Πολιτισμός

«Μα τι χώρα! – What a country!»

Συζήτηση με τον σκηνοθέτη της βραβευμένης ταινίας στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης «Μα τι χώρα!», Βινκο Μπρεσάν

Ο νικητής των βραβείων Κοινού Fischer του Τμήματος ‘Ματιές στα Βαλκάνια’ Βίνκο Μπρέσαν θεωρείται ο πιο σημαντικός Κροάτης σκηνοθέτης των τελευταίων δεκαετιών. Με έξι μεγάλου μήκους ταινίες στο ενεργητικό του και 25 βραβεία σε διεθνή φεστιβάλ – ανάμεσα τους το φεστιβάλ του Βερολίνου, του Κάρλοβι Βάρυ και της Θεσσαλονίκης – ο Μπρέσαν είναι ένας πρόσχαρος Βαλκάνιος, γεμάτος χιούμορ, και εντυπωσιασμένος από την Θεσσαλονίκη που επισκέφτηκε φέτος για πρώτη φορά.

***

Τη λάτρεψα. Κάνω βόλτες και βλέπω τις βυζαντινές εκκλησίες. Είναι πολύ όμορφες. Πήγα στο Αρχαιολογικό και το Λαογραφικό Μουσείο, στην αγορά. Φοβερή πόλη. Γεμάτη πολιτισμό, γεμάτη ιστορία. Και το φεστιβάλ είναι πολύ σημαντικό για τον βαλκανικό κινηματογράφο. Δεν το λέω αυτό γιατί έχουν προβάλει και τις πέντε ταινίες μου, αλλά γιατί χωρίς το ‘Ματιές στα Βαλκάνια’ του φεστιβάλ Θεσσαλονίκης η έννοια Βαλκανικός Κινηματογράφος δεν θα υπήρχε.  Οι άνθρωποι που έστησαν αυτό το τμήμα έκαναν τους βαλκάνιους δημιουργούς να αισθάνονται σημαντικοί. Δούλεψαν πολύ γ’αυτό, και το έκαναν με φροντίδα και αγάπη.

Η ταινία ήταν μια πολύ καλή κωμωδία. Ο κόσμος γέλασε πολύ.

Ναι, πράγματι.  Είχε χιούμορ. Δεν θα’θελα όμως να αποκαλέσω την ταινία μου ΄κωμωδία.’ γιατί δεν είναι κωμωδία. Θα μπορούσε κανείς να την αποκαλέσει ‘κωμωδία με τραγικές στιγμές’ ή τραγωδία με κωμικό λόγο’. Είναι απαραίτητο να βάλουμε την ταινία στα κουτάκια με τα κινηματογραφικά είδη;  Δεν νομίζω.Ξέρω πως η αντίδραση του κόσμου είναι το γέλιο, γιατί ο λόγος είναι κωμικός. Την περιμένω αυτή την αντίδραση του κοινού.  Σε καμία περίπτωση όμως δεν είναι κωμωδία.

Στην ταινία υπήρχαν στοιχεία παράλογου, κάποιος που ξυπνάει συνέχεια από έναν εφιάλτη π.χ. Κι η ερώτηση που μου έρχεται αυθόρμητα στο μυαλό: Ποιος είναι ο αγαπημένος σας κινηματογραφιστής;

Ο Μπουνιουέλ φυσικά. Νομίζω ότι είναι πασιφανές. Βγάζει μάτι. Σοβαρά τώρα, κάθε φορά που έχω να γυρίσω μια σκηνή, αναρωτιέμαι: Τι θα έκανε εδώ ο Μπουνιουέλ; Και προσπαθώ να βρω την απάντηση. Άλλες φορές κάνω αυτό που νομίζω ότι θα έκανε ο Μπουνιουέλ, άλλες πάλι όχι.  Γιατί εγώ δεν είμαι ο Μπουνιουέλ, φυσικά. Δεν έχω τέτοιο ταλέντο. Εκείνος ήταν μεγαλοφυΐα.  Πάντα όμως το ζήτημα για μένα είναι: τι στάση θα κράταγε ο Μπουνιουέλ;  Μια φορά είχα να γυρίσω ένα διάλογο ανάμεσα σε δυο παπάδες. Σκέφτομαι για μια στιγμή: τι θα έκανε τώρα ο Μπουνιουέλ; Ξέρω, θα έβαζε τον έναν από τους δυο να ξυρίσει τις γάμπες του. Δεν το γύρισα όμως, δεν πήγαινε στην ταινία.

Ο κόσμος μπορεί να γέλασε, το τέλος όμως ήταν τραγικό.

Δεν ήταν μόνο το τέλος τραγικό. Η τραγικότητα διαπερνάει όλο το φιλμ. Ένας άνθρωπος που θέλει να αυτοκτονήσει δεν είναι κάτι κωμικό αυτό. Αν κάποιος έχει ένα τόσο σοβαρό πρόβλημα που θέλει να κλειστεί σε ένα κελί, αυτό πάλι δεν είναι κωμικό. Πάντα προσπαθώ το σοβαρό, το τραγικό να είναι το κύριο στοιχείο στις ταινίες μου. Οι άνθρωποι που κλέβουν το φέρετρο, αυτό κι αν είναι τραγικό. Ο λόγος που κλέβουν το φέρετρο είναι τραγικός, δεν είναι μόνο το τέλος.

Ο λόγος βέβαια είναι μυστικός. Ήθελα να κρατήσω ένα μυστικό για το τέλος.  Αλλά πάντα αυτό κάνω, και στις προηγούμενες ταινίες μου. Ένας καλός μου φίλος μου είπε: ‘Πάντα κρατάς ένα πτώμα για το τέλος.’ Και σε ένα βαθμό έχει δίκιο. Πάντα προσπαθώ να βρω μια ισορροπία ανάμεσα στο κωμικό και το τραγικό γιατί αυτές είναι οι ζωές μας, οι βαλκανικές ζωές μας, τολμώ να πω. Μια τεράστια κωμωδία με ένα τραγικό φινάλε. Προσπαθώ λοιπόν οι ταινίες μου να αναπτύσσονται τόσο σε ένα κωμικό όσο και σε ένα τραγικό επίπεδο. Ταινίες μου που θα μπορούσε κανείς να αποκαλέσει κωμωδίες, όπως  το Θεϊκό Κόλπο είχε τραγικές στιγμές και ένα τραγικό τέλος.

Πάντα προσπαθώ να βρω την ισορροπία ανάμεσα στην κωμωδία και την τραγωδία. Χωρίς την τραγωδία, δεν υπάρχει το κωμικό στοιχείο. Αν δεν υπάρχουν αστείες στιγμές, δεν θα αισθανθεί κανείς τόσο έντονα την τραγωδία. Αν δεν υπάρχει τραγωδία, τότε δεν καταλαβαίνεις τις αστείες στιγμές. Πάντα η ισορροπία κωμικό-τραγικό, κωμικό-τραγικό. Έτσι είναι η ζωή.

Είναι και ένας τρόπος να διαχειριστείτε το τραύμα, τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας.

Σίγουρα ήταν τραύμα, 200.000 νεκροί. Ήταν μια τραγική στιγμή. Όλοι ζούμε τις συνέπειες της.  Η ταινία μου είναι μια συνέπεια αυτού του τραύματος. Τέσσερεις γονείς προσπαθούν να βρουν τις σωρούς των παιδιών τους.  Ή ο βετεράνος του πολέμου που θέλει να αυτοκτονήσει. Γιατί να το κάνει αυτό; Γιατί είναι απελπισμένος.  Όταν αρχίσαμε να φτιάχνουμε την ταινία με τον Μάτε Μάτιτσιτς, τον σεναριογράφο και καλύτερο  μου φίλο, σκεφτήκαμε: με τι θα ασχοληθούμε στην επόμενη ταινία μας;  Ποια είναι τα τραύματα της Κροατίας; Αυτοκτονίες βετεράνων του πολέμου, η διαφθορά στην πολιτική ζωή και τρίτον η επιρροή του νεκρού Φράνιο Τούτζμαν στην καθημερινή μας ζωή.  Γι αυτά τα τρία τραύματα θέλαμε να μιλήσουμε σ’αυτή την ταινία.

Εμφανίζεται όμως και ο Μιλόσεβιτς – έστω και νεκρός…

Ναι, γιατί ήθελα να δείξω πως η κατάσταση στην Κροατία και τη Σερβία είναι πάνω κάτω η ίδια.  Δεν έχει μεγάλη διαφορά. Φυσικά στην ταινία είναι αστείο, ένα δεύτερο φέρετρο….Κάποιος με ρώτησε: ΄Γιατί δεν έβαλες και το φέρετρο του Αλία Ιζεσμπέκοβιτς;’  Το πρόβλημα δεν ήταν πολιτικό αλλά χωροταξικό. Πού να βάλω τρία φέρετρα; Θα έπρεπε να υπάρχουν και άλλοι τέσσερεις χαρακτήρες για να κουβαλάν το τρίτο φέρετρο. Θα περιπλέκονταν πολύ τα πράγματα στο γύρισμα. Αυτός είναι ο λόγος που δεν έβαλα και το φέρετρο του Αλία Ιζεσμπέκοβιτς.

Κι έτσι το φέρετρο του Μιλόσεβιτς το κουβαλάν ένα ζευγάρι Σέρβων και ένα ζευγάρι Βόσνιων. Ο Τούτζμαν λοιπόν είναι μια προσωπικότητα με μεγάλη επιρροή στην κροατική κοινωνία. Ο Τίτο; Κι ο Τίτο Κροάτης ήταν.

Αυτή τη στιγμή υπάρχει μια δημόσια διένεξη για τον Τίτο. Συζητάνε για το αν ήταν ένας θετικός ή αρνητικός ιστορικός χαρακτήρας, το οποίο και είναι ηλίθιο γιατί ήταν μια μεγάλη ιστορική φυσιογνωμία με τα θετικά και τα αρνητικά της σημεία. Ήταν προϊόν της εποχής του. Είναι πολύ δύσκολο να μιλάμε για ιστορικές μορφές υπό το πρίσμα της σημερινής πραγματικότητας και να τους κρίνουμε με τα σημερινά στάνταρ μας. Δεν γίνεται αυτό.  Πολλοί κατηγορούν τον Τίτο για τα καλά πράγματα που έκανε, όχι για τα κακά. Του επιτίθενται γιατί ήταν ο ηγέτης του αντιφασιστικού αγώνα.  Δεν τον κατηγορούν, π.χ. γιατί το επίπεδο των ανθρώπινων δικαιωμάτων δεν ήταν τόσο υψηλό όσο π.χ. στην Αγγλία αλλά γι’ αυτό το πράγμα, και είναι τρελό.

Πώς και έτσι;

Γιατί πολύς κόσμος ήταν με την άλλη πλευρά στον πόλεμο.

Με τους ναζί δηλαδή.

Φυσικά.

Κι εδώ έγκειται και η διαφορά σας με τη Σερβία. Εκεί υπάρχει ένα κύμα νοσταλγίας για την εποχή του Τίτο.

Δεν μπορώ να μιλήσω για τα Σερβία. Κάτι γνωρίζω, αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία.

Ο πόλεμος τελείωσε, η Γιουγκοσλαβία διαλύθηκε. Η ταινίας σας είναι κροατο-σερβική συμπαραγωγή

Και πολωνική.

Για εξήντα χρόνια ήσασταν πολίτες του ίδιου κράτους. Μοιραστήκατε πράγματα. Ποια είναι η σχέση σας τώρα και στο μέλλον;

Όσον αφορα τον πολιτισμό, το μέλλον είναι ευοίωνο. Έχουμε κάνει συμπαραγωγές με τη Σερβία. Τι συμπαραγωγή δηλαδή, γνωρίζουμε πολύ καλά οι μεν τους δε. Προερχόμαστε από την ίδια κινηματογραφική σχολή. Η θέαση που έχουμε στα πράγματα, τι σκεφτόμαστε, από ποια γωνία θα τραβήξουμε, αυτά είναι τα ίδια. Συμπαραγωγή θα πω για την Πολωνία ή, ξέρω γω, τη Δανία, πρέπει να καταλάβεις το πώς το βλέπει ο άλλος, αλλά με τη Σερβία όχι. Έχουμε κοινές βάσεις.  Στην ταινία ήταν μέσα και η Βοσνία αλλά έβαλε τόσο λίγα χρήματα που εν το λες συμπαραγωγή.

Και κάτι τελευταίο. Ο ηθοποιός που είχε μεταφέρει στο σπίτι του τη σορό του Τούτζμαν…

Ναι, είναι ένας διάσημος Σέρβος ηθοποιός, ο Λάζαρ Ριστόφσκι. Είχε παίξει και στο Underground του Κουστουρίτσα. Είναι μεγάλος ηθοποιός. Και ο Κουστουριτσα  είναι μεγάλος σκηνοθέτη. Ας είμαστε ειλικρινείς. Το ταλέντο δεν εξαφανίζεται. Στο μέλλον θα κάνει και πάλι σπουδαίες ταινίες.

Έτσι λοιπόν έχω έναν διάσημο Σέρβο ηθοποιό να παίζει τον Κροάτη εθνικιστή, έναν Πολωνό να παίζει τον Πρόεδρο της Κροατίας και έναν Σλοβένο τον πρωθυπουργό. Έτσι είναι τα Βαλκάνια!

 

(Επισκέψεις: 564 φορές, όπου 1 ημερήσιες)

Σχετικά Άρθρα

Ημεροδρόμος

Ημεροδρόμος

Send this to a friend