Απόψεις Πολιτική Πολιτισμός

Γιατί ήταν «λυπημένος» ο Καρυωτάκης (στην Πρέβεζα);

Ο «λυπημένος» Καρυωτάκης, οι χαρούμενοι «καρυωτακολόγοι», ένα πεζό (ΚΑΘΑΡΣΙΣ) και δύο ποιήματα («ΔΟΝ ΚΙΧΩΤΕΣ», «ΠΡΕΒΕΖΑ»).

Tον ποιητή  Κώστα Καρυωτάκη θυμήθηκε η κυρία Βίκυ Φλέσσα, υποψήφια ευρωβουλευτής με τη Νέα Δημοκρατία, λίγες μέρες πριν, όταν βρέθηκε στην Πρέβεζα για προεκλογικούς λόγους.  «Δεν κατάλαβα ποτέ γιατί ο Καρυωτάκης ήταν τόσο λυπημένος – για να είμαι ειλικρινής – σε αυτή την υπέροχη πόλη, κάνοντας βόλτα στην προκυμαία» (βίντεο εδώ), είπε.

Από τότε που έγινε αυτή η δήλωση έχω προβληματιστεί ιδιαιτέρως. Σκέφτομαι και ξανασκέφτομαι: 

Είμαι από την Πρέβεζα και θεωρώ πως η πόλη και η γύρω περιοχή είναι υπέροχη. Έχω, δηλαδή, την ίδια άποψη με την κυρία Φλέσσα για την ομορφιά της Πρέβεζας.  Δεν είχα ποτέ, όμως, την απορία που ταλαιπωρεί την υποψήφια της ΝΔ. Δεν αναρωτήθηκα ποτέ γιατί ο Καρυωτάκης ήταν «τόσο λυπημένος» στην Πρέβεζα. Γιατί;…

Ο Καρυωτάκης – ο «λυπημένος» σύμφωνα με τη Β. Φλέσσα, ο «μηδενιστής» και «απαισιόδοξος» σύμφωνα με άλλους – είναι ευρέως γνωστό ότι αυτοκτόνησε στην Πρέβεζα. Μέχρι εδώ εντάξει. Από εκεί και πέρα; Δυσκολεύομαι να πιστέψω πως το σχήμα (;) «λυπημένος – Πρέβεζα – αυτοκτονία» μπορεί να σταθεί, ακόμα κι αν κάποιος δεν γνωρίζει τίποτα παραπάνω για τον ποιητή. Για τον Κώστα Καρυωτάκη μπορεί να βρει κανείς (όποιος έχει τη διάθεση και την ευαισθησία  να θέλει «τον καταλάβει») πλούσια βιβλιογραφία για τη ζωή και το έργο του, ένα έργο που άσκησε καθοριστική επιρροή στην ελληνική ποίηση. Επίσης, έχει τη δυνατότητα μέχρι και να διαβάσει τα ποιήματα και τα πεζά του. Κυκλοφορούν ακόμα.  

Ας αφήσουμε, όμως, την κυρία Φλέσσα και τις συγκεκριμένες αναζητήσεις της, που έτυχε να τις εκφράσει στην Πρέβεζα. Μπορεί να ήθελε να κάνει ένα κοπλιμέντο στους κατοίκους για την πόλη τους, ώστε να «σπάσει ο πάγος» και να αναλύσει πιο άνετα το πολιτικό της όραμα. Σε τελική ανάλυση (θα το γράψω κι ας είναι λιγουλάκι άκομψο) μου είναι αδιάφορο αν η υποψήφια ευρωβουλευτής της ΝΔ  θα λύσει τις απορίες για τον Καρυωτάκη.

Ευκαιρία είναι, πάντως, μετά την δημοσιότητα που πήρε ο Καρυωτάκης, έστω και με αυτόν τον τρόπο, να γράψουμε δύο λόγια:

  • Η επιφανειακή πρόσληψη του έργου του Καρυωτάκη από διάφορους «καρυωτακολόγους», μιας ή περισσότερων χρήσεων, αφαιρεί από την ποίηση του βασικά της στοιχεία: Τον σαρκασμό και την κριτική στις κοινωνικές και πολιτικές δομές της εποχής του, τον σαρκασμό και την κριτική ακόμα και στον ίδιο του τον εαυτό. 
  • Ο Κ. Καρυωτάκης είχε σημαντική συνδικαλιστική δράση την οποία και είχε το σθένος να υπερασπιστεί και να υποστεί και τις συνέπειες.

Αν ψάξουν λίγο οι χαρούμενοι «καρυωτακολόγοι» θα βρούνε τα σχετικά στοιχεία.

Αντί άλλων πληροφοριών, προτείνω ένα πεζό (ΚΑΘΑΡΣΙΣ) και δύο ποιήματα («ΔΟΝ ΚΙΧΩΤΕΣ»,«ΠΡΕΒΕΖΑ») του «λυπημένου». 

