Just in

Όλα τα νέα
Imerodromos logo
 

Υπουργοί Ενέργειας της ΕΕ στο Δουβλίνο: Πάνω από 100 δισ. ευρώ ο λογαριασμός της «ενεργειακής κρίσης» που στέλνουν στους λαούς

Η νέα «κρίση τιμών Ενέργειας», όπως την περιγράφουν οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι, βρέθηκε στο επίκεντρο της άτυπης συνόδου των υπουργών Ενέργειας..

Πρόσθεσε τον Ημεροδρόμο στην Google

Η νέα «κρίση τιμών Ενέργειας», όπως την περιγράφουν οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι, βρέθηκε στο επίκεντρο της άτυπης συνόδου των υπουργών Ενέργειας της ΕΕ που πραγματοποιήθηκε χτες στο Δουβλίνο, σε μια περίοδο που οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, οι πιέσεις στις αγορές καυσίμων και η συζήτηση για πιθανή απαγόρευση των αμερικανικών εξαγωγών ντίζελ προς την Ευρώπη επαναφέρουν το ζήτημα της ενεργειακής εξάρτησης της ευρωπαϊκής καπιταλιστικής οικονομίας, ενώ επιταχύνουν και τα σχέδια «ενεργειακής αυτονομίας» απέναντι στα άλλα ιμπεριαλιστικά κέντρα, που θα τα πληρώσουν και πάλι οι λαοί, με «ίδιους πόρους» και χαράτσια.

Αναδημοσίευση από τον «Ριζοσπάστη»

Ηδη άλλωστε οι λαοί πληρώνουν με εκτίναξη των τιμών τα πάνω από 100 δισ. ευρώ μεγαλύτερες ενεργειακές δαπάνες από την αρχή του πολέμου στη Μέση Ανατολή που σύμφωνα με τον επίτροπο Ενέργειας της ΕΕ, Νταν Γιόργκενσεν, έχει δαπανήσει η ΕΕ, ενώ τα χειρότερα είναι μπροστά, με την ιμπεριαλιστική ένωση όχι μόνο να αρνείται να πάρει τα παραμικρά μέτρα ανακούφισης για τα λαϊκά νοικοκυριά, αλλά να προωθεί ως «αντίδοτο» τη νέα «αρχιτεκτονική ενεργειακής ασφάλειας» και την προώθηση της «πράσινης μετάβασης», που οδηγούν σε νέες ανατιμήσεις.

Η χτεσινή συζήτηση κινήθηκε σε τρεις βασικούς άξονες, «ενεργειακή προσιτότητα, καινοτομία και ανατροπές στην αγορά, ευρωπαϊκή ενεργειακή ασφάλεια και συνεργασία», ενώ συμμετείχαν εκπρόσωποι των κρατών – μελών και των χωρών της Ευρωπαϊκής Ζώνης Ελεύθερων Συναλλαγών (EFTA), δηλαδή της Νορβηγίας, της Ισλανδίας, της Ελβετίας και του Λιχτενστάιν, καθώς και εκπρόσωποι από Μολδαβία, Μαυροβούνιο, Ηνωμένο Βασίλειο και Ουκρανία, ως «έμπιστοι εταίροι» στην ενεργειακή ασφάλεια, στη διαφοροποίηση των πηγών και στις αλυσίδες εφοδιασμού. Ενδεικτική για την αντιμετώπιση του ζητήματος υπό το πρίσμα της πολεμικής οικονομίας της ΕΕ και της «ανθεκτικότητας» ήταν και η συμμετοχή του ταξίαρχου Τίμοθι Ο’Μπράιεν, διευθυντή του γραφείου του προέδρου της Στρατιωτικής Επιτροπής της ΕΕ.

Κομμάτι της πολεμικής οικονομίας η «ενεργειακή ασφάλεια»

Η «ενεργειακή προσιτότητα» αποτέλεσε το πρώτο θέμα της συνόδου, με τα ευχολόγια για τη μείωση των λογαριασμών να «σκοντάφτουν» πάνω στα μικρότερα περιθώρια παρεμβάσεων και στις προτεραιότητες της πολεμικής οικονομίας που έχει η ΕΕ, με την ιρλανδική προεδρία να ζητάει «καλύτερη στόχευση των κρατικών παρεμβάσεων», αλλά και στους ανταγωνισμούς στο εσωτερικό της Ενωσης.

Την ίδια ώρα, παρουσιάζοντας το φαρμάκι ως φάρμακο η Κομισιόν έθεσε την επιτάχυνση του εξηλεκτρισμού ως απάντηση και στην αύξηση της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ εντός του μπλοκ, ενώ ο Ιρλανδός υπουργός Ενέργειας, Ντάραγκ Ο’Μπράιεν, ξεκόβοντας επί της ουσίας κάθε συζήτηση για μέτρα στήριξης, είπε ότι καμία κυβέρνηση της ΕΕ δεν μπορεί να προστατεύσει τους πολίτες από κάθε αύξηση τιμών. Παράλληλα συνέδεσε τις υψηλές τιμές με την «υπερβολική εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα» και προέβαλε τον στόχο η ΕΕ να γίνει «η πρώτη ηλεκτρική ήπειρος», με επιτάχυνση της ανάπτυξης των ΑΠΕ, δίνοντας έμφαση στην ολοκλήρωση του πακέτου για τα δίκτυα, το οποίο αποτελεί μία από τις προτεραιότητες της ιρλανδικής προεδρίας.

