Η πολυαναμενόμενη ανάθεση αρμοδιοτήτων στον αναπληρωτή Υπουργό Πολιτισμού έκρυβε δυσάρεστες εκπλήξεις!

Παρά τις ελπιδοφόρες στο παρελθόν υποσχέσεις από τα κόμματα της κυβέρνησης, οι οποίες είχαν εκφραστεί άλλοτε με την απερίφραστη συμπαράσταση στα δίκαια αιτήματα του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων και άλλοτε με επίκαιρες ερωτήσεις στη Βουλή, παρακολουθούμε -ήδη από τις παραμονές των εθνικών εκλογών του Ιανουαρίου- τις οβιδιακές μεταμορφώσεις των επιλογών της Κυβέρνησης, που κατά την αντίληψή μας κατατείνουν στην υποβάθμιση των δομών που διαχειρίζονται την Πολιτισμική Κληρονομιά και βεβαίως στη ματαίωση των προσδοκιών που καλλιεργήθηκαν.

Από την πρόσφατη Ανάθεση αρμοδιοτήτων στον Αναπληρωτή Υπουργό Πολιτισμού, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Νικόλαο Ξυδάκη (ΦΕΚ τ. Β΄/299/27.2.2015) είναι προφανές ότι αφαιρείται από τον τομέα Πολιτισμού κάθε δυνατότητα διοικητικής, διαχειριστικής και οικονομικής αυτοτέλειας. Οι σχετικές αρμοδιότητες (αρμοδιότητες Γενικής Διεύθυνσης Διοικητικού και Οικονομικού) υπάγονται απευθείας στον Υπουργό ΠΟΠΑΙΘ, κο Α. Μπαλτά.

Οι υπόλοιπες κρίσιμες αρμοδιότητες -μεταξύ αυτών η νομοθετική πρωτοβουλία και ο διορισμός των διοικήσεων των εποπτευόμενων Νομικών προσώπων και των αποκεντρωμένων Δημοσίων Υπηρεσιών- ασκούνται από κοινού με τον Υπουργό και γι’ αυτό το λόγο καθίστανται δυστυχώς υπουργοκεντρικές. Τέλος, ο Υπουργός κρατά τον “προσδιορισμό της πολιτικής του Υπουργείου” (άρα και της πολιτικής για τον πολιτισμό) “στο πλαίσιο των αποφάσεων του Υπουργικού Συμβουλίου και των λοιπών συλλογικών κυβερνητικών οργάνων αυτής”, καθώς και την “εκπροσώπηση του Υπουργείου στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τους διεθνείς οργανισμούς”.

Η συγκεκριμένη πολιτική απόφαση για «ψαλίδισμα» των αρμοδιοτήτων του πρώην ΥΠΠΟ θα αποτελέσει μια μαύρη σελίδα στην ιστορία των δημόσιων πολιτικών για τον πολιτισμό στη χώρα μας. Η απόφαση αυτή έρχεται σε συνέχεια των δηλώσεων του πρωθυπουργού για 10 ενιαίους Οργανισμούς Υπουργείων (προγραμματικές δηλώσεις) και της επιστολής Βαρουφάκη στην οποία αναφέρεται ότι εντός τεσσάρων μηνών θα προωθηθεί η συγχώνευση των 10 Υπουργείων. Δυστυχώς, οι ανησυχίες που είχαμε εκφράσει με το Δελτίο Τύπου του Συλλόγου στις 27/1 επιβεβαιώνονται.

Όπως επισημαίναμε στο παραπάνω Δελτίο Τύπου:

«Ο πολιτισμός, σε όλες τις εκφάνσεις του, αποτελεί ένα δημόσιο αγαθό και θα έπρεπε να αποτελεί προτεραιότητα της Πολιτείας, πλάι στα δημόσια αγαθά της παιδείας, υγείας και πρόνοιας, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κρίσης όπως η σημερινή. Η σημασία της μνημειακής κληρονομιάς της χώρας, οι δυνατότητες που ανοίγονται με τη στήριξη της σύγχρονης καλλιτεχνικής δημιουργίας, ειδικά σε ένα περιβάλλον εκδημοκρατισμού που περιμένουμε από τη νέα κυβέρνηση, η ιδιαίτερη σύνδεση της προστασίας του φυσικού και του πολιτιστικού περιβάλλοντος, η σύνδεσή του με την ιστορική μνήμη και την καταπολέμηση του φασισμού και του ρατσισμού, ο ειδικός ρόλος και η βαρύτητα των πολιτιστικών αγαθών στην οικονομία της χώρας (ΕΣΠΑ, τουρισμός), αλλά και η ανάγκη να χαράσσεται πολιτική για όλα τα προαναφερθέντα, επιβάλλουν την ύπαρξη αυτόνομου Υπουργείου Πολιτισμού.

