Ρομαντισμός και γυναικεία χειραφέτηση

«Σοφία Λασκαρίδου, μια αγάπη μεγάλη», Ομάδα 4frontal, Θέατρο 104

Η Αθήνα του τέλους του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ού, το φημισμένο για τις Καλές Τέχνες Μόναχο της εποχής, ένα εμβληματικό πρόσωπο της αθηναϊκής λογοτεχνικής ιστορίας, ο Περικλής Γιαννόπουλος της «ελληνικής γραμμής και του ελληνικού χρώματος» διατρέχουν τα ημερολόγια της Σοφίας Λασκαρίδου που εμπνέουν την παράσταση της Ομάδας «4frontal».

Οι βιογραφίες προσώπων κατακλύζουν τη σύγχρονη αθηναϊκή σκηνή καθώς πάντοτε, μια ζωή που ξεχωρίζει, διαθέτει και παραστάσιμο υλικό. Αυτό που κάνει εξέχουσα για σκηνική ενασχόληση την περίπτωση της Σοφίας Λασκαρίδου είναι, πρώτιστα, το γεγονός ότι είναι η πρώτη γυναίκα που, το 1903, γίνεται δεκτή στη Σχολή Καλών Τεχνών του Πολυτεχνείου της Αθήνας έπειτα από ειδική άδεια που λαμβάνει από τον βασιλιά. Προέρχεται, βέβαια, από γνωστή οικογένεια, η μητέρα της Αικατερίνη είχε ιδρύσει ήδη το 1864 το Ελληνικό Παρθεναγωγείο στην Καλλιθέα, εξοχική τότε περιοχή όπου, άλλωστε, είχε ανεγερθεί η, έργο του Τσίλλερ, οικογενειακή κατοικία -σήμερα Δημοτική Πινακοθήκη Καλλιθέας.

Αυτοχειρίες

Το δεύτερο ενδιαφέρον στοιχείο της βιογραφίας της Σοφίας Λασκαρίδου είναι ο δεσμός της με τον «αυτόχειρα του Σκαραμαγκά», τον Περικλή Γιαννόπουλο ο οποίος έμεινε στην ιστορία για τον παράδοξο όσο και ρομαντικό τρόπο αυτοκτονίας του, καθώς καβάλα σε άλογο μπήκε στη θάλασσα όπου και αυτοπυροβολήθηκε στον κρόταφο. Αν και δεν θα αφήσει σημαντικό λογοτεχνικό έργο πίσω του πέρα από τα δύο μανιφέστα του, οι ιδέες του για το ελληνικό φως και χρώμα, ο ενθουσιασμός του για την ελληνική φύση δεν θα αφήσουν ανεπηρέαστους συγχρόνους του όπως τον Ίωνα Δραγούμη ή τον Άγγελο Σικελιανό αλλά και, αργότερα, τη λογοτεχνική γενιά του ’30 στης οποίας την αναζήτηση για τη ελληνικότητα πολλοί διακρίνουν και τις δικές του επιρροές.

Ωστόσο, τα Ημερολόγια της Λασκαρίδου δεν αναφέρονται στην ιδεολογία του Γιαννόπουλου αλλά στην ιδιαίτερη ομορφιά του, τα ολόξανθα μαλλιά και τα γαλάζια μάτια του, στον πλατωνικό ερωτά τους και στην άρνηση της ίδιας να την ζητήσει σε γάμο από τον πατέρα της καθώς ο θεσμός δεν την αντιπροσώπευε. Αναφέρονται ακόμη στη δική του άρνηση να ακολουθήσει τη Σοφία στις σπουδές της στη Γερμανία (εξάλλου, ο ίδιος είχε ζήσει νωρίτερα στο Παρίσι, συναναστρεφόμενος τον Ζαν Μορεάς), λόγω της ανάγκη του να μην αφήσει την Ελλάδα και το τοπίο της -πηγή των εμπνεύσεών του. Μιλούν, ακόμη, για τον όρκο του ότι αν την έχανε θα αυτοκτονούσε με ακριβώς τον τρόπο που τελικά το έπραξε: από τα Ημερολόγια τεκμαίρεται ότι η αυτοκτονία του οφείλεται εν πολλοίς στην παρατεταμένη απουσία της στο Μόναχο.