Η Κομισιόν υπολογίζει ότι απαιτούνται επενδύσεις – μαμούθ ύψους περίπου 584 δισ. ευρώ στα ηλεκτρικά δίκτυα της ΕΕ μέχρι το 2030, ενώ το ευρωπαϊκό «πακέτο για τα δίκτυα» επιχειρεί να επιταχύνει θεσμικά και αδειοδοτικά την υλοποίηση των σχετικών έργων, προσφέροντας άλλο ένα τεράστιο πακέτο στήριξης των επενδύσεων των επιχειρηματικών ομίλων με ενωσιακό και κρατικό χρήμα, το οποίο επωμίζονται οι λαοί.

Στο επίκεντρο της συζήτησης βρέθηκε επίσης το ενδεχόμενο απαγόρευσης των αμερικανικών εξαγωγών ντίζελ προς την Ευρώπη.

Ο Ο’Μπράιεν δήλωσε ότι μια ενδεχόμενη 90ήμερη απαγόρευση θα είχε σημαντικές επιπτώσεις στην ΕΕ, είπε ότι στην πρόσφατη επίσκεψή του στην Ουάσιγκτον δεν διαπίστωσε αυτήν τη στιγμή να υπάρχει «ώθηση» για την επιβολή ενός τέτοιου μέτρου «αλλά η ΕΕ δεν μπορεί να εφησυχάζει», ενώ ισχυρίστηκε πως μια τέτοια απαγόρευση θα μπορούσε να έχει επιπτώσεις και στις ίδιες τις ΗΠΑ, καθώς θα επηρέαζε τη βιομηχανία διύλισης και τις τιμές άλλων καυσίμων.

Ερωτηθείς για το ενδεχόμενο σχεδίου έκτακτης αντιμετώπισης, απάντησε ότι η Ευρώπη διαθέτει αποθέματα αλλά πρέπει να είναι προετοιμασμένη για διαφορετικά σενάρια. Τόνισε ακόμα ότι μεγάλο μέρος της ατζέντας του Συμβουλίου Ενέργειας της ΕΕ τον Οκτώβρη θα αφιερωθεί στην ενεργειακή ασφάλεια και στον εφοδιασμό.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε και η τρίτη θεματική ενότητα της συνόδου, όπου η ενεργειακή ασφάλεια συνδέθηκε ευθέως με «την άμυνα και την ασφάλεια», τις διασυνδέσεις, τις αλυσίδες εφοδιασμού, τον περιφερειακό σχεδιασμό, την προστασία των ενεργειακών υποδομών από επιθέσεις και την ανθεκτικότητά τους.

Η ίδια η ατζέντα αποτύπωσε έτσι την ολοένα στενότερη σύνδεση της Ενέργειας με την όξυνση των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, αλλά και με τις ανάγκες της πολεμικής οικονομίας της ΕΕ, με τα δίκτυα, τους αγωγούς και τους τερματικούς σταθμούς να αντιμετωπίζονται ως κρίσιμα στοιχεία στρατηγικής σημασίας, στο πλαίσιο και της συνολικότερης αναδιάταξης των ενεργειακών ροών εν μέσω όξυνσης των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και των πολεμικών μετώπων.

Ντίλερ των ενεργειακών ομίλων η κυβέρνηση

Από ελληνικής πλευράς ο υφυπουργός Ενέργειας Νίκος Τσάφος έθεσε την ανάγκη επανεξέτασης της «αρχιτεκτονικής της ενεργειακής ασφάλειας» της ΕΕ, υποστηρίζοντας ότι το υφιστάμενο μοντέλο σχεδιάστηκε για διαφορετικές συνθήκες, όταν η Ενέργεια ήταν φτηνότερη και οι διαταραχές στον εφοδιασμό σπανιότερες. Οπως είπε, η μετάβαση σε ένα νέο ενεργειακό σύστημα θα είναι μακρά και δύσκολη.

Παράλληλα έθεσε ζήτημα αντιφάσεων ανάμεσα στους διαφορετικούς στόχους της ευρωπαϊκής ενεργειακής πολιτικής, φέρνοντας ως παράδειγμα τη διύλιση, για την οποία επεσήμανε ότι η ΕΕ έχει χάσει περίπου το 15% της δυναμικότητάς της τα τελευταία 20 χρόνια, και ζητώντας επί της ουσίας να πέσουν οι σημερινές τιμές του διοξειδίου του άνθρακα, που θα μπορούσαν «να πλήξουν σοβαρά την ανταγωνιστικότητα» των ευρωπαϊκών διυλιστηρίων.

Εκανε λόγο και για αντίστοιχες αντιφάσεις στην αγορά του φυσικού αερίου, αναφερόμενος στους στόχους πλήρωσης των αποθηκών, στα περιορισμένα περιθώρια προσαρμογής όταν οι τιμές λειτουργούν αποτρεπτικά για την αποθήκευση, αλλά και στο πλαίσιο που όπως υποστήριξε αποθαρρύνει επενδύσεις σε υποδομές φυσικού αερίου και δυσκολεύει τη σύναψη μακροπρόθεσμων συμβάσεων προμήθειας.

Αναδημοσίευση από τον «Ριζοσπάστη»

Σχετικά θέματα

Post
Filter