Οι χαρούμενοι «καρυωτακολόγοι» ας διαβάσουν αργά – αργά. Ίσως βοηθήσει. 

ΚΑΘΑΡΣΙΣ

Βέβαια. Ἔπρεπε νὰ σκύψω μπροστὰ στὸν ἕνα καί, χαϊδεύοντας ἡδονικὰ τὸ μαῦρο σεβιότ -πάφ, πάφ, πάφ, πάφ-, «ἔχετε λίγη σκόνη» νὰ εἴπω «κύριε Ἄλφα».

Ὕστερα ἔπρεπε νὰ περιμένω στὴ γωνιά, κι ὅταν ἀντίκριζα τὴν κοιλιὰ τοῦ ἄλλου, ἀφοῦ θά ῾χα ἐπὶ τόσα χρόνια παρακολουθήσει τὰ αἰσθήματα καὶ τὸ σφυγμό της, νὰ σκύψω ἄλλη μιὰ φορὰ καὶ νὰ ψιθυρίσω ἐμπιστευτικά: «Ἄχ, αὐτὸς ὁ Ἄλφα, κύριε Βῆτα…»

Ἔπρεπε πίσω ἀπὸ τὰ γυαλιὰ τοῦ Γάμμα, νὰ καραδοκῶ τὴν ἱλαρὴ ματιά του. Ἂν μοῦ τὴν ἐχάριζε, νὰ ξεδιπλώσω τὸ καλύτερο χαμόγελό μου καὶ νὰ τὴ δεχθῶ ὅπως σὲ μανδύα ἱππότου ἕνα βασιλικὸ βρέφος. Ἂν ὅμως ἀργοῦσε, νὰ σκύψω γιὰ τρίτη φορὰ γεμάτος συντριβὴ καὶ ν᾿ ἀρθρώσω: «Δοῦλος σας, κύριέ μου».

Ἀλλὰ πρῶτα πρῶτα ἔπρεπε νὰ μείνω στὴ σπεῖρα τοῦ Δέλτα. Ἐκεῖ ἡ λῃστεία γινόταν ὑπὸ λαμπρούς, διεθνεῖς οἰωνούς, μέσα σὲ πολυτελῆ γραφεῖα. Στὴν ἀρχὴ δὲν θὰ ὑπῆρχα. Κρυμμένος πίσω ἀπὸ τὸν κοντόπαχο τμηματάρχη μου, θὰ ὀσφραινόμουν. Θὰ εἶχα τρόπους λεπτούς, ἀέρινους. Θὰ ἐμάθαινα τὴ συνθηματική τους γλῶσσα. Ἡ ψαῦσις τοῦ ἀριστεροῦ μέρους τῆς χωρίστρας θὰ ἐσήμαινε: «πεντακόσιες χιλιάδες». Ἕνα ἐπίμονο τίναγμα τῆς στάχτης τοῦ πούρου θὰ ἔλεγε: «σύμφωνος». Θὰ ἐκέρδιζα τὴν ἐμπιστοσύνη ὅλων. Καί, μιὰ μέρα, ἀκουμπώντας στὸ κρύσταλλο τοῦ τραπεζιοῦ μου, θὰ ἔγραφα ἐγὼ τὴν ἀπάντηση: «Ὁ αὐτόνομος ὀργανισμός μας, κύριε Εἰσαγγελεῦ…»

Ἔπρεπε νὰ σκύψω, νὰ σκύψω, νὰ σκύψω. Τόσο ποὺ ἡ μύτη μου νὰ ἑνωθεῖ μὲ τὴ φτέρνα μου. Ἔτσι βολικὰ κουλουριασμένος, νὰ κυλῶ καὶ νὰ φθάσω.

Κανάγιες!

Τὸ ψωμὶ τῆς ἐξορίας μὲ τρέφει. Κουροῦνες χτυποῦν τὰ τζάμια τῆς κάμαράς μου. Καὶ σὲ βασανισμένα στήθη χωρικῶν βλέπω νὰ δυναμώνει ἡ πνοὴ ποὺ θὰ σᾶς σαρώσει.