Παρότι η τρέχουσα ρητορική τείνει να «βλέπει» τον πολιτισμό ως «πολυτέλεια» σε μια περίοδο οικονομικής κρίσης, αυτό που βιώνουμε όλοι από την ενασχόλησή μας με την πολιτιστική κληρονομιά βρίσκεται στον αντίποδα: ο κοινωνικός ρόλος των μουσείων, των αρχαιολογικών χώρων, των χώρων τέχνης και παραγωγής πολιτισμού είναι ακόμη πιο σημαντικός σήμερα. Όταν σε μικρές επαρχιακές πόλεις τα μουσεία και οι αρχαιολογικοί χώροι αποτελούν τους μοναδικούς χώρους πολιτιστικών δραστηριοτήτων, όταν οι κάτοικοι των πόλεων προσπαθούν να βρουν διεξόδους αναψυχής στα μουσεία, στους ανοιχτούς αρχαιολογικούς χώρους, στις υπαίθριες δωρεάν εκδηλώσεις τέχνης και πολιτισμού, που ζωντανεύουν τις γειτονιές και τις σώζουν από την υποβάθμιση, όταν ακόμη και μέσα σε αυτή την κρίση παράγεται ένας πλούτος σύγχρονης καλλιτεχνικής δημιουργίας από μικρά και πρωτοποριακά σχήματα και καλλιτέχνες που, α στηριχτεί, μπορεί να αποτελέσει κεφάλαιο για τη χώρα, όταν η έλλειψη ιστορικής μνήμης ελλοχεύει τον κίνδυνο να αναπαράγονται ολοκληρωτικές ιδεολογίες, τότε η στήριξη του πολιτισμού είναι αναγκαία προϋπόθεση, για να σταματήσει η μετατροπή της οικονομικής κρίσης σε βαθιά πολιτιστική κρίση και κρίση αξιών.

Πολύ περισσότερο δε, όταν σήμερα –όπως και πάντοτε– ο πολιτισμός μπορεί να αποτελέσει εργαλείο ανάπτυξης προς μια κατεύθυνση διαφορετική από αυτή της στρεβλής οικονομικής διόγκωσης, που μας οδήγησε στην τωρινή βαθιά οικονομική κρίση. Μία ανάπτυξη που θα θέτει ως προτεραιότητα την ποιότητα ζωής, την αναβάθμιση των πόλεων και της υπαίθρου μέσα από την διηνεκή προστασία του φυσικού και του πολιτιστικού περιβάλλοντος και την καταπολέμηση της ανεργίας (τα έργα πολιτισμού είναι έργα έντασης εργασίας, με 65% κ.μ.ο. των χρηματοδοτήσεων από το ΕΣΠΑ να κατευθύνεται σε προσλήψεις προσωπικού, ενώ η εκτέλεση των έργων και η δημιουργία ρεύματος επισκεπτών στηρίζει τον τοπικό πληθυσμό με την προσφορά εργασίας και την αναδιανομή του εισοδήματος), σε αντίθεση με τα έργα χωρίς προφανή σκοπιμότητα και τις επενδύσεις χωρίς συνέχεια, που συνέχισαν να χρηματοδοτούνται από κρατικά και ευρωπαϊκά κονδύλια ακόμη και εν μέσω της τωρινής οικονομικής συγκυρίας. Ως εκ τούτου, πρόκειται για ένα πραγματικά παραγωγικό Υπουργείο, που προσφέρει στο Ελληνικό Δημόσιο μεγάλα έσοδα και ρευστότητα, που μπορεί και πρέπει να παίξει σημαντικό ρόλο στην οικονομική και κοινωνική ανάκαμψη της χώρας»

Ο Σύλλογος Ελλήνων Αρχαιολόγων θα αντισταθεί με κάθε μέσο στην υποβάθμιση του πολιτισμού και θα αγωνιστεί, όπως και στο παρελθόν, για τη ανασύσταση του αυτόνομου Υπουργείου και για τη ριζική αναδιοργάνωσή του με έναν νέο σύγχρονο Οργανισμό που θα ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες της προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς και του σύγχρονου πολιτισμού.

Ένα αυτόνομο Υπουργείο Πολιτισμού με στοχευμένο πλαίσιο δράσεων -που δεν θα τεθούν στη σκιά άλλων προτεραιοτήτων- πρόκειται να αποδείξει πρώτα απ’ όλα την πολιτική στόχευση της κυβέρνησης.

Έστω και αυτή την ώρα καλούμε την πολιτική ηγεσία του Υπουργείου και του ΥΔΜΗΔ καθώς και τον ίδιο τον Πρωθυπουργό σε έναν γόνιμο διάλογο. Η αποθησαυρισμένη εμπειρία των θεσμικών συνομιλητών από την πλευρά των εργαζομένων είναι απαραίτητη για να προσδιοριστεί πρώτα απ’ όλα το όραμα για την επόμενη ημέρα του Πολιτισμού και στη συνέχεια να σχεδιαστούν τα σύγχρονα μέσα υλοποίησης των δράσεων για τα μνημεία, την κοινωνία και τους εργαζόμενους.

ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΩΝ

Διαφήμιση

tiniakos

Διαφήμιση

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Άποστολή άρθρου μέσο Email