Με την εσπευσμένη επιστροφή της από το Μόναχο κατόπιν επιστολής που λαμβάνει από τον Περικλή, με την είδηση του θανάτου του καθώς η αμαξοστοιχία περνά από την Ελευσίνα, με την κάθοδό της στον Σκαραμαγκά την ώρα που η θάλασσα μόλις έχει ξεβράσει το πτώμα ενός άγνωστου άνδρα που τελικά η ίδια θα αναγνωρίσει ως εκείνο του ανέπαφου στην ομορφιά του -παρά τις μέρες στη θάλασσα- προσώπου του Περικλή και, τέλος, με την αποτυχημένη απόπειρα αυτοκτονίας της θα ολοκληρώσει η παράσταση την εξελικτική αφήγηση μιας περίπου δεκαετίας (και πριν την καλλιτεχνική καθιέρωση της Λασκαρίδου) με μια απρόσμενη παρέμβαση της ηλικιωμένης πλέον Σοφίας (πέθανε το 1965) ως σε μικρό απολογισμό ζωής: η Μαριέττα Σγουρδαίου, καθισμένη με σύγχρονα ρούχα ανάμεσα στους θεατές καθόλη την παράσταση, θα επέμβει, ως αναστοχαζόμενο τον νεανικό του εαυτό «εγώ», με αφοπλιστική αμεσότητα από τη θέση της, φωτισμένη με έναν προβολέα, όταν οι άλλοι ηθοποιοί θα έχουν αποσυρθεί, η σκηνή θα έχει βυθιστεί στο σκοτάδι.

Δραματουργική αστοχία

Η θεατρική «έκπληξη» της παρέμβασης ίσχυσε φυσικά μόνον για όποιους θεατές δεν είχαν διαβάσει στο πρόγραμμα το όνομά της ή δεν την είχαν αναγνωρίσει καθισμένη στην πρώτη σειρά της κυκλικά διαμορφωμένης πλατείας. Το λέω αυτό καθώς θεωρώ ότι η ένταξή της στην παράσταση θα μπορούσε να είχε παίξει περισσότερο ενδιαφέροντα ρόλο σε δραματουργικό επίπεδο και θα είχε βοηθήσει στην αποτελεσματικότερη δραματοποίηση των Ημερολογίων.

Για παράδειγμα, τα διάφορα «είπε», «δεν το γράφει αυτό στο Ημερολόγιο η Σοφία» και άλλες παρόμοιες, όσο και ενδιαφέρουσες, αποστασιοποιητικές (με αναφορές στο μέλλον) παρεμβάσεις που εξέφεραν οι ίδιοι αφηγητές/δρώντες θα μπορούσαν πολύ αποτελεσματικότερα να εκφέρονται από την εκεί παρούσα και εκ των υστέρων σχολιάζουσα τα δικά της ημερολογιακά γραφόμενα «Λασκαρίδου». Ως μια εκ των υστέρων οπτική πάνω στα πράγματα του τότε, ενός διπλού αφηγηματικού «εγώ» διαφορετικών χρονικών στιγμών. Αφήνοντας, έτσι, τον πρότερο εαυτό και τα τότε εμπλεκόμενα πρόσωπα να εκφέρουν τον άμεσο λόγο τους δρώντας στο τότε της ιστορίας τους.

Εκτός της δραματουργικής δουλειάς που βρήκα με κάποια, όπως τα παραπάνω, μειονεκτήματα, η παράσταση που σκηνοθέτησε ο Παντελής Δεντάκης έφερε αποτελεσματικά, με τα πλέον λιτά μέσα, την αμεσότητα και τη ρομαντική διάθεση των ημερολογίων στο σήμερα ως άκουσμα που κρατούσε το ενδιαφέρον.

