Με ιδιαίτερα χαρακτηριστικό τρόπο αποτύπωσε τις προτεραιότητες της Ουάσιγκτον στην Ελλάδα η πρέσβειρα των ΗΠΑ στην Αθήνα, Κίμπερλι Γκίλφοϊλ, σε συνέντευξή της στο ΑΠΕ-ΜΠΕ με αφορμή την πρόσφατη παρουσία της στη Θεσσαλονίκη και ενόψει του νέου, 6ου γύρου του «Στρατηγικού Διαλόγου», που θα πραγματοποιηθεί τις επόμενες βδομάδες.
- Αναδημοσίευση από τον «Ριζοσπάστη», Τετάρτη 9 Σεπτέμβρη 2026
Η Γκίλφοϊλ χαρακτήρισε τη σχέση Ελλάδας – ΗΠΑ «πιο τολμηρή και ισχυρότερη από ποτέ» και την Ελλάδα «εξαιρετικά σταθερό και αξιόπιστο σύμμαχο», διατυπώνοντας ταυτόχρονα με σαφήνεια το ενδιαφέρον της αμερικανικής πλευράς για τη διοχέτευση κεφαλαίων στη χώρα, τόσο από την κυβέρνηση όσο και από αμερικανικούς επιχειρηματικούς ομίλους.
Πίσω από τις διακηρύξεις περί «συμμαχίας» και «αξιοπιστίας», στη συνέντευξη ξεδίπλωσε την ατζέντα των ΗΠΑ στην περιοχή, που περιλαμβάνει τομείς όπως Ενέργεια, στρατιωτικές υποδομές, εξοπλισμοί, λιμάνια, data centers και συνολικά υποδομές που μπορούν να υπηρετήσουν τα αμερικανικά οικονομικά και γεωπολιτικά συμφέροντα στην περιοχή, ρίχνοντας παραπέρα «λάδι στη φωτιά» των ανταγωνισμών και των πολεμικών μετώπων που καίνε στην περιοχή.
Ενέργεια με γεωπολιτικό πρόσημο
Ιδιαίτερη θέση στη συνέντευξη είχε η Ενέργεια. Η Αμερικανίδα πρέσβειρα εκτίμησε ότι η Ελλάδα μπορεί να διαδραματίσει «πρωταγωνιστικό ρόλο» στο ενεργειακό μέλλον της περιοχής, ενώ χαιρέτισε τις εξελίξεις γύρω από τον Κάθετο Διάδρομο και τη διεύρυνσή του προς τη Σερβία και τη Βόρεια Μακεδονία.
Ο Κάθετος Διάδρομος αποτελεί βασικό τμήμα του σχεδιασμού για τη μεταφορά αμερικανικού και άλλου LNG προς την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, με στόχο την πλήρη αντικατάσταση της ρωσικής Ενέργειας στην Ευρώπη και την ενίσχυση των αμερικανικών επιχειρηματικών συμφερόντων στην ευρωπαϊκή αγορά.
Στο ίδιο πλαίσιο η Γκίλφοϊλ ενέταξε την Αλεξανδρούπολη, την Ελευσίνα και τη Ρεβυθούσα, μιλώντας για την ανάγκη αύξησης των «εκροών» από τα συγκεκριμένα λιμάνια, κάτι που – όπως σημείωσε – παράλληλα «απωθεί τα κινεζικά συμφέροντα».
Αναφέρθηκε ακόμα στις έρευνες της «Chevron», της «ExxonMobil» και της «Helleniq», καθώς και στις έρευνες για υδρογονάνθρακες στην Κρήτη, παρουσιάζοντας τη χώρα ως έναν όλο και πιο σημαντικό ενεργειακό κόμβο.
Επιβεβαιώνοντας τον ρόλο της Ενέργειας ως πεδίου σκληρού ανταγωνισμού ανάμεσα σε μονοπωλιακούς ομίλους και ιμπεριαλιστικά κέντρα, αλλά και ως «όπλου» στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, ανέφερε ότι οι ροές αμερικανικού LNG που εξασφαλίστηκαν προς την Ουκρανία μέσω Ελλάδας έπαιξαν καθοριστικό ρόλο για τις διαπραγματεύσεις με τη Ρωσία: «Βλέπετε με τον πόλεμο μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας πώς οι Ρώσοι μετέτρεψαν την Ενέργεια σε όπλο εναντίον των Ουκρανών και προσπάθησαν να τους προκαλέσουν μπλακάουτ κατά τη διάρκεια του χειμώνα, κόβοντας την ενεργειακή τους παροχή για να τους εξασθενήσουν, ώστε να μην έχουν ισχυρή θέση στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Η Ελλάδα και οι Ηνωμένες Πολιτείες βγήκαν μπροστά για να βεβαιωθούν ότι είχαν (οι Ουκρανοί) LNG ώστε να μπορέσουν να βγάλουν τον χειμώνα, γεγονός που τους έφερε σε μια πολύ σημαντική θέση στο τραπέζι για να συνεχίσουν να διαπραγματεύονται και να πολεμούν για τη χώρα τους».
