊκό *hkʷ-s) -ος (σύγκρινε αρχαίο ή ελληνιστικό δρώψ «άνθρωπος») ή ~ πρωτοϊνδοευρωπαϊκό *hn̥dʰrhōkʷós «που κοιτάζει χαμηλά, ταπεινός» < μηδενισμένη βαθμίδα του *hn̥dʰér «κάτω» (σύγκρινε συνώνυμο αγγλικό under κ.ά.) + εκτεταμένη-ετεροιωμένη βαθμίδα της ρίζας *hekʷ- «βλέπω» (σύγκρινε αρχαία ὄμμα «μάτι» [~ *ὄπ-μα (με υποχωρητική αφομοίωση τρόπου άρθρωσης· σύγκρινε αιολικό τύπο ὄππα) ~ πρωτοελληνικό *ὄκϝ-μα], ὄπωπα «έχω δει», ὄψομαι «θα δω», ὤψ [& σπάνια παραλλαγή ὄψ], λατινικό oculus «μάτι», αγγλικό eye κ.ά.π.) *-o-s (σύγκρινε λατινικό homo «άνθρωπος» ~ πρωτοϊταλικό *hemō ~ πρωτοϊνδοευρωπαϊκό *ǵʰm̥mṓ «γήινος, χωμάτινος» < *dʰéǵʰōm «γη», απ’ όπου και τα αρχαία χαμαί «χάμω», χθαμαλός «χαμηλός», χθών «γη», χῶμα, τα λατινικά humus «έδαφος», nemo «κανείς», το παλαιό λιθουανικό žmuo «άντρας», το γοτθικό και παλαιό αγγλικό guma «άντρας, ήρωας»), ειδάλλως προελληνικής καταγωγής

 

  • ύφαλος: λόγιο διαχρονικό δάνειο < ελληνιστικό (αἱ) ὕφαλοι (πέτραι) [ˈ(h)ypʰaly(y)] (με επανανάλυση του θηλυκού πληθυντικού ως αρσενικού) ή απευθείας < αρχαίο επίθετο ὕφαλος [hýpʰalos] «υποθαλάσσιος» (με ουσιαστικοποίηση) || ὑπό: ~ πρωτοελληνικό *ὐπό (με δάσυνση αναλογικά προς τις υπόλοιπες λέξεις που άρχιζαν από ὑ- [hʉ-]) ~ πρωτοϊνδοευρωπαϊκό *upó < ρίζα *up- «κάτω, από κάτω προς τα πάνω» [σύγκρινε σανσκριτικό úpa «προς, κοντά, κάτω, πάνω», λατινικό sub «κάτω (από), κοντά (σε)», αγγλικό up «πάνω, προς» κ.ά.π.· συγγενή και τα ήδη αρχαία ὕπατος «ανώτατος», ὑπέρ «πάνω (από), πέρα από (το μέτρο), για την υπεράσπιση», ὕπτιος «ξαπλωμένος ανάσκελα», ὕψος] || ἡ ἅλς: ~ πρωτοελληνικό *σάλ-ς ([s] → [h] με εξασθένηση του αρχικού άηχου συριστικού σε τριβόμενο λαρυγγικό/γλωττιδικό φθόγγο πιθανότατα προς το τέλος της περιόδου) ~ πρωτοϊνδοευρωπαϊκό *séhl-s «αλάτι» (σύγκρινε συνώνυμα αρχαία ὁ ἅλς, τὸ ἅλας, λατινικό sal, αγγλικό salt κ.ά.π.· για τη μετωνυμική μετατόπιση της σημασίας σύγκρινε σανσκριτικά salila «φουσκωμένο κύμα νερού», sáras «λιμνούλα, δεξαμενή»)

 

Ενδεχομένως να σας κούρασα με το αράδιασμα τόσο μεγάλου όγκου πληροφοριών, πολλές από τις οποίες έχω επίγνωση πως δεν μπορείτε να τις κατανοήσετε πλήρως, όμως αυτό που θα ήθελα οπωσδήποτε να κρατήσετε είναι ότι η επιστημονική ετυμολογία αποτελεί μια πολύ δύσκολη, απαιτητική και κοπιαστική υπόθεση, γεμάτη αβεβαιότητες, ελλιπή στοιχεία, δυσεξήγητα φαινόμενα και δαιδαλώδεις σκοτεινές ατραπούς, τις οποίες ο ιστορικοσυγκριτικός γλωσσολόγος καλείται να διανύσει με χειρουργική ακρίβεια και προσοχή, σαν τον ιατροδικαστή που πασχίζει να εξιχνιάσει με υπευθυνότητα τι μπορεί να προηγήθηκε του θανάτου ενός ατόμου έχοντας μπροστά του ένα πτώμα πιθανόν σε κακή κατάσταση ή προχωρημένη αποσύνθεση. Τα πορίσματά της προφανώς δεν είναι καθόλου πιασάρικα αλλά μάλλον ανιαρά και δύσπεπτα (πρωτίστως για τους μη ειδικούς), δεν τονώνουν το «εθνικό φρόνημα» και δε μας εκτοξεύουν στα ουράνια, ενώ τους λείπει η έπαρση κι η απόλυτη σιγουριά για τα πάντα, σε αντίθεση με την αγέρωχη ισχυρογνωμοσύνη και την ακλόνητη αυτοπεποίθηση του καφενειακού τσαρλατανισμού, οι εμπειρικές και διαισθητικές συλλήψεις του οποίου δεν αργούν ποτέ να γίνουν βάιραλ σε χρόνο ντετέ, αφού χαϊδεύουν τα αφτιά και εξιτάρουν το θυμικό των μη επιστημονικά και ορθολογικά σκεπτόμενων συμπολιτών μας. Είναι εξάλλου γνωστό στους «φωταδιστές» (όπως μας κοροϊδεύουν οι σκοταδιστικοί κύκλοι…) πως, όταν οι κακώς εννοούμενοι συναισθηματισμοί και οι προκαταλήψεις μπαίνουν από την πόρτα, η λογική φεύγει σφυρίζοντας απ’ το παράθυρο!

 

Βέβαια, οι αρχαιολάγνοι εθνικιστές θα έχουν ήδη βγάλει φλύκταινες με τη χρήση του όρου «πρωτοϊνδοευρωπαϊκό», φωνάζοντας με περισσή αγανάκτηση ότι “η ινδοευρωπαϊκή θεωρία έχει καταρρεύσει”! Όντως, στο παράλληλο σύμπαν που έχουν φτιάξει, όπου “ο πρώτος άνθρωπος πάνω στη γη ήταν Έλληνας”, “η ελληνική είναι η αρχαιότερη, πλουσιότερη, ωραιότερη και λογικότερη γλώσσα του κόσμου”, “οι Αρχαίοι Έλληνες διέθεταν διαστημική τεχνολογία”, “ο Ιησούς ήταν Έλληνας και μιλούσε κι έγραφε στα ελληνικά”, “το ελληνικό DNA είναι ανώτερο απ’ αυτό των άλλων λαών”, “τα εμβόλια και τα σφραγίσματα περιέχουν τσιπάκια νανοτεχνολογίας για να μας παρακολουθεί η «Νέα Τάξη Πραγμάτων», ενώ τα σύγχρονα γενετικά εμβόλια μας αλλάζουν το DNA”, “τα barcode, τα QR-Code, οι τραπεζικές κάρτες και οι νέες ταυτότητες προωθούν το χάραγμα του Αντίχριστου” (κατά τας γραφάς βεβαίως-βεβαίως!), “τα αεροπλάνα μας ψεκάζουν για να είμαστε σε καταστολή και να μην αντιδράμε”, “η πανδημία του κορονοϊού είναι μια τεράστια συνωμοσία που αποσκοπεί σ’ ένα παγκόσμιο βιολογικό και κοινωνικό πείραμα”, “η αφρικανική σκόνη είναι τεχνητή για να μας πουλήσουν φάρμακα για το αναπνευστικό” κ.ο.κ., τι θα τους εμποδίσει να «καταρρίψουν» μια τεκμηριωμένη επιστημονική διαπίστωση, όταν αυτή τους χαλάει τις ελληνοκεντρικές φαντασιώσεις, εννοείται χωρίς να το μάθουμε εμείς οι «πουλημένοι» ειδικοί;

 

Δυστυχώς όμως γι’ αυτούς, η ινδοευρωπαϊκή γλωσσική οικογένεια, που περιλαμβάνει γλώσσες όπως η (αρχαία) ινδική και η περσική/ιρανική (ινδοϊρανικός κλάδος), η χεττιτική/χιττιτική, η τοχαρική, η αρμενική, η φρυγική, η ελληνική (οι δύο τελευταίες ίσως συνδέονται στενότερα μεταξύ τους), η λατινική και οι ρομανικές γλώσσες (ιταλικά, γαλλικά, ισπανικά, πορτογαλικά, ρουμανικά, βλάχικα κτλ.), οι γερμανικές γλώσσες [στις οποίες ανήκουν –εκτός από τα γερμανικά και τα αγγλικά– οι γλώσσες των Κάτω Χωρών (ολλανδικά, βελγικά) και οι σκανδιναβικές γλώσσες (σουηδικά, νορβηγικά, δανικά) κτλ.], οι κελτικές γλώσσες (βρετονικά, ιρλανδικά, σκοτσέζικα γαελικά κτλ.), οι σλαβικές γλώσσες [(λευκο)ρωσικά, ουκρανικά, πολωνικά, τσεχικά, σλοβακικά, σλοβενικά, σερβοκροατικά, βουλγαρικά, (βορειο)μακεδονικά κτλ.] και οι γλώσσες της Βαλτικής (λιθουανικά, λετονικά κτλ.), οι οποίες συναπαρτίζουν τη βαλτοσλαβική υποομάδα, η αλβανική (πιθανόν μακρινός απόγονος της ελάχιστα μαρτυρημένης αρχαίας ιλλυρικής) κ.ά., έχει μελετηθεί εκτενέστατα και εξονυχιστικά –περισσότερο από κάθε άλλη οικογένεια γλωσσών– από τις αρχές του 19ου αιώνα μέχρι σήμερα. Η διεξοδική έρευνα έχει καταδείξει ότι οι γλώσσες αυτές (ιδίως οι αρχαιότερες μορφές τους) μοιράζονται εξαιρετικά εκτεταμένες ομοιότητες, οι οποίες καλύπτουν ολόκληρο το γραμματικό σύστημα και ευρύτατο φάσμα του βασικού και στοιχειώδους λεξιλογίου, γεγονός που δε μας αφήνει καμία απολύτως αμφιβολία ότι όλες τους ανάγονται σε κάποια κοινή προϊστορική γλωσσική πηγή, στην επονομαζόμενη «ινδοευρωπαϊκή πρωτογλώσσα» ή απλώς «πρωτοϊνδοευρωπαϊκή». Οι ιστορικοσυγκριτικές σπουδές ως κλάδος της γλωσσολογίας έχουν καταφέρει να επανασυνθέσουν κατά προσέγγιση πολλούς πρωτοϊνδοευρωπαϊκούς γλωσσικούς τύπους συγκρίνοντας όλο το σωζόμενο γλωσσικό υλικό που κληροδοτήθηκε στις μαρτυρούμενες ινδοευρωπαϊκές γλώσσες και έχουν τοποθετήσει χρονικά την πρωτογλώσσα στην ύστερη νεολιθική εποχή μεταξύ της 5ης και της 4ης χιλιετίας π.Χ. Επειδή οι εν λόγω «Συνέλληνες» δεν μπορούν να αρνηθούν τις εξόφθαλμες και συστηματικές αυτές αντιστοιχίες, βρίσκουν αμέσως τη βολική για τους ίδιους εξήγηση ότι οι υπόλοιπες ινδοευρωπαϊκές γλώσσες δανείστηκαν όλ’ αυτά τα γλωσσικά στοιχεία από την ελληνική ή ότι –κατά το προσφιλές φονταμενταλιστικό ιδεολόγημα– κατασκευάστηκαν εξολοκλήρου από κάποιο σοφό ονοματοθέτη με πρότυπο την αρχαία ελληνική. Μια τέτοια θεωρία –που είναι γνωστή ως «αιολική υπόθεση»– είχε διατυπωθεί κατά τη ρωμαϊκή περίοδο για την προέλευση της λατινικής, η οποία την ήθελε ελληνική «διάλεκτο» και μάλιστα αιολικού τύπου, αλλά εξακολουθεί να βρίσκει πρόθυμους θιασώτες ανάμεσα στους σύγχρονους ελληνολάτρες. Ωστόσο, είναι καταφανές ότι το φαινόμενο της γλωσσικής επαφής και του δανεισμού δεν μπορεί να δικαιολογήσει τέτοιας έκτασης επιδράσεις από τη μια γλώσσα στην άλλη, ενώ οι φυσικές ανθρώπινες γλώσσες δεν είναι δυνατό να πλαστούν συνειδητά κατ’ αυτό τον τρόπο με βάση άλλες γλώσσες, σα να επρόκειτο για τεχνητά απλοποιημένα συστήματα επικοινωνίας για ειδικούς σκοπούς που ονομάζονται «πίτζιν» (pidgin) και ενδέχεται να εξελιχθούν σε «κρεολ(ικ)ές» γλώσσες αποκτώντας μητρικούς ομιλητές. Η επισταμένη γλωσσολογική μελέτη έχει αποδείξει ότι ο μόνος τρόπος να προκύψουν νέες πλήρεις γλώσσες από μια προϋπάρχουσα είναι η τελευταία να διασπαστεί σε θυγατρικές γλωσσικές εκδοχές, παύοντας η ίδια να υφίσταται ως ζωντανή γλώσσα (σύγκρινε την περίπτωση της κλασικής λατινικής, η οποία αποτέλεσε την πρωτογλώσσα για τις προαναφερθείσες νεολατινικές γλώσσες), όπως ένας μικροοργανισμός που αναπαράγεται με διχοτόμηση, ο οποίος δε γίνεται να συνεχίσει να υπάρχει στην αρχική του μορφή αφότου έχει δώσει απογόνους. Οπότε, αν η ελληνική ήταν πράγματι η πρωταρχική γλώσσα από την οποία αποσπάστηκαν οι άλλες ινδοευρωπαϊκές γλώσσες, απλούστατα δε θα τη μιλούσαμε αυτή τη στιγμή, ενώ αρκετά από τα γλωσσικά χαρακτηριστικά τους είναι αδύνατο να ερμηνευτούν επιστημονικά ως προερχόμενα από τους αρχαιοελληνικούς τύπους, πράγμα που μπορείτε να το διαπιστώσετε και μόνοι σας, αν παρατηρήσετε και συγκρίνετε προσεκτικά τα διαγλωσσικά δεδομένα που παρέθεσα στις παραπάνω ετυμολογίες, στις οποίες χρησιμοποίησα τα σύμβολα «*», «~» και «<» για να δηλώσω, πρώτον, τους αμάρτυρους σε γραπτές πηγές τύπους ως προϊόντα εσωτερικής ή εξωτερικής επανασύνθεσης, δεύτερον, την κληρονομημένη γλωσσική συνέχεια και, τρίτον, το λόγιο διαχρονικό ή εξωτερικό δανεισμό και την παραγωγή/σύνθεση αντίστοιχα.

 