Ένα πρόσωπο σε διάχυση

Δίνοντας τον ρόλο της Σοφίας Λασκαρίδου σε τέσσερις ηθοποιούς, δημιούργησε μια ενδιαφέρουσα πολυφωνία αλλά και μια ρευστότητα στο ίδιο αυτό κεντρικό πρόσωπο αποκλείοντας την ταύτιση του θεατή με μια προκατασκευασμένη περσόνα. Πράγματι οι Ελένη Κουτσιούμπα, Νεφέλη Μαϊστράλη, Αμαλία Νίνου και Αριστέα Σταφυλαράκη διέθεταν όχι μόνον διαφορετικούς τονισμούς και τρόπο εκφοράς του λόγου αλλά και πλήρως διαφορετική εμφάνιση ενώ και οι τέσσερις ήσαν απόλυτα συνεπείς στον ρόλο-εκδοχή που ανέλαβαν καθώς έπειθαν ότι όλες οι παρουσιαζόμενες πλευρές της ηρωίδας τους ήσαν πιθανές: της ρομαντικά ερωτευμένης, της χειραφετημένης γυναίκας, της ανυπότακτα διαπαιδαγωγημένης, της υπεροπτικής όσο και έχουσας απόλυτο έλεγχο των κινήσεων και των θέλω της. Ταυτόχρονα, η διαφοροποίηση εντεινόταν από τα διαφορετικά χτενίσματα αλλά και τα τελείως διαφορετικά μεταξύ τους λευκά φορέματα, όλα ωστόσο, εποχής. Κοστούμια που σχεδίασε ο Κωνσταντίνος Ζαμάνης με οργάντζα, κουκουλάρικο, δαντέλες, κεντήματα, ουρές με φραμπαλάδες, με μαργαριταρένια κολιέ ή λαιμοδέτη από δαντέλα, το κάθε ένδυμα ειδικό κομμάτι που δήλωνε, ως προς τα γούστα του, διαφορετική πτυχή του ίδιου προσώπου πάντα των αρχών του 20ού αιώνα.

Από τους δύο ομοιόμορφα ντυμένους νεαρούς της παράστασης -αφηγητές αλλά και στον ρόλο του Γιαννόπουλου- αναντίρρητα ο Σταύρος Γιαννουλάδης ήταν πλήρως ενταγμένος ενώ ο πληθωρικός σε άλλες παραστάσεις Θανάσης Ζερίτης έμοιαζε να κρατά απόσταση, σαν να «σάρκαζε» εκ των έσω τον ρόλο.

Η μουσικές παρεμβάσεις του Λευτέρη Βενιάδη, το ζωντανό επί σκηνής μουσικό όργανο και το τραγούδι ήσαν από τα θετικά της παράστασης όπως και οι φωτισμοί του Νίκου Βλασόπουλου που κινήθηκαν σε σωστές διαβαθμίσεις δεδομένου του κυκλικού σκηνικού χώρου που έπρεπε να φωτίσει.

Ομολογώ ότι με παραξένεψε το μοναδικό σκηνικό αντικείμενο στη μέση της σκηνής, μια γούρνα με φλοράλ επένδυση που δεν ξέρω αν παρέπεμπε μεταφορικά ή μετωνυμικά στον κήπο του σπιτιού της Σοφίας ή σε τάφο αλλά πάντως θύμιζε εξάρτημα μπάνιου.

Μια χαμηλών τόνων καλοστημένη παράσταση με καλές φρέσκες ερμηνείες που, όπως είπα, παρουσίαζε κάποια αναίτια ανολοκλήρωτη δραματουργική επεξεργασία.

Οι φωτογραφίες είναι του Σταύρου Χαμπάκη.

* Καθηγητής Σημειωτικής του Θεάτρου και Θεωρίας της Επιτέλεσης στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πατρών.

Διαφήμιση

Τα σχόλια δεν είναι διαθέσιμα

Άποστολή άρθρου μέσο Email