Just in

Όλα τα νέα
Imerodromos logo
 

Έγκλημα στο Μάτι: «Το βράδυ ζήσαμε τον απόλυτο φόβο και εξαθλίωση, εγκαταλελειμμένοι από τους πάντες»

Συνεχίζεται η δίκη για την εγκληματική πυρκαγιά στο Μάτι, με τις καταθέσεις ανθρώπων που έχασαν τους αγαπημένους τους αλλά και εγκαυματιών

Συνεχίζεται η δίκη για την εγκληματική πυρκαγιά στο Μάτι, με τις καταθέσεις ανθρώπων που έχασαν τους αγαπημένους τους αλλά και εγκαυματιών. Όλοι τους επισήμαναν τις τραγικές ελλείψεις του κρατικού μηχανισμού, καθώς δεν ειδοποίησαν έγκαιρα τους κατοίκους της περιοχής οι οποίοι βρέθηκαν εγκλωβισμένοι από την πύρινη λαίλαπα.  

Ο Αντ. Γιαννακοδήμος, μόνιμος κάτοικος που έχασε τον πατέρα του από την πυρκαγιά είπε ότι όλα αυτά τα χρόνια εκείνος και η οικογένειά του έχουν αναγκαστεί να εγκαταλείψουν το σπίτι τους άλλες δύο φορές κατά τις οποίες ειδοποιήθηκαν έγκαιρα από τις Αρχές, πράγμα που όπως τόνισε δεν συνέβη εκείνη τη μέρα. «Πήγαμε στο λιμάνι του Ματιού ως ασφαλή τοποθεσία. Από τις 6.30 μ.μ. μέχρι τις 12 το βράδυ ζήσαμε τον απόλυτο φόβο και εξαθλίωση, εγκαταλελειμμένοι από τους πάντες», είπε και συνέχισε λέγοντας, πως ο πατέρας του κατέληξε 20 μέρες μετά νοσηλευόμενος στο Θριάσιο Νοσοκομείο ενώ η μητέρα του επέζησε μετά από πολλές επεμβάσεις.

Καμιά ενημέρωση: Αντιλήφθηκε μόνη της την πυρκαγιά

Η Σουμέλα Χατζηλαζαρίδου που παραθέριζε στο Μάτι, είπε ότι αντιλήφθηκε από μόνη της τη φωτιά. «Εκείνη τη μέρα ήμασταν έξι ενήλικες και μια κατάκοιτη γιαγιά. Πήγαμε στη θάλασσα, στην Αργυρά Ακτή (…) Εκσφενδονίζονταν σίδερα πυρωμένα, τέντες, αρχίζουν εκρήξεις από τα υγραέρια των μαγαζιών», σημείωσε και περιέγραψε κλαίγοντας τις ώρες που πέρασε στη θάλασσα. «Όπως κανείς δεν μας ειδοποίησε να φύγουμε, κάνεις δεν ήρθε και μέσα στη θάλασσα (…) Κάποια στιγμή είδαμε κάτι φώτα μακριά και κάποιος είπε παιδιά ένα καράβι σταμάτησε. Ήταν όντως καράβι, όχι του λιμενικού, ήταν ένα ψαροκάικο από την Εύβοια…» πρόσθεσε χαρακτηριστικά.

Η μάρτυρας τόνισε ότι μετά από όλα αυτά «φοβάμαι το σκοτάδι, φοβάμαι τη σιωπή. Κάποιες φορές μπαίνω μόνη μου στη σιωπή. Όταν συγχύζομαι σταματάω να ακούω, είναι συναισθηματική κώφωση μου έχουν πει οι γιατροί. Δεν μπορώ τις ανηφόρες και τις κατηφόρες».

«Τα ουρλιαχτά τους δεν μπορώ να τα ξεχάσω»

Ο Γεώργιος Πολυμερόπουλος, την ημέρα της φωτιάς βρισκόταν στο σπίτι του όταν κάποια στιγμή είδε καπνό. «Η πιο ασφαλής λύση ήταν να πάμε στη θάλασσα αλλά κατεβαίνοντας δεχθήκαμε ένα κύμα καπνού και κάψας στη πλάτη. Κατηφορίσαμε έχοντας καεί, μη μπορώντας να αναπνεύσουμε. Ετοιμαζόμουν να τα αγκαλιάσω τα παιδιά μου τότε είδα τη γειτόνισσα. Την παρακάλεσα να μας κατεβάσει στην παραλία. Κατηφορίσαμε προς τη θάλασσα. Εκεί συνειδητοποιήσαμε ότι μητέρα μου είχε καεί σε πολλά σημεία και δεν ήταν καλά (…) Αργότερα η κατάσταση της μάνας μου επιδεινωνόταν, πονούσε, ζαλιζόταν (…) Κάποια στιγμή, μέσα στην θάλασσα, έκανα σινιάλο σε κάτι που φαινόταν σαν καράβι…».