Ασφαλώς, είναι αλήθεια ότι δεν είμαστε βέβαιοι για διάφορα θέματα που σχετίζονται με την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή γλώσσα (λ.χ. δε γνωρίζουμε την ακριβή φωνητική αξία των λεγόμενων «λαρυγγικών φθόγγων», τους οποίους συμβολίζουμε με *h, *h, *h, διότι σιγήθηκαν πολύ πρώιμα είτε χωρίς καθόλου υπολείμματα είτε αφήνοντας φωνηεντικά ίχνη) κι ότι πολλές εκτιμήσεις γι’ αυτήν συνάγονται επαγωγικά ή διά της εις άτοπον απαγωγής με βάση την ινδοευρωπαϊκή γλωσσική παρακαταθήκη που μας διασώθηκε γραπτώς, καθώς και τις στέρεα θεμελιωμένες και στοιχειοθετημένες γενικές αρχές της γλωσσικής επιστήμης. Εντούτοις, εκτός από τα γλωσσικά τεκμήρια, διαθέτουμε πλέον και ορισμένα αρχαιολογικά και γενετικά ευρήματα που προκρίνουν ως πιθανότερη κοιτίδα των ομόγλωσσων νομαδικών πληθυσμών –τους οποίους αποκαλούμε συμβατικά «Πρωτοϊνδοευρωπαίους»– τη στέπα μεταξύ της Μαύρης και της Κασπίας Θάλασσας [για περισσότερες λεπτομέρειες και βιβλιογραφία δες τα άρθρα “Τελικά, ποιος πρωτομίλησε Ινδοευρωπαϊκά;” (7/2/2025) της Βασιλικής Μιχοπούλου στο dnews.gr και “Proto-Indo-Europeans” στην αγγλόφωνη Wikipedia]. Είναι επίσης αλήθεια ότι τα πορίσματα των επιστημών υπόκεινται σε διαρκή επανεξέταση, αναθεώρηση και συμπλήρωση, όποτε εντοπίζονται νέα στοιχεία που ανατρέπουν μερικώς ή ριζικά τις μέχρι τότε παραδοχές. Για παράδειγμα, έχει προ πολλού διαψευσθεί η παλαιότερη «ουραλοαλταϊκή υπόθεση», η οποία κατέτασσε στην ίδια γλωσσική οικογένεια τις γλώσσες των Ουραλίων (ουγγρικά, φινλανδικά, εσθονικά κ.ά.), τις τουρκικές, τις μογγολικές και τις τουνγκουζικές γλώσσες, ενώ κάποιοι ερευνητές δε δίστασαν να εντάξουν σ’ αυτές ακόμη και την κορεατική με την ιαπωνική. Ούτε φαίνεται να επιβεβαιώνεται η προσπάθεια αναγωγής των ινδοευρωπαϊκών και των σημιτικών γλωσσών (ακκαδικά, φοινικικά, αραμαϊκά, εβραϊκά, αραβικά κ.ά.), οι οποίες συνιστούν κλάδο της αφροασιατικής οικογένειας, σε απώτατη κοινή αφετηρία. Βλέπετε, οι επιστήμονες δε συνηθίζουμε να το παίζουμε ξερόλες και, όταν κάνουμε λάθος ή δεν είμαστε σίγουροι για κάτι, το παραδεχόμαστε ακομπλεξάριστα! Το γεγονός αυτό πάντως δε δικαιώνει σε καμία περίπτωση τους αρνητές της επιστήμης και του ορθολογισμού, οι οποίοι απαξιώνουν απλοϊκά και ισοπεδωτικά όλες αυτές τις κατακτήσεις έχοντας στο μυαλό τους ένα μανιχαϊστικό διπολισμό ανάμεσα στο «σωστό» και το «λάθος», στο «απόλυτα βέβαιο» και το «εντελώς απίθανο», στο «καλό» και το «κακό», στο «ασφαλές» και το «επικίνδυνο», στο «δικό μας» και το «ξένο», στο «καθαρόαιμο» και το «μπασταρδεμένο» κ.ο.κ.

 

Ας έρθουμε τώρα στην ακριβή σύσταση του γλωσσικού σημείου σε όλες ανεξαιρέτως τις φυσικές «φθογγόγλωσσες» (για να μην ξεχνάμε και τις πραγματικά νοηματικές γλώσσες των εκ γενετής κωφών). Με εφαλτήριο τις παρατηρήσεις του ιδρυτή της νεότερης θεωρητικής γλωσσολογίας Ferdinand de Saussure (“Μαθήματα γενικῆς γλωσσολογίας” [μετάφραση Φώτη Αποστολόπουλου], Αθήνα 1979: Παπαζήσης, κυρίως σσ. 99-113), μπορούμε να την αναπαραστήσουμε σχηματικά ως εξής:

 

 

Αξιοποιώντας και μετεξελίσσοντας παλαιότερες φιλοσοφικές αναλύσεις για τη φύση του «γλωσσικού σημείου» (γαλλικό signe linguistique, λατινικό signum), ο Saussure επανεστίασε την προσοχή της γλωσσολογίας από την εξωτερική σχέση πράγματος και ονόματος, η οποία αποκαλείται «δήλωση» (γαλλικό dénotation, ύστερο λατινικό denotatio), στον ενδογλωσσικό δεσμό που συνδέει άρρηκτα μέσω αυτοματοποιημένων συνειρμών το «σημαινόμενο» (γαλλικό signifié, λατινικό signatum) με το «σημαίνον» (γαλλικό signifiant, λατινικό signans), δηλαδή στη «σήμανση» (γαλλικό signification, λατινικό significatio). Πρόκειται από τη μια μεριά για τη γλωσσική αντανάκλαση τόσο των συγκεκριμένων αντικειμένων αναφοράς όσο και των αφηρημένων εννοιών, όπως κωδικοποιούνται και ενσωματώνονται στο σημασιολογικό σύστημα της γλώσσας, κι από την άλλη για το ψυχολογικό αποτύπωμα της φθογγικής ακολουθίας που συγκροτεί τη μορφή κάθε σημείου. Ο Saussure αναφέρεται στις δύο αυτές όψεις αφενός με τον κάπως ατυχή και συγκεχυμένο όρο «έννοια» (γαλλικό concept) –στην ελληνική μετάφραση προτιμήθηκε η ακόμα πιο άστοχη απόδοση “ἰδέα”– αντί του «σημασία» (γαλλικό sens), δεδομένου ότι οι έννοιες ή οι ιδέες είναι ευρύτερες και μάλλον εξωγλωσσικές νοητικές αναπαραστάσεις που προκύπτουν μέσω των γνωστικών μηχανισμών της αφαίρεσης και της γενίκευσης, ενώ μπορεί να προϋπάρχουν των λέξεων που τις ενσαρκώνουν γλωσσικά, αν και υφίσταται κάποιος βαθμός αλληλεπικάλυψης μεταξύ έννοιας/ιδέας και σημασίας, και αφετέρου με την πολύ πιο ευρηματική ονομασία «ακουστική εικόνα» (γαλλικό image acoustique). Μπορείτε να φανταστείτε τη δεύτερη σαν το άηχο νοερό είδωλο των εκφερόμενων λέξεων, το οποίο αναπαράγουμε όλοι από μέσα μας όταν σκεφτόμαστε ή όταν διαβάζουμε βουβά, σε αντίθεση με την παραγωγή φυσικής ομιλίας, η οποία μπορεί να καταγραφεί και να αναλυθεί με ειδικό εξοπλισμό (π.χ. με παλμογράφους και φασματογράφους). Η εσωτερική λοιπόν πλευρά των γλωσσικών σημείων υπόκειται στις ακόλουθες τέσσερις βασικές αρχές:

 

1) Αρχή της «αυθαιρετότητας»: Παρόλο που έχει από παλιά αποτελέσει μήλο της έριδος μεταξύ λιγότερο ή περισσότερο ειδικών, η θεμελιώδης αυτή αρχή προβλέπει κάτι πάρα πολύ απλό και οφθαλμοφανές: δεν υπάρχει φυσική, αιτιώδης ή καταναγκαστική σχέση ανάμεσα στη σημασία και τη μορφή των γλωσσικών σημείων· με άλλα λόγια, η σχέση σημαινομένου και σημαίνοντος είναι αυθαίρετη και συμβατική. Για παράδειγμα, η σημασία «θάλασσα» δε μας επιβάλλει να την ονοματίζουμε [ˈθalasa] στα ελληνικά (αρχαία προφορά [tʰálassa], αττικό θάλαττα, αρχαίο κρητικό θάλαθθα και λακωνικό σάλασσα), sea [ˈsii] στα αγγλικά, hav [ˈhɑɑv] στα σουηδικά, mare [ˈmarɛ] στα λατινικά και τα ιταλικά, mer [ˈmɛʁ] στα γαλλικά, det [ˈdɛt] στα αλβανικά, море [ˈmorʲe] στα ρωσικά, tenger [ˈtɛŋɡɛr] στα ουγγρικά, deniz [deˈniz] στα τουρκικά, bahari [baˈhari] στα σουαχίλι, kai [ˈkɐj] ή moana [moˈwɐnə] στα χαβανέζικα κτλ. (να σημειωθεί ότι οι ομοιότητες του λατινικού/ιταλικού, του γαλλικού και του ρωσικού τύπου οφείλονται σε κοινή ινδοευρωπαϊκή ρίζα που δεν αντιπροσωπεύεται στα ελληνικά, ενώ η παραπλήσια αρχή των αντίστοιχων αλβανικών και τουρκικών τύπων είναι τυχαία). Αν συνέβαινε διαφορετικά, θα υπήρχε μόνο μία γλώσσα στον κόσμο που θα παρέμενε αμετάβλητη μέσα στο χρόνο, επειδή κάθε αντικείμενο αναφοράς θα μας δέσμευε απαιτώντας να το αποκαλούμε παντού και πάντοτε με ένα συγκεκριμένο τρόπο. Αντιθέτως, σε άλλα –συνειδητά επινοημένα και πολύ απλούστερα– συστήματα συμβόλων, όπως π.χ. στα σήματα της τροχαίας, στα εικονίδια του γραφικού περιβάλλοντος των εφαρμογών, στα emoji κτλ., η μορφή των σημείων καθορίζεται πανίσχυρα από το περιεχόμενο που καλούνται να εκφράσουν. Έτσι, το εικονίδιο των ρυθμίσεων για μια εφαρμογή μπορεί να φέρει ένα γρανάζι ή ένα γαλλικό κλειδί, αλλά όχι έναν ήλιο, ένα μεγεθυντικό φακό, ένα μεγάφωνο, λίγες σταγόνες νερού ή χιονονιφάδες κ.ο.κ. Οι σκεπτικιστές έναντι της αρχής εγείρουν τρεις κυρίως ενστάσεις, οι οποίες κατά διαβολική σύμπτωση προσομοιάζουν θεαματικά με τα «επιχειρήματα» των ελληνοκεντρικών γλωσσολογούντων που αναφέρθηκαν προηγουμένως:

 

Α) Σύνθετα σημεία και ετυμολογία: Το γεγονός ότι πολλά γλωσσικά σημεία είναι συγχρονικά αναλύσιμα σε συστατικά ή ως ένα βαθμό ετυμολογικά ερμηνεύσιμα σε διαχρονικό επίπεδο δεν αναιρεί επ’ ουδενί τον αυθαίρετο χαρακτήρα τους, αφού από τη μια πλευρά σύντομα καταλήγουμε σε αναιτιολόγητα ελάχιστα τεμάχια κι από την άλλη τα κριτήρια σύμφωνα με τα οποία δημιουργήθηκαν είναι κι αυτά με τη σειρά τους υποκειμενικά, αποσπασματικά, αμφισβητήσιμα και εντέλει συμβατικά. Είναι άλλο πράγμα η μορφοσημασιολογική διαφάνεια για τους φυσικούς ομιλητές μιας γλωσσικής ποικιλίας και η δυνατότητα μερικής εξήγησης του αρχικού σχηματισμού και της ιστορικής πορείας των λέξεων από τους γλωσσολόγους, δηλαδή η ετυμολογία τους, οι οποίες αφορούν κάθε λέξη σε κάθε γλώσσα ή διάλεκτο του κόσμου, και εντελώς άλλο η αυθαιρετότητα της σχέσης ανάμεσα στη σημασία και τη μορφή τους. Για το ίδιο αντικείμενο αναφοράς υπάρχουν χιλιάδες λέξεις σ’ όλο τον κόσμο, ο σχηματισμός των οποίων έχει ισάριθμες μορφολογικές ή ετυμολογικές ερμηνείες, ενώ καθεμιά τους μεταβλήθηκε πολλές φορές κατά το πέρασμα των αιώνων. Επί παραδείγματι, για τον Έλληνα που δεν ξέρει αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά ή τουρκικά δεν είναι διαφανή και αναλύσιμα δάνεια του τύπου οφσάι(ν)τ [~ αγγλικό offside], σεζλό(ν)γκ [λόγιο < γαλλικό chaise longue], πανακότα [λόγιο < ιταλικό panna cotta] ή αναντάμ (μ)πα(μ)παντάμ [~ τουρκικό anadan babadan], όπως καταδεικνύεται και από τις φωνολογικές παραλλαγές και μεταβολές που έχουν υποστεί στα ελληνικά, τη στιγμή που ο Άγγλος αναγνωρίζει αμέσως στο πρώτο τα off «μακριά από, εκτός» και side «πλευρά», ο Γάλλος στο δεύτερο τα chaise «καρέκλα» και longue «μακριά», ο Ιταλός στο τρίτο τα panna «κρέμα» και cotta «μαγειρεμένη, ψημένη», ενώ ο Τούρκος στο τέταρτο τα ana «μητέρα», baba «πατέρας» και το συγκολλητικό επίθημα αφαιρετικής ενικού -dan «από». Τι αποδείχτηκε τώρα; Ότι κι αυτές οι γλώσσες είναι «νοηματικές» και «πρωτογενείς»; Ή μήπως κάτι απολύτως αυτονόητο: ότι για κάθε άνθρωπο η μητρική του γλώσσα είναι ή φαίνεται διαφανέστερη απ’ όλες τις άλλες; Για να μην ανοίξουμε το ζήτημα των πάμπολλων μεταγλωσσικών παρερμηνειών ή των παρετυμολογιών στις οποίες υποπίπτουν συχνά μέχρι κι οι ίδιοι οι φυσικοί ομιλητές μιας γλώσσας… Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του τετριμμένου ηθικολογικού αναχρονισμού που διατείνεται ότι ο ηθοποιός ακόμα και σήμερα «“ποιεῖ ἦθος”, δημιουργεί ηθικότητα» (σύγκρινε αρχαίο επίθετο ἠθοποιός «που διαμορφώνει, διαπλάθει το χαρακτήρα, ηθοπλαστικός»), ενώ στην ουσία απλώς «“ποιεῖται ἦθος” (υπό την αριστοτελική έννοια), μιμείται χαρακτήρα, υποδύεται ρόλο» (μάλλον ήδη ελληνιστική σημασία, όπως μας υποδεικνύει το ουσιαστικό ἠθοποιία). Αλήθεια, πόσοι Νεοέλληνες (συμπεριλαμβανομένου και του εαυτού μου κατά το παρελθόν) δεν έχουν δει πίσω από το τουρκικό δάνειο καπάκι, το σλαβικής προέλευσης κοτέτσι, το ιταλογενές μπακαλιάρος, τα λόγια διαχρονικά δάνεια κτίριο/κτήριο και πίδακας ή τα διάφορα τοπωνύμια που φέρουν την ονομασία Τρίκαλα ένα υποκοριστικό του θηλυκού ουσιαστικού κάπα (ιταλικής καταγωγής), ένα παράγωγο των ουσιαστικών κότα, μπακάλης (το δεύτερο τουρκογενές) και των ρημάτων κτίζω, πηδάω ή τα αινιγματικά «τρία καλά» αντίστοιχα; Ούτε καν ισχύει το αρχικό ευφυολόγημα για λέξεις όπως το αγγλικό geography, εφόσον και για τον αγγλόφωνο –ακόμη κι αν δε γνωρίζει την ελληνογενή καταγωγή τους– τα «συμφύματα» (περιορισμένης διαφάνειας συνθετικά) geo «γη, περιοχή, τοποθεσία, (υπ)έδαφος» και graphy «αναπαράσταση, απεικόνιση, αποτύπωση, καταγραφή» είναι εν μέρει κατανοητά συστατικά με βάση τις πολυάριθμες άλλες αγγλικές λέξεις που τα περιέχουν. Ομοίως, η ετυμολογία των λέξεων είτε είναι αβέβαιη ή παντελώς άγνωστη, όπως στην περίπτωση του ελληνικού θάλασσα, το οποίο αποδίδεται σε προελληνικό γλωσσικό υπόστρωμα, είτε φτάνει μέχρις ενός σημείου σε κάποια μη περαιτέρω αναλύσιμη ρίζα, σαν εκείνη που είδαμε ότι έδωσε το αρχαίο του συνώνυμο ἅλς, η οποία δεν έχουμε ιδέα γιατί πήρε τη συγκεκριμένη μορφή και όχι οποιαδήποτε άλλη. Επιπροσθέτως, το ότι ονοματοδοτήθηκε με βάση την αλμυρότητά της και όχι π.χ. λόγω του υγρού στοιχείου, του γαλάζιου χρώματος, του κυματισμού, της απεραντοσύνης της, του μεγάλου βάθους της, της επικινδυνότητάς της κ.ο.κ., όπως συνέβη ή μπορεί να συμβεί σε άλλες γλώσσες, είναι αντικειμενικά αυθαίρετο και αδικαιολόγητο.

 

Β) Ονοματοποιίες και επιφωνήματα: Οι ηχομιμητικές λέξεις, παρότι δείχνουν πράγματι σαν πιστές γλωσσικές αποτυπώσεις φυσικών ήχων, αποτελούν ένα μικρό και δευτερεύον λεξιλογικό υποσύνολο, το οποίο επίσης διέπεται από σημαντικό βαθμό αυθαιρεσίας και συμβατικότητας, δεδομένου ότι κι αυτό υπακούει τόσο στους μορφοφωνολογικούς κανόνες της γλώσσας όσο και στους νόμους της γλωσσικής μεταβολής. Ούτως ή άλλως, αν αναλύσουμε φωνητικά/ακουστικά τους πρωτότυπους ήχους που υποτίθεται πως μιμούνται, δε θα βρούμε σχεδόν τίποτα κοινό, γι’ αυτό εξάλλου και οι αντίστοιχοι τύποι στις διάφορες γλώσσες, στις γεωγραφικές, κοινωνικές ή υφολογικές τους ποικιλίες, καθώς και σε παλαιότερες φάσεις της ιστορίας της ίδιας γλώσσας ποικίλλουν σημαντικά μεταξύ τους (σύγκρινε την περίπτωση του βάτραχος που εξετάσαμε πιο πάνω). Για παράδειγμα, τα σκυλιά γαβγίζουν πολύ διαφορετικά ανάλογα με τη γλώσσα ή τη διάλεκτο των ομιλητών που αναφέρονται στην κραυγή τους’: λ.χ. (συνήθως διπλασιασμένα) γαβ [ˈɣav] στην κοινή νεοελληνική, βαύ [baʊ́]/[báw] στην αρχαία ελληνική, woof [ˈwʊf], arf [ˈɑrf] ή bow-wow [ˈbaʊwaʊ]/[baʊˈwaʊ] στην αγγλική, vov [ˈʋɒw] στη δανική, bau [ˈbau] στην ιταλική, mouarf [muˈaʁf], ouaf [ˈwaf] ή ouah [ˈwa] στη γαλλική, guau [ˈɡwau̯] στην ισπανική και bub [ˈbub] στην καταλανική, ham [ˈham] ή țah [ˈtsah] στη ρουμανική, (г)ав [ˈ(ɡ)af] ή тяв [ˈtʲaf] στη ρωσική, hau [ˈhɑ̝u̯] ή vuh [ˈʋuh] στη φινλανδική, hav [ˈhav] στην τουρκική, meongmeong [mʌ̹ŋmʌ̹ŋ] στην κορεατική, wanwan [β̞ã̠ɰ̃β̞ã̠ɴ] στην ιαπωνική κ.ά.π. Ανάλογη εικόνα παρουσιάζουν και τα επιφωνήματα (π.χ. στα νεοελληνικά αχ! [ˈax] και οχ! [ˈɔx] αντιστοιχούν χοντρικά τα αγγλικά ow! [ˈaʊ] και (y)ouch! [ˈ(j)aʊt͡ʃ], τα γαλλικά aïe! [ˈaj] και ouille! [ˈuj], τα μαλαισιανά adoi! [aˈdɔi̯], aduh! [aˈduh] και waduh! [ˈwɑduh], τα γιαπωνέζικα itai! [ita̠i] και ite(te)! [itɛ(tɛ)] κ.ο.κ.), ενώ στο νηπιακό λεξιλόγιο παρατηρούνται αξιοσημείωτες ομοιότητες ακόμη και ανάμεσα σε γλώσσες που δε συγγενεύουν γενετικά λόγω της κοινής πορείας κατάκτησης των φθόγγων και των συλλαβών από κάθε μικρό παιδί. Όμως τίποτ’ απ’ αυτά δεν κλονίζει την εγκυρότητα της αρχής, αλλά μάλλον την επαληθεύει και την ενισχύει έτι περαιτέρω.

 

Γ) «Φθογγικός συμβολισμός» (sound symbolism): Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, ορισμένοι γλωσσικοί φθόγγοι συνδέονται στο μυαλό των ομιλητών με συγκεκριμένα αισθητηριακά, συναισθητικά, εννοιολογικά ή σημασιολογικά χαρακτηριστικά, οπότε τείνουν να εμφανίζονται σε λέξεις που τα εκφράζουν ως ενδείκτες «γλωσσικής εικονικότητας» (linguistic iconicity). Όπως είδαμε και στην παράγραφο γ) πιο πάνω, τέτοιου είδους υποθέσεις είχαν αρχίσει να διατυπώνονται ήδη από την αρχαιότητα, αλλά τα τελευταία χρόνια έχουν εμφανιστεί δυο-τρεις φερόμενες ως επιστημονικές έρευνες που επιχειρούν να τεκμηριώσουν στατιστικά σ’ ένα μεγάλο δείγμα λεξιλογίου από πλήθος γλωσσών τη βασιμότητα ανάλογων συμβολικών συνάψεων. Ωστόσο, αφενός η αντιπροσωπευτικότητα των δεδομένων που χρησιμοποιήθηκαν είναι εν πολλοίς συζητήσιμη και δεν μπορεί εύκολα να ελεγχθεί ή να διασταυρωθεί, αφετέρου για κάθε σχετική «διαπίστωση» μπορούν να προσκομιστούν άφθονα τρανταχτά αντιπαραδείγματα, τα οποία αντικρούουν τον ντετερμινιστικό ή δεσμευτικό χαρακτήρα τους, ακόμη κι αν δεχτούμε ότι για κάποιο λόγο όντως ισχύουν ως περιορισμένης εμβέλειας γενικές διαγλωσσικές τάσεις. Όπως εύστοχα επισημαίνει ο Γεώργιος Μπαμπινιώτης (“Θεωρητική γλωσσολογία: Εισαγωγή στη σύγχρονη γλωσσολογία”, Αθήνα 2η έκδοση 1998, σσ. 101-102):

 

“[…] Η σημασία «μεγάλος» στο αγγλικό large ή η σημασία «μικρός» στο αγγλικό little δεν οφείλονται στην παρουσία των /a/ και /i/ αντιστοίχως στις λέξεις (/a/ = έννοια τού «σκληρού» και τού «μεγέθους», /i/ = έννοια τού «μαλακού», «λεπτού» και «μικρού»). Στην ίδια γλώσσα, την Αγγλική, το big – με /i/ – σημαίνει επίσης τον «μεγάλο», ενώ small (αρχαία προφορά /smal/) σημαίνει τον «μικρό» [παράβαλε και ελληνικό μαλακός, που αντιπροσωπεύεται από «σκληρά» φωνήεντα, έναντι τού σκληρός, που δηλώνεται με «μαλακά» φωνήεντα (/i/) και σύμφωνα (/r/)]. Δεν υπάρχει δηλαδή αιτια[τι]κή σχέση ορισμένων φθόγγων προς ορισμένες σημασίες. Ό,τι μπορεί κανείς μόνο να δεχθεί είναι μια σχετική ισχύς των φθόγγων μεταξύ τους. Πράγματι, τα φωνήεντα /i/ και /e/ γίνονται αισθητά ως λεπτότερα εν συγκρίσει προς τα /a/, /o/ και /u/, αλλ’ αυτό συμβαίνει μόνο συγκριτικά μεταξύ τους. Δεν υφίσταται απόλυτη αιτιακή σχέση μεταξύ τής έννοιας τής «λεπτότητας» και των φθόγγων /i/ και /e/, αλλά μόνο κάποια αίσθηση των φθόγγων αυτών ως λεπτότερων έναντι των άλλων φθόγγων, των /a/, /o/ και /u/. Υπ’ αυτήν την έννοια μπορεί κανείς να δεχθεί κάποια σχετική μεταφορική (συμβολική) αξία ορισμένων φθόγγων.” (παρέλειψα μόνο δείκτες που παραπέμπουν σε σημειώσεις τέλους, ενώ έγραψα ολογράφως τις συντομογραφίες και συμπλήρωσα μερικά σύμβολα που έλειπαν)

 

Πολύ φοβάμαι λοιπόν ότι έχουμε να κάνουμε με μια ακόμη προσπάθεια καπήλευσης και χειραγώγησης της επιστήμης, προκειμένου να αναπαλαιωθούν, να αναζωογονηθούν και να πλασαριστούν πασπαλισμένες με «επιστημονικοφανή χρυσόσκονη» εντελώς παρωχημένες μεταγλωσσικές αντιλήψεις, η οποία εντάσσεται στο γενικότερο πλαίσιο της κλιμακούμενης νεοσυντηρητικής στροφής των κοινωνιών που καλπάζει τις τελευταίες δεκαετίες και δυστυχώς δεν έχει αφήσει αλώβητες ούτε τις επιστημονικές κοινότητες. Καλώς ή κακώς, κι οι ίδιες οι επιστήμες δεν αναπτύσσονται «εν κενώ» σε αποστειρωμένα περιβάλλοντα, αλλά μέσα σε πολύ συγκεκριμένες κοινωνικές, ιδεολογικές και πολιτισμικές συνθήκες…

 

Παρεμπιπτόντως, ξέρετε πού πρωτοδιατυπώθηκε η άποψη ότι η σχέση αντικειμένων και ονομάτων δεν εκφράζει την πραγματική ουσία των πρώτων, αλλά είναι αυθαίρετη, βασιζόμενη στη συνήθεια και σε κοινωνική σύμβαση; Μα φυσικά στον επίμαχο πλατωνικό διάλογο που έχει αναχθεί από τους οπισθοδρομικούς αρχαιολάτρες σε «ιερή βίβλο» όσον αφορά γλωσσικά ζητήματα! Και ίσως όχι άδικα, γιατί ο Ερμογένης είναι αυτός που με συντριπτικά αντεπιχειρήματα καταρρίπτει τους ισχυρισμούς του Σωκράτη (Πλάτωνα) αναγκάζοντάς τον να υπαναχωρήσει από τις αρχικές του θέσεις και, αφού απορρίψει την τελική εισήγηση του μαθητή του Ηράκλειτου, Κρατύλου, πως οι λέξεις έχουν θεϊκή προέλευση και γι’ αυτό είναι εξορισμού σωστές και τέλειες, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η μελέτη της γλώσσας είναι φιλοσοφικά υποδεέστερη από την προσέγγιση των ίδιων των πραγμάτων και άρα θα πρέπει να παραμεριστεί έναντι της δεύτερης. Το αστείο της υπόθεσης είναι πως οι σύγχρονοι αυτοί ψευτοσωκρατικοί αναγνωρίζουν το συμβατικό χαρακτήρα των γλωσσικών σημείων, αλλά για όλες τις άλλες γλώσσες εκτός από την ελληνική! Επομένως, είναι κάτι παραπάνω από προφανές ότι –ως πιστοί οπαδοί του γκεμπελισμού– βλέπουν και προβάλλουν μονάχα ό,τι τους συμφέρει κάθε φορά… Επί τη ευκαιρία, από πού προκύπτει ότι το γλωσσικό σημείο στα ελληνικά δε διακρίνεται σε σημαίνον και σημαινόμενο; Τα απόλυτα συνώνυμα (ταυτόσημα) δεν έχουν κοινό σημαινόμενο και διαφορετικό σημαίνον; Τα «πλησιώνυμα» δε διαθέτουν παραπλήσιο σημαινόμενο και διακριτά σημαίνοντα; Τα «παρώνυμα» δεν έχουν παρόμοια σημαίνοντα και διαφορετικά σημαινόμενα; Τα «ομώνυμα» (ομόηχα) δε μοιράζονται το ίδιο σημαίνον διαφέροντας σε επίπεδο σημαινομένου; Τα πολύσημα δεν ταυτίζονται ως προς το σημαίνον εκφράζοντας λίγο-πολύ παρεμφερή σημαινόμενα; Βέβαια, κυκλοφορεί κι ένα άλλο συναφές μύθευμα, σύμφωνα με το οποίο οι ξένες γλώσσες «υποφέρουν» από αυξημένη πολυσημία, ενώ η ελληνική είναι τάχα απαλλαγμένη από αυτό το «πρόβλημα». Νομίζω ότι συνάγεται από το συνδυασμό των μύθων περί του τεράστιου «πλούτου», της απαράμιλλης εκφραστικής «ακρίβειας» της ελληνικής και της υποτιθέμενης αδυναμίας ή δυσκολίας στη μετάφραση αρκετών λέξεών της σε άλλες γλώσσες, δηλαδή η ελληνική είναι δήθεν τόσο «πλούσια» λεξιλογικά και «ακριβής» σημασιολογικά/»εννοιολογικά», ώστε ν’ αποφεύγει και καλά τη μεγάλη πολυσημία των «φτωχότερων» γλωσσών όπως η αγγλική.

 

2) Αρχή της «γραμμικότητας»: Τα γλωσσικά σημαίνοντα, εφόσον αντιπροσωπεύουν φωνητικές αλυσίδες, ξετυλίγονται μονοδιάστατα πάνω στον άξονα του χρόνου καταλαμβάνοντας μια ορισμένη χρονική έκταση, η οποία μπορεί να μετρηθεί με τις ανάλογες μονάδες όπως τα χιλιοστά του δευτερολέπτου. Εντούτοις, οι ανθρώπινες γλώσσες έχουν τη μοναδική ιδιότητα να μορφοποιούν γραμμικά τις υποκείμενες ιεραρχικές σχέσεις μεταξύ των διαφόρων γλωσσικών χαρακτηριστικών, χωρίς κάτι τέτοιο να δηλώνεται μορφικά σε αντίστοιχες διαστάσεις. Έτσι, ένα υποσυνείδητο σύστημα κανόνων καθορίζει τους επιτρεπτούς ανά γλώσσα συνδυασμούς των γλωσσικών σημείων, δηλαδή τις λεγόμενες «συνταγματικές σχέσεις» που είναι γραμματικά αποδεκτές στην εκάστοτε γλώσσα, καθώς και όλες τις δυνατές εναλλακτικές επιλογές σε κάθε γλωσσικό επίπεδο (φωνολογικό, μορφολογικό, συντακτικό, σημασιολογικό), οι οποίες συνδέονται με «παραδειγματικές σχέσεις» ομοιότητας και αντίθεσης. Με τον τρόπο αυτό και σε συνεργασία με την όποια έμφυτη γλωσσική ικανότητα του ανθρώπινου είδους, το γλωσσικό σύστημα είναι τόσο εύκολο να κατακτηθεί και να χρησιμοποιηθεί αποτελεσματικά από τα μικρά παιδιά δίχως ιδιαίτερη προσπάθεια και γνωστική ωριμότητα, αφού δεν αποτελείται απλώς από ένα ασυνάρτητο άθροισμα χιλιάδων σημείων, τα οποία θα ήταν αδύνατο να απομνημονευθούν αλλιώς.

 

3) Αρχή της «υποχρεωτικότητας»: Ο συμβατικός χαρακτήρας των γλωσσικών σημείων θα μπορούσε να εκληφθεί από κάποιους σαν καταλυτικός παράγοντας ο οποίος εξασφαλίζει απόλυτη ελευθερία στην εκλογή των σημαινόντων που θα εκφράσουν τις διάφορες γλωσσικές σημασίες και αντιστρόφως. Όμως η γλώσσα δεν είναι ατομικό αλλά καθαρά κοινωνικό φαινόμενο, το οποίο εκδηλώνεται, ανελίσσεται και λειτουργεί μονάχα στο πλαίσιο μιας γλωσσικής κοινότητας, στους κόλπους της οποίας ο καθένας μας γεννιέται όντας υποχρεωμένος να μάθει τη γλώσσα ή τις γλώσσες του περιβάλλοντός του ως έχουν, είτε του αρέσουν είτε όχι. Δεν μπορεί λοιπόν να επιβάλει αυθαίρετες προσωπικές αλλαγές στη μητρική του γλώσσα κατά το δοκούν, ούτε καν στις επιμέρους γνωστικές και βιωματικές πτυχές των σημασιών, χωρίς να τον παρεξηγούν συνεχώς οι συνομιλητές του. Για παράδειγμα, αν ένα παιδάκι πει στους γονείς του ότι “εγώ θέλω να λέω τη «θάλασσα» *γλούμερα και το «κουβαδάκι» κουφάλα!“, δεν μπορεί να πετύχει κάτι περισσότερο από την παροδική –χάριν αστεϊσμού– ενδοοικογενειακή υιοθέτηση της εξίσου αναιτιολόγητης αυτοσχέδιας λέξης και της αποκλίνουσας ατομικής σημασίας ως μέρος του ανέμελου παιχνιδιού. Ακριβώς λόγω της αυθαιρετότητας των γλωσσικών σημείων δε χωρά τεκμηριωμένη διαπραγμάτευση με ορθολογικά επιχειρήματα και αντεπιχειρήματα γύρω από τη μορφή και τη σημασία των λέξεων ή των φράσεων [σύγκρινε το παλιότερο άρθρο μου στον Ημεροδρόμο με τίτλο “Ο τόσο παρεξηγημένος ρόλος των γλωσσολόγων” (28/6/2023)]. Στην πραγματικότητα απλώς έχουμε δεχτεί αναγκαστικά με υπόρρητο και ακούσιο κοινωνικό συμβόλαιο ότι το τάδε σημαινόμενο θα το συμβολίζουμε γλωσσικά με το δείνα σημαίνον, ώστε όλα τα μέλη της ίδιας γλωσσικής κοινότητας να μπορούμε να συνεννοούμαστε χωρίς προσκόμματα, ειδάλλως θα παίζαμε αιωνίως την κολοκυθιά για το πώς θα ονοματίσουμε το καθετί δίχως να επικοινωνούμε πραγματικά. Επομένως, γνωρίζουμε τις ανθρώπινες γλώσσες μόνον ως προϊόντα μιας διαμορφωμένης παράδοσης, η οποία μεταβιβάζεται από γενιά σε γενιά προβάλλοντας ισχυρή αντίσταση στη μεταβολή εν είδει αμυντικού μηχανισμού αυτοσυντήρησης, προκειμένου να διασφαλιστεί η αδιάσπαστη συνέχεια της ανεμπόδιστης επικοινωνιακής της λειτουργικότητας, γεγονός που ισχύει για όλες τις ζωντανές γλώσσες –ασχέτως αν ορισμένες απ’ αυτές μαρτυρούνται μέσω της γραφής (πολύ) πριν από άλλες– και συνεπώς δεν αποτελεί αποκλειστικό προνόμιο της ελληνικής, όπως αρέσκεται να πιστεύει η συντριπτική πλειοψηφία των μορφωμένων Νεοελλήνων. Γι’ αυτό άλλωστε η γέννηση και η απώτατη καταγωγή των γλωσσών (η επονομαζόμενη «γλωσσογονία») δεν είναι εφικτό να προσεγγιστεί επιστημονικά-γλωσσολογικά ελλείψει δεδομένων παρά μόνο φιλοσοφικά-εικοτολογικά, αφού οι απαρχές τους χάνονται στα βάθη της σκοτεινής προϊστορίας.

 

4) Αρχή της «μεταβλητότητας»: Παρότι εκ πρώτης όψεως δείχνει εντελώς αντιφατικό, η ίδια η αυθαίρετη υπόσταση των γλωσσικών σημείων –συνεπικουρούμενη από την ύπαρξη ατομικών ή ομαδικών μικροδιαφορών στη γλωσσική ικανότητα των ομόγλωσσων ομιλητών– επιτρέπει την πολύ αργή και σταδιακή μετατόπιση της σχέσης μεταξύ σημαίνοντος και σημαινομένου, η οποία οδηγεί στην εμφάνιση νεωτερικών παραλλαγών στην ακουστική εικόνα ή ή/και στη σημασία των γλωσσικών τύπων. Οι τροποποιήσεις αυτές δεν προκύπτουν τυχαία, αλλά υπακούουν σε πολύ συγκεκριμένους νόμους και μηχανισμούς, οι οποίοι εφαρμόζονται στις περιοχές εκείνες του γραμματικού συστήματος και του λεξιλογίου που παρουσιάζουν δυσκολίες και κενά ως προς την επικοινωνιακή και εκφραστική επάρκεια, διαφάνεια, ευχρηστία και οικονομικότητα της γλώσσας. Αρχικά, οι νεότεροι τύποι ξεπροβάλλουν δειλά-δειλά πλάι στους ήδη καθιερωμένους και συνήθως βιώνονται με καχυποψία σαν «αφύσικοι» ή «λανθασμένοι», ενώ στην πορεία συνυπάρχουν για βραχύτερες ή μακροβιότερες περιόδους παρουσιάζοντας αυξομειώσεις στη σχετική τους συχνότητα συγκριτικά με τους παλαιότερους τύπους που ανταγωνίζονται, με τη διαπάλη να καταλήγει κάποια στιγμή είτε στον πλήρη εκτοπισμό του πρώτου είτε στην εξαφάνιση του δεύτερου και στην εκ νέου επικράτηση του πιο παλιού τύπου. Πρόκειται δηλαδή για μια ατέρμονη διελκυστίνδα ανάμεσα από τη μια μεριά στην απαρέγκλιτη διατήρηση αναλλοίωτης της γλωσσικής κληρονομιάς κι από την άλλη στην πίεση για διαρκή ανανέωση και προσαρμογή στις μεταβαλλόμενες ανάγκες και στάσεις των γλωσσικών κοινοτήτων. Στην πράξη επιτυγχάνεται πάντοτε μια χρυσή τομή ανάμεσα στις δύο αντιμαχόμενες τάσεις, αφενός στην αδράνεια προς την οποία ρέπει το παρελθόν και αφετέρου στη δυναμική αλλαγή που επιζητά το μέλλον, πράγμα που εξασφαλίζει τη λειτουργική ισορροπία της γλώσσας χωρίς να απειλεί την ύπαρξη, την ταυτότητα και την ακεραιότητά της, όπως αβάσιμα φοβάται και ανησυχεί διαχρονικά το εγγράμματο κοινό. Ευτυχώς για τα κυρίαρχα συντηρητικά του αντανακλαστικά, η γλώσσα δεν είναι ένα πεδίο που προσφέρεται για συνειδητοποιημένες ριζοσπαστικές πρωτοβουλίες ή ξαφνικές και απότομες «επαναστάσεις»… Επίσης, δε θα πρέπει να μπαίνουμε στον πειρασμό να αξιολογούμε θετικά ή αρνητικά τις κυοφορούμενες ή συντελεσμένες γλωσσικές μεταβολές, γιατί δεν υφίστανται αντικειμενικά κριτήρια που να επιτρέπουν κάτι τέτοιο (ο Χ γλωσσικός νεωτερισμός μπορεί εμένα να μου αρέσει, αλλά να είναι αποκρουστικός σε κάποιον άλλο κ.ο.κ., παρόλο που κι αυτές οι διαισθητικές εντυπώσεις δεν παύουν να είναι σχετικές, πρόσκαιρες ή ρευστές ακόμη και για το ίδιο άτομο, εφόσον είναι ευεπίφορες σε διακυμάνσεις ανάλογα με τη συνήθεια και τη συχνότητα χρήσης του εκάστοτε τύπου). Οι γλώσσες ούτε «βελτιώνονται» και «τελειοποιούνται», ούτε «φθείρονται» και «καταστρέφονται», απλώς αλλάζουν. Εξάλλου, ο χρόνος και η κοινωνική διεπίδραση επηρεάζουν και μεταβάλλουν τα πάντα, πως θα μπορούσε να ξεφύγει η γλώσσα από αυτή τη νομοτέλεια; Μέχρι και τεχνητές γλώσσες όπως η διεθνής βοηθητική γλώσσα Esperanto, από τη στιγμή που θα βγουν από το εργαστήριο του δημιουργού τους και θα τεθούν σε κυκλοφορία μέσα στην κοινωνία, δε γίνεται να μείνουν αλώβητες από τις αμείλικτες επιδράσεις της κοινωνικής τριβής και του χρόνου· η Esperanto έχει ήδη ξεκινήσει αυτό το ταξίδι αριθμώντας περίπου χίλιους φυσικούς ομιλητές και πάνω από δύο εκατομμύρια λιγότερο ή περισσότερο επιδέξιους χειριστές ως δεύτερη/ξένη γλώσσα. Υπάρχει μόνο μία κατηγορία γλωσσών που θα παραμείνουν εσαεί αμετάβλητες: οι νεκρές γλώσσες (λ.χ. η σανσκριτική, η χεττιτική, η αρχαία ελληνική και η λατινική), ανεξαρτήτως αν οι δύο τελευταίες εμπλούτισαν και συνεχίζουν να τροφοδοτούν με λόγια δάνεια και «κλασικογενείς» διεθνισμούς –ελληνογενείς (συχνά μέσω της λατινικής), λατινογενείς ή υβριδικούς– το λεξιλόγιο αρκετών ζωντανών γλωσσών του δυτικού κυρίως κόσμου από την Αναγέννηση και το Διαφωτισμό μέχρι σήμερα [δες και Καλαμπούκας 23/1/2024, παρ. 2) και 4)].

 

Όσον αφορά τη σχέση της ελληνικής γλώσσας με τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, δεν ευσταθεί απολύτως καμιά ιδιαιτερότητα ή διαφορά σε σύγκριση με τις υπόλοιπες γλώσσες. Έτσι κι αλλιώς, οι υπολογιστές δεν έχουν την ικανότητα να κατανοούν άμεσα ανθρώπινες γλώσσες παρά μόνο μηχανικούς κώδικες, το κατώτερο επίπεδο των οποίων απαρτίζεται από τα δυαδικά ψηφία bit που μπορούν να πάρουν τις τιμές 1 ή 0, ανάλογα με το αν περνάει ηλεκτρικό ρεύμα ή όχι από κάθε τρανζίστορ του επεξεργαστή αντίστοιχα. Ούτε γλώσσες προγραμματισμού καταλαβαίνουν αδιαμεσολάβητα, οι οποίες βασίζονται στην αγγλική για προφανείς πρακτικούς λόγους και έχουν επινοηθεί με σκοπό να διευκολύνουν τους προγραμματιστές στη δουλειά τους, αφού ο «πηγαίος κώδικας» (source code) που γράφουν θα πρέπει να μετατραπεί σε μηχανικό με τη βοήθεια ειδικού για κάθε αλγοριθμική γλώσσα λογισμικού (στα αγγλικά η διαδικασία αυτή ονομάζεται «compilation»), προκειμένου να καταστεί εκτελέσιμος από τις ψηφιακές συσκευές. Δε μας εμποδίζει τίποτα να φτιάξουμε μια αρχαιοελληνική γλώσσα προγραμματισμού, στην οποία θα αντικαθιστούσαμε π.χ. τις εντολές <if>, <read>, <write>, <print> κτλ. με τα <εἰ>/<ἐάν>/<ἄν>/<ἤν>, <ἀνάγνωθι>, <γράψον> ή <ἐκτύπωσον>, αλλά τι θα εξυπηρετούσε μια τέτοια ιδιοτροπία πέρα από τις ελληνοκεντρικές ονειρώξεις των απανταχού αρχαιολατρών; Η «υπολογιστική γλωσσολογία» (computational linguistics), η «επεξεργασία φυσικής γλώσσας» (natural language processing), η μετατροπή «κειμένου σε ομιλία» (text-to-speech) και αντιστρόφως με βάση τα συστήματα «σύνθεσης και αναγνώρισης ομιλίας» (speech synthesis and recognition), η «εξόρυξη δεδομένων από κείμενο» (text data mining), δηλαδή η εξαγωγή υψηλής ποιότητας πληροφοριών από ηλεκτρονικά κείμενα, η «μηχανική μετάφραση» (machine translation), η «αυτόματη περίληψη» (automatic summarization), η εκπαίδευση των «μεγάλων γλωσσικών μοντέλων» (large language models) και κάθε εφαρμογή «γλωσσικής τεχνολογίας» (language technology) αναπτύσσεται με παρόμοιο για όλες τις γλώσσες τρόπο χάρη στην κατάλληλη υποδομή λογισμικού. Η μόνη πραγματική επανάσταση στον τομέα της πληροφορικής συντελείται ήδη με την έκρηξη της «μηχανικής μάθησης» (machine learning) και της «τεχνητής νοημοσύνης» (artificial intelligence), ενώ πολλά υποσχόμενοι κάνουν σιγά-σιγά το ντεμπούτο τους οι κβαντικοί υπολογιστές, οι οποίοι φιλοδοξούν να εκτοξεύσουν την υπολογιστική ισχύ και τις δυνατότητες των συμβατικών επεξεργαστών στηριζόμενοι στην πιο περίπλοκη πιθανολογική ψηφιακή μονάδα qubit. Όσο για τις λοιπές αρλούμπες που παρατέθηκαν στην αρχή, θα περιοριστώ να πω ότι αποτελούν χονδροειδέστατα ψεύδη…

 

Δεν είναι λίγες οι φορές που μου λένε (συνήθως καλοπροαίρετα): “Τώρα εσύ επιστήμων άνθρωπος για ποιο λόγο κάθεσαι και αντικρούεις τόσο σχολαστικά τις ανοησίες του κάθε ψεκασμένου; Η βλακεία είναι απτόητη και ανίκητη· στο τέλος σίγουρα εσύ θα βγεις χαμένος!”. Πρόκειται για έναν τετριμμένο ισχυρισμό αρκετών συμβιβασμένων ορθολογιστών, ο οποίος μπορεί να μην είναι τελείως ανυπόστατος, αλλά συνιστά ξεκάθαρα φοβικό επακόλουθο των αστικοδημοκρατικών ιδεολογημάτων του άνευ όρων «σεβασμού όλων των απόψεων» και της «ατομικής ευθύνης», πιστεύω όμως ακράδαντα ότι η διαλεκτική ώσμωση των αντιτιθέμενων ιδεών είναι σε κάθε περίπτωση προτιμότερη και πιο εποικοδομητική από την παθητική αδιαφορία. Γενικά, είμαι της γνώμης ότι στο δημοσιευμένο ανορθολογισμό, καθώς και στην απροκάλυπτη υπονόμευση της επιστήμης, όταν μάλιστα εκπορεύεται από άτομα που κατέχουν υψηλές κοινωνικοοικονομικές θέσεις και απολαμβάνουν αυξημένο κύρος, τη στιγμή που βρίσκει φιλόξενο βήμα στα μεγαλύτερης απήχησης έντυπα ή ηλεκτρονικά ΜΜΕ, έχουμε καθήκον να απαντάμε με εμφατικό τρόπο κι όχι να την περιφρονούμε ελιτίστικα απαξιώνοντας ν’ ασχοληθούμε, γιατί έτσι θεριεύει και κυριαρχεί ανενόχλητη στο δημόσιο λόγο. Θα πρέπει πάντοτε να θυμόμαστε πως οι γλωσσικοί –και όχι μόνο– μύθοι δεν είναι απλά «αθώα γραφικά παραμυθάκια», δεδομένου ότι κρύβουν μέσα τους τις πιο ζοφερές ιδεολογικές προϋποθέσεις και παραδοχές, τον πλέον αντιδραστικό σκοταδισμό. Ούτε νομίζω πως η υιοθέτηση τέτοιου είδους αντιλήψεων γύρω από την ελληνική γλώσσα αποτελεί μεμονωμένο και αμελητέο περιστατικό παρά μονάχα ένα μικρό δείγμα της διαρκώς εντεινόμενης αντεπιστημονικής οπισθοδρόμησης, η οποία εκφράζεται όλο και συχνότερα σε κάθε πτυχή της ζωής και επί παντός επιστητού. Θα με ρωτούσατε βέβαια: “Δηλαδή όσοι υποστηρίζουν μυθεύματα σαν τα παραπάνω (ή έστω μετριοπαθέστερες εκδοχές τους) είναι όλοι τους ηλίθιοι ή τρελοί;”. Εκτιμώ ότι για τους περισσότερους η απάντηση είναι αρνητική, απλώς η λογική τους παραλύει επιλεκτικά στους τομείς εκείνους που –όπως προανέφερα– τους πλημμυρίζουν με πολύ έντονα ή εμμονικά συναισθήματα, στα οποία δεν είναι διατεθειμένοι να αντισταθούν και να αντιταχθούν επωμιζόμενοι το ανάλογο ψυχολογικό κόστος, ενώ ταυτόχρονα παγιδεύονται στην ελαφρά τη καρδία υπεραπλούστευση σύνθετων και πολύπλευρων φαινομένων υπεργενικεύοντας παγιωμένα προεπιστημονικά αξιώματα και δόγματα. Άλλωστε, ο μέσος homo sapiens είναι επιρρεπής στο να εμπιστεύεται έτοιμα νοητικά σχήματα με πλατιά κοινωνική αποδοχή περισσότερο από την άμεση εποπτεία που παρέχουν οι ίδιες του οι αισθήσεις, η παρατήρηση και το πείραμα· όπως λέγεται χαρακτηριστικά: “Ο άνθρωπος συνηθίζει να μην πιστεύει αυτά που βλέπει και να πιστεύει αυτά που δε βλέπει”. Επιπλέον, τα τελευταία χρόνια ευδοκιμεί μια αγοραία τάση μηδενιστικής σχετικοποίησης των πάντων, σύμφωνα με την οποία οποιαδήποτε τοποθέτηση –επιστημονική ή μη– είναι δίχως κριτήρια και εξαιρέσεις μια ισότιμη προσέγγιση, μία μόνο από τις πολλές οπτικές που μπορεί να διαλέξει κανείς ανάλογα με τις προτιμήσεις του, ένα υποκειμενικό «αφήγημα». Γι’ αυτό ακριβώς θεωρώ εξίσου σημαντική με την εξειδικευμένη έρευνα την εκλαΐκευση της επιστημονικής γνώσης, ώστε να προσφέρεται συγκροτημένο και πειστικό αντίδοτο στους μύθους, τις προκαταλήψεις και τα στερεότυπα, προσιτό και εύκολα προσβάσιμο για όλους.

 

Post
Filter