Πολιτισμός

Ο Δράκος και το Παρακράτος

«Αρίστος». Σκηνοθεσία: Γιώργος Παπαγεωργίου, Θέατρο του Νέου Κόσμου - Θέατρο Άνεσις

 

 «Άκου να δεις κύριε σύμπτωση! Ομολόγησε ο δράκος την ίδια μέρα που μαθαίναμε για το Λαμπράκη και την παραπομπή των φονιάδων του» θα πει για τον Αριστείδη Παγκρατίδη ο Χαλεπλής, αφεντικό του και  ιδιοκτήτης του «Γύρου του θανάτου»,  ένα από τα πρόσωπα του «Αρίστου», της παράστασης που στηρίζεται στο μυθιστόρημα του Θωμά Κοροβίνη «Ο Γύρος του Θανάτου».

Το γνωστό μυθιστόρημα διασκεύασε εύστοχα για τη σκηνή η Θεοδώρα Καπράλου με δραματουργικές εντάσεις εναλλασσόμενες  με ευτράπελες καταστάσεις και σπαράγματα από τραγούδια της εποχής, με ζωντανή μουσική του Γιώργου Δούσου, δημιουργώντας την ατμόσφαιρα της εποχής των δεκαετιών ’50-’60 στη Θεσσαλονίκη. Τότε που έδρασε ο περίφημος Δράκος του Σέιχ-Σου, η πραγματική ταυτότητα του οποίου παραμένει ένα από τα μεγαλύτερα μυστήρια ‒ παρόλο που συνελήφθη το 1963 ο 23χρονος Αριστείδης Παγκρατίδης ο οποίος κρίθηκε ένοχος και  καταδικάστηκε σε θανατική ποινή λίγα χρόνια μετά για τα αποτρόπαια εγκλήματα που απασχόλησαν επί μακρόν τον Τύπο της εποχής.

Όπως θα πει η Σύλβα, μια δευτεροκλασάτη τραγουδίστρια που είχε σύντομο δεσμό με τον Αρίστο, εκφράζοντας μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης της εποχής: «Σιγά μην ήταν αυτό το αρνάκι του Θεού, ο δράκος του Σέιχ Σου. Μπορούσε η αστυνομία εκείνου του καιρού να βρει το σωστό Δράκο; Με ποια φόντα; Ακούστηκαν πολλά…για το Σκλαβούνο, έναν ψυχοπαθή γιατρό, ένα βιομήχανο με τον οδηγό του, το γιο ενός εργοστασιάρχη…».

Κοινωνικοποίηση στο περιθώριο

Αλλά και η σύγχρονη εγκληματολογία αμφισβητεί έντονα ότι ο Παγκρατίδης είχε τα χαρακτηριστικά ψυχοπαθούς που συνάδουν με τον δολοφόνο του Σέιχ Σου που επιτίθετο σε ζευγάρια, τα σκότωνε πολτοποιώντας τα κεφάλια τους με πέτρες και βίαζε τις ετοιμοθάνατες γυναίκες. Όπως υποδεικνύει η εγκληματολόγος Κάτια Σωτηρίου που γράφει στο πρόγραμμα της παράστασης, ο Παγκρατίδης δεν ήταν ψυχοπαθής αλλά κοινωνικοπαθής, δηλαδή θύμα των κοινωνικών δομών ενώ η περίπτωσή του συνέβαλε στο να τεθεί σε αμφισβήτηση η θανατική ποινή έως ότου αποφασιστεί η κατάργησή της και τυπικά στην Ελλάδα το 1993.

 Η παράσταση που σκηνοθέτησε ευφυώς ο Γιώργος Παπαγεωργίου τοποθετεί τον Αρίστο στο κοινωνικο-πολιτικό πλαίσιο της εποχής του, εκείνο της μετεμφυλιακής Ελλάδας με τους χαφιέδες, το παρακράτος της δεξιάς σε πλήρη άνθηση, τα λούμπεν στοιχεία που ζούσαν στο περιθώριο της καθώς πρέπει αστικής κοινωνίας. Ταυτόχρονα, κάνει ένα οδοιπορικό σε σημεία και τόπους της τότε Θεσσαλονίκης, στην Τούμπα ή στην Παλιά Παραλία, στη Χαριλάου ή στο γήπεδο του ΠΑΟΚ. Στις φτωχογειτονιές ή στις αστικές πολυκατοικίες, στα ύποπτα στέκια όπου σύχναζαν οι «αδελφές» και στις πιάτσες όπου έψαχναν τον αγοραίο έρωτα. Γιατί σε όλα αυτά σύχναζε ο Αρίστος, μόνος από μικρός, χωρίς πατέρα, μια μάνα πλύστρα που δούλευε όλη μέρα και τον άφηνε ανεξέλεγκτο. Με δουλειές του ποδαριού, μικρο-παρανομίες, δίνοντας αίμα ή το κορμί του σε παιδεραστές από μικρή ηλικία για ένα πιάτο φαΐ ή μια τυρόπιτα, ο Αρίστος ήταν το κατεξοχήν παράδειγμα παραβατικού ατόμου που ζει στο περιθώριο της κοινωνίας και, επομένως, το πλέον πρόσφορο θύμα για μια επιτυχία της αστυνομίας που αντιμετώπιζε, την ίδια ακριβώς στιγμή, την κατακραυγή για τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη και για την ανεξέλεγκτη δράση του παρακράτους με συγκαλύψεις όταν δεν βρισκόταν σε άμεση σχέση μαζί του.

Η παράσταση κινήθηκε μεταξύ δραματοποιημένων μαρτυριών ατόμων διαφορετικής προέλευσης και εμβόλιμων μαρτυριών από εφημερίδες της εποχής, μη έχοντας καμιά πρόθεση «αγιοποίησης» του Αρίστου αλλά αντίθετα κάνοντας μια τομή στην κοινωνία της εποχής όπου αυτός έζησε: κοινωνία πλήρους παθογένειας, πρόσφορη για τη δημιουργία κοινωνικο-οικονομικού αποκλεισμού μη προνομιούχων στρωμάτων αλλά και, στο ίδιο περιβάλλον, τη δημιουργία παρακρατικών, καταδοτών και ατιμώρητων παιδεραστών που συχνά ταυτίζονταν στα ίδια πρόσωπα. 

Λιτή παράσταση μεγάλης έντασης

Τρεις ηθοποιοί αναλαμβάνουν όλους τους αντιθετικούς ρόλους εν είδει προσώπων αλλά και αφηγητών της ιστορίας. Τον Αρίστο, τη μάνα του, τον παιδικό του φίλο, έναν αστό, παιδεραστές, έναν χωροφύλακα, ένα παρακρατικό, τη Λόλο, τη Σύλβα, τον Χαλεπλή με τον «Γύρο του θανάτου» σε βαρέλι. Γεγονός που επιτρέπει να ακουστούν διαφορετικές διάλεκτοι και γλωσσικά ιδιώματα (ένα είδος σχετικής πολυγλωσσίας) ανάλογα με το πρόσωπο που εκφέρει τον λόγο και που συχνά αποτελούν πρόσθετη αιτία δημιουργίας χιουμοριστικής κατάστασης. Αρχικά, οι τρεις ηθοποιοί, μπροστά  από ένα τραπέζι με ντοκουμέντα και εφημερίδες της εποχής, καταθέτουν ως ερευνητές τη βασική υπόθεση. Στη συνέχεια, εναλλάσσονται στους ρόλους καθώς η αφήγηση επιτρέπει τη διαδοχική είσοδο δραματικών προσώπων, παράταιρων μεταξύ τους, από διαφορετικές χρονικές φάσεις της ζωής του Αρίστου, πρόσωπα που καταθέτουν τη δική τους γνωριμία μαζί του, την άποψή τους αν ήταν ή δεν ήταν αυτός ο Δράκος του Σέιχ Σου.

Το λιτό σκηνικό της Κατερίνας Αριανούτσου στηρίζεται στο κεντρικό τραπέζι που θα λάβει και άλλες σκηνικές λειτουργίες με τη βοήθεια των ηθοποιών, κάποιες καρέκλες και ένα μικρότερο τραπέζι, χώρο της Μάνας του Αρίστου με τα στοιχειώδη αντικείμενα.  Τα κοστούμια της σκηνογράφου, μαύρα και για τα τρία πρόσωπα, είναι αυστηρά κοστούμια για τους άντρες και ταγιέρ για τη γυναίκα που θα αποδειχτούν αρκετά ευμετάβλητα ώστε να προσαρμοστούν εύκολα στη συνέχεια στους διαφορετικούς τους ρόλους. Στη δημιουργία διαφορετικού επεισοδίου συνέβαλαν και οι φωτισμοί του Αλέκου Αναστασίου που κρατούσαν τη σχετικά μεγάλη σκηνή σε ημίφως, φωτίζοντας το εκάστοτε πρόσωπο και τη δράση του, διατηρώντας ωστόσο πάντοτε χαμηλούς φωτισμούς που ενέτειναν την αίσθηση ότι όλα κινούνται στο περιθώριο.

Η παράσταση οφείλει αναμφισβήτητα την επιτυχία της ‒που συνεχίζεται αμείωτη για δεύτερη χρονιά‒ και στους τρεις ηθοποιούς της: η Ελένη Ουζουνίδου κινείται με άνεση από την αποστασιοποιημένη συγκίνηση της Μάνας στη σκιαγράφηση της ανάλαφρης τραγουδίστριας με το ιδιάζον λεκτικό ιδίωμα. Ο Μιχάλης Οικονόμου περνά με την ίδια άνεση από τον καθώς πρέπει αστό στην τραβεστί Λόλα, έναν από τους μεγάλους μονολόγους με έντονα τα καλιαρντά, την αργκό-αναγκαίο κώδικα επικοινωνίας των ομοφυλόφιλων που είχε καθιερωθεί λίγες μόλις δεκαετίες πριν και που ο ηθοποιός αποδίδει με παιχνίδισμα και χαρακτηριστική κινησιολογία. Ο Γιώργος Χριστοδούλου επιβεβαιώνει το ταλέντο του -το οποίο έγινε εμφανές ήδη από τις πρώτες, όχι πολύ παλιές, εμφανίσεις του στο θέατρο- αναλαμβάνοντας και αυτός διαφορετικούς ρόλους αλλά και δίνοντας έναν συγκλονιστικό μονόλογο στο τέλος ως Αρίστος. Τρεις ταλαντούχοι ηθοποιοί που κρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον, ξέρουν να τσαλακώνονται αλλά και να κινούνται με άνεση μεταξύ δραματικών καταστάσεων και χιούμορ με σπάνια ισορροπία και γνωρίζουν ότι το δραματικό όπως και το κωμικό χρειάζεται έλεγχο και σωστή αποστασιοποίηση για να λειτουργήσει αποτελεσματικά.

Την αποφασιστικής σημασίας κίνηση για τη μεταπήδηση από τον ένα ρόλο στον άλλο με ελάχιστα βοηθήματα έκανε η Μαρίζα Τσίγκα.

Ο και εξαίρετος ηθοποιός Γιώργος Παπαγεωργίου εισήλθε ακόμα μια φορά γερά εφοδιασμένος στη σκηνοθεσία, όχι αναμετρώμενος μέχρι στιγμής με τα «μεγάλα έργα» με τα οποία καταπιάνονται φιλόδοξα άλλοι νεαροί σκηνοθέτες μας αλλά με ουσιαστικές επιλογές, μελετημένος, έχοντας συγκεκριμένη πρόταση πάνω στο έργο που επέλεξε και γνωρίζοντας τον τρόπο που θα πετύχει το ιδανικό αποτέλεσμα χωρίς σκηνοθετισμούς και εντυπωσιασμούς. Η ανταπόκριση του κοινού δεν είναι τυχαία και τον δικαιώνει.

Οι φωτογραφίες είναι της Δομνίκης Μητροπούλου.

* Καθηγητής Σημειωτικής του Θεάτρου και Θεωρίας της Επιτέλεσης το Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πατρών.    

(Επισκέψεις: 532 φορές, όπου 1 ημερήσιες)
Ημεροδρόμος

Ημεροδρόμος

Send this to a friend