Τα ξημερώματα της Κυριακής ξεψύχησε ακόμη μία γυναίκα, χτυπημένη από τα πυρά του πρώην συντρόφου της. Άλλη μία γυναικοκτονία. Και παρότι η επικαιρότητα των ημερών δεν βρίθει ειδήσεων, αυτό το περιστατικό πέρασε λίγο-πολύ στα ψιλά. Ίσως συνηθίσαμε στο τέρας και δεν μας φοβίζει πια. Ίσως με τηλεοπτικούς όρους το θέμα να «κούρασε» και να μην ιντριγκάρει πια. Ίσως η χαλαρότητα του καλοκαιριού να μην χωράει τόσο αίμα. Η πραγματικότητα, όμως, εξελίσσεται μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας και ανεξάρτητα από τη διάθεσή μας. Και η πραγματικότητα είναι πως εδώ και καιρό οι γυναικοκτονίες «θάβονται» σε μεγάλο βαθμό από τα ΜΜΕ – πιθανότατα επειδή η ανάδειξη των αιτίων τους και η αφύπνιση της κοινωνίας αγγίζουν ευαίσθητες χορδές ενός πατριαρχικού κατεστημένου και μίας υπερ-συντηρητικής κυβέρνησης.
Όταν άρχισε να γίνεται πλατύ και επιτακτικό το αίτημα για τη νομική κατοχύρωση του όρου «γυναικοκτονία», ξεκίνησε και η υποβάθμιση των περιστατικών. Ενώ ο όρος είχε υιοθετηθεί ευρέως από τα ΜΜΕ, έκαναν πάλι την εμφάνισή τους τίτλοι όπως: «Έγκλημα στη Νέα Σμύρνη», «Φονικό καρτέρι» και «Δολοφονία 45χρονης στη Νέα Σμύρνη». Όταν η λέξη «γυναικοκτονία» απέκτησε πολιτικό βάρος, έγινε ενοχλητική. Γιατί η γυναικοκτονία δεν περιγράφει απλώς έναν νεκρό άνθρωπο και έναν δράστη. Αποκαλύπτει μια ολόκληρη κοινωνική συνθήκη. Μιλά για την έμφυλη βία, την πατριαρχία, την κτητικότητα, την ανισότητα, την αποτυχία των θεσμών να προστατεύσουν τις γυναίκες. Είναι πολύ πιο εύκολο να παρουσιάσεις έναν άνδρα που «δεν άντεξε τον χωρισμό» παρά έναν άνδρα που δολοφόνησε μια γυναίκα μέσα σε ένα κοινωνικό πλαίσιο όπου η γυναικεία αυτονομία εξακολουθεί να αμφισβητείται.
Ο θάνατος της Μελίνας (ή Julieta Obzova όπως λεγόταν στη μητρική της γλώσσα) είναι ο ορισμός της γυναικοκτονίας: χώρισε τον κακοποιητικό σύντροφό της, τον κατήγγειλε (ήδη από το 2024), εκείνος την απειλούσε, οι αρχές δεν κινητοποιήθηκαν και εκείνος την σκότωσε στην είσοδο του σπιτιού της. Ήταν τόσο μεγάλος (και τόσο υπαρκτός) ο φόβος της που άλλαξε μέχρι και τις κλειδαριές του σπιτιού που έμενε μαζί με την ανήλικη κόρη της. Ο δολοφόνος ήταν ο 48χρονος Αλτίν Αλμούτσα, ο οποίος είχε συλληφθεί το 2016 στην Αλβανία μετά από καταγγελία της τότε συζύγου του για ενδοοικογενειακή βία. Καθώς συνέχιζε να έχει γυναικοκτόνο πρόθεση, είχε απειλήσει την Μελίνα με όπλο και αναρτούσε πολύ συχνά στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης φωτογραφίες του με όπλα, όλο καμάρι.
Μία γυναικοκτονία που φέρνει ξανά στο φως όλα τα προβληματικά μοτίβα των δραστών και της πολιτείας παρουσιάζεται ως άλλη μία είδηση στο αστυνομικό δελτίο. Αυτό είναι το πρόβλημα όταν τα ΜΜΕ και τα δημόσια πρόσωπα χρησιμοποιούν άκριτα έναν όρο απλά και μόνο επειδή βλέπουν πως «τραβάει τον κόσμο»: δεν εμβαθύνουν στην ουσία και τον αγνοούν όταν δεν βολεύει πια. Γιατί είναι πολύ πιο εύκολο να μετράμε νεκρές γυναίκες από το να αναρωτιόμαστε τι κάνει μια κοινωνία να τις σκοτώνει. Κι έτσι, μαζί με τη γυναίκα που δολοφονήθηκε, θάβεται και η συζήτηση για το γιατί δολοφονήθηκε.