Η αδελφή του Γ. Πολυμερόπουλου, Ευαγγελία, κάτοικος της περιοχής τα τελευταία 12 χρόνια, περιέγραψε πως βρήκε τους δικούς της, αφού εκείνη βρισκόταν στη δουλεία.

«Κατά τις 9:30 το βράδυ παρέλαβα τη μάνα μου στον Ευαγγελισμό, ήταν από τους πρώτους που πήγαν. Τα ανίψια μου πήγαν στο Παίδων και ο αδερφός μου σε ένα ιδιωτικό νοσηλευτήριο. Λίγες ώρες μετά μου είπαν πως η μητέρα μου είναι σε ιδιαίτερα κρίσιμη κατάσταση και πρέπει να μεταφερθεί για να συνεχίσει τη νοσηλεία της αφού έχει πολύ βαθιά εγκαύματα. Για δύο βδομάδες ήταν σε πολύ κρίσιμη κατάσταση. Έκανε 3 χειρουργεία. Για 3 μήνες έμεινε ακίνητη για να σταθεροποιηθούν τα μοσχεύματα. Η νοσηλεία στο νοσοκομείο είναι τρομερή. Ο πόνος είναι ασύλληπτος. Τα ουρλιαχτά τους δε μπορώ να τα ξεχάσω. Δεν μπορώ να σας εξηγήσω τι περάσαμε»…

Η μητέρα των δύο αδελφών, Δήμητρα Πολυμεροπούλου, εγκαυματίας με 40% μοσχεύματα, στην κατάθεση της είπε πως σώθηκε χάρη σε μια γειτόνισσα που τους πήρε με το αυτοκίνητο της και τους οδήγησε προς την παραλία…

«Το κράτος έχει καταστήσει όλους τους πολίτες ομήρους σε μία ψευδή συνθήκη»

Η Αθανασία – Χριστιάνα Φράγκου, που το κτήμα της οικογένειάς της, έγινε ο τάφος 26 ανθρώπων, ανέφερε «πως ο σύζυγος της πήρε την πρωτοβουλία να ανοίξει τις πόρτες του οικοπέδου τους για να βρουν διέξοδο οι πολίτες, ενώ δεν έκρυψε την ενόχλησή της για την διαπόμπευση, την οποία, όπως είπε, υπέστη η οικογένειά της, όταν στελέχη της τότε κυβέρνησης τους αποκαλούσαν «καταπατητές». «Υπεστήκαμε διασυρμό πανελληνίως ότι είμαστε καταπατητές. Ήταν νόμιμη έκταση με συμβόλαια με όλα…..» πρόσθεσε.

«Το κράτος έχει καταστήσει όλους πολίτες ομήρους σε μία ψευδή συνθήκη. Είναι άθλιο και χυδαίο να έχουμε επίθεση από το Κράτος σε ανθρώπους που έχασαν δικούς τους και όλη την περιουσία τους» και τόνισε «Το οικόπεδο μας δεν έχει σκαλοπάτια προς τη θάλασσα με την κλασική έννοια. Είναι σμιλεμένα σκαλοπάτια από τον παππού μου στον βράχο. Δεν είναι βατά, είναι γκρεμός. Από εκεί σώθηκαν όσοι σώθηκαν. Δυστυχώς δεν πρόλαβαν και 26 διότι τους πρόλαβε θερμικό κύμα. Θεωρώ ότι ήταν καθήκον μας να σώσουμε τους κατοίκους, αν και δεν προλάβαμε να σώσουμε τους 26. Σώσαμε όμως άλλους 40. Είναι παγκόσμια πρωτοτυπία να δέχονται κάτοικοι επίθεση από το κράτος, μετά από αυτό που συνέβη».