Σήμερα ἐπῆρα τὰ κλειδιὰ κι ἀνέβηκα στὸ ἑνετικὸ φρούριο. Ἐπέρασα τρεῖς πόρτες, τρία πανύψηλα, κιτρινωπὰ τείχη, μὲ ριγμένες ἐπάλξεις. Ὅταν βρέθηκα μέσα στὸν ἐσωτερικό, τρίτο κύκλο, ἔχασα τὰ ἴχνη σας. Κοιτάζοντας ἀπὸ τὶς πολεμίστριες, χαμηλά, τὴ θάλασσα, τὴν πεδιάδα, τὰ βουνά, ἔνιωθα τὸν ἑαυτό μου ἀσφαλῆ. Ἐμπήκα σ᾿ ἐρειπωμένους στρατῶνες, σὲ κρύπτες ὅπου εἶχαν φυτρώσει συκιὲς καὶ ροδιές. Ἐφώναζα στὴν ἐρημία. Ἐπερπάτησα ὁλόκληρες ὧρες σπάζοντας μεγάλα, ξερὰ χόρτα. Ἀγκάθια κι ἀέρας δυνατὸς κολλοῦσαν στὰ ροῦχα μου. Μὲ ἧβρε ἡ νύχτα…

ΔΟΝ ΚΙΧΩΤΕΣ

Οἱ Δὸν Κιχῶτες πᾶνε ὀμπρὸς καὶ βλέπουνε ὡς τὴν ἄκρη
τοῦ κονταριοῦ ποὺ ἐκρέμασαν σημαία τους τὴν Ἰδέα.
Κοντόφθαλμοι ὁραματιστές, ἕνα δὲν ἔχουν δάκρυ
γιὰ νὰ δεχτοῦν ἀνθρώπινα κάθε βρισιὰ χυδαία.

Σκοντάφτουνε στὴ Λογικὴ καὶ στὰ ραβδιὰ τῶν ἄλλων
ἀστεῖα δαρμένοι σέρνονται καταμεσὶς τοῦ δρόμου,
ὁ Σάντσος λέει «δὲ σ᾿ τὸ ῾λεγα;» μὰ ἐκεῖνοι τῶν μεγάλων
σχεδίων, ἀντάξιοι μένουνε καί: «Σάντσο, τ᾿ ἄλογό μου!»

Ἔτσι ἂν τὸ θέλει ὁ Θερβάντες, ἐγὼ τοὺς εἶδα, μέσα
στὴν μίαν ἀνάλγητη Ζωή, τοῦ Ὀνείρου τοὺς ἱππότες
ἄναντρα νὰ πεζέψουνε καί, μὲ πικρὴν ἀνέσα,
μὲ μάτια ὀγρά, τὶς χίμαιρες ν᾿ ἀπαρνηθοῦν τὶς πρῶτες.

Τοὺς εἶδα πίσω νά ῾ρθουνε — παράφρονες, ὡραῖοι
ρηγάδες ποὺ ἐπολέμησαν γι᾿ ἀνύπαρχτο βασίλειο —
καὶ σὰν πορφύρα νιώθοντας χλευαστικιά, πὼς ρέει,
τὴν ἀνοιχτὴ νὰ δείξουνε μάταιη πληγῆ στὸν ἥλιο!

ΠΡΕΒΕΖΑ

Θάνατος εἶναι οἱ κάργες ποὺ χτυπιοῦνται
στοὺς μαύρους τοίχους καὶ τὰ κεραμύδια,
θάνατος οἱ γυναῖκες, ποὺ ἀγαπιοῦνται
καθὼς νὰ καθαρίζουνε κρεμμύδια.

Θάνατος οἱ λεροί, ἀσήμαντοι δρόμοι
μὲ τὰ λαμπρά, μεγάλα ὀνόματά τους,
ὁ ἐλαιῶνας, γύρω ἡ θάλασσα, κι ἀκόμη
ὁ ἥλιος, θάνατος μὲς στοὺς θανάτους.

Θάνατος ὁ ἀστυνόμος ποὺ διπλώνει
γιὰ νὰ ζυγίσῃ μία «ἐλλειπὴ» μερίδα,
θάνατος τὰ ζουμπούλια στὸ μπαλκόνι,
κι ὁ δάσκαλος μὲ τὴν ἐφημερίδα.

Βάσις, Φρουρά, Ἐξηκονταρχία Πρεβέζης.
Τὴν Κυριακὴ θ᾿ ἀκούσουμε τὴν μπάντα.
Ἐπῆρα ἕνα βιβλιάριο Τραπέζης
πρώτη κατάθεσις δραχμαὶ τριάντα.

Περπατώντας ἀργὰ στὴν προκυμαία,
«Ὑπάρχω;» λές, κ᾿ ὕστερα «δὲν ὑπάρχεις!»
Φτάνει τὸ πλοῖο. Ὑψωμένη σημαία.
Ἴσως ἔρχεται ὁ Κύριος Νομάρχης.

Ἂν τουλάχιστον, μέσα στοὺς ἀνθρώπους
αὐτούς, ἕνας ἐπέθαινε ἀπὸ ἀηδία…
Σιωπηλοί, θλιμμένοι, μὲ σεμνοὺς τρόπους,
θὰ διασκεδάζαμε ὅλοι στὴν κηδεία.

(Επισκέψεις: 3.161 φορές, όπου 1 ημερήσιες)

Σχετικά Άρθρα

Ημεροδρόμος

Ημεροδρόμος

Send this to a friend