Βάσεις, εξοπλισμοί και βαθύτερη εμπλοκή στο μενού και του επερχόμενου Στρατηγικού Διαλόγου
Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η αναφορά στην στρατιωτική συνεργασία. Η πρέσβης, χαιρέτισε τη δέσμευση της ελληνικής κυβέρνησης για στρατιωτικές δαπάνες στο 5% του ΑΕΠ, σημειώνοντας ότι η Ελλάδα βρίσκεται «πολύ πιο μπροστά» από μεγάλες χώρες της ΕΕ, λέγοντας ότι αυτό «δεν περνά απαρητήρητο» από τον Αμερικανό πρόεδρο, δείχνοντας και με αυτό τον τρόπο το πώς οι εξοπλισμοί αφορούν την προσπάθεια αναβάθμισης της αστικής τάξης στα ευρωατλαντικά σέδια.
Σε αυτό το πλαίσιο η Γκίλφοϊλ μίλησε για τα F-35, τα πυρομαχικά για τα F-16 και ένα «ολοκληρωμένο αμυντικό πακέτο», ενώ χαρακτήρισε «εντυπωσιακή» τη στρατιωτική διαλειτουργικότητα Ελλάδας και ΗΠΑ. Στο επίκεντρο βρέθηκε και πάλι η βάση της Σούδας, την οποία η πρέσβειρα χαρακτήρισε «καθοριστικής σημασίας», προσθέτοντας ότι αυτό αποδείχθηκε στις επιχειρήσεις «Midnight Hammer» και «Epic Fury», «οι οποίες αποτέλεσαν τεράστιες και πολύπλοκες αποστολές».
Στο ζήτημα των Ελληνοτουρκικών η Γκίλφοϊλ επανέλαβε τη γνωστή αμερικανική συνταγή περί «ανοιχτών διαύλων επικοινωνίας» μεταξύ των δύο ΝΑΤΟικών «συμμάχων» και περιορίστηκε σε μια διαβεβαίωση ότι …οι ΗΠΑ «δεν επιτρέπουν ποτέ να βρεθούν οι σύμμαχοί τους σε επισφαλή θέση».
Αγνωστο βέβαια για ποιον ακριβώς σύμμαχο των ΗΠΑ μιλούσε, και ενώ η ίδια η Ιστορία των αμερικανοΝΑΤΟικών «εγγυήσεων» στην περιοχή δείχνει ότι αυτές δεν ταυτίζονται με την υπεράσπιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων, αλλά με τη διατήρηση της ΝΑΤΟικής συνοχής και την απρόσκοπτη προώθηση των αμερικανικών σχεδιασμών απέναντι σε Ρωσία και Κίνα.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η ιδιαίτερη σημασία που απέδωσε η Γκίλφοϊλ στην επικείμενη επίσκεψη του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο στην Ελλάδα (την προσδιόρισε μέσα στις επόμενες βδομάδες), όπως και οι επόμενες επαφές Αμερικανών αξιωματούχων για την Τεχνητή Νοημοσύνη και τις ψηφιακές υποδομές.
«Επενδύσεις» – λάδι στη φωτιά του ανταγωνισμού
Στο μεταξύ, αποτυπώνοντας και τον ανταγωνισμό που φουντώνει με την Κίνα και άλλα ιμπεριαλιστικά κέντρα για τις υποδομές, η Γκίλφοϊλ έκανε ξεχωριστή αναφορά στα λιμάνια: «Κάτι άλλο που θεωρώ πραγματικά σημαντικό είναι η αύξηση των εκροών από ορισμένα από αυτά τα άλλα λιμάνια, διότι αυτό επίσης απωθεί τα κινεζικά συμφέροντα. Επομένως, αν μπορούν να αυξηθούν οι εκροές σε μέρη όπως η Αλεξανδρούπολη, η Ελευσίνα, η Ρεβυθούσα, αυτό είναι κάτι που πιστεύω ότι είναι πολύ στρατηγικό για την Ελλάδα και για την περιοχή».
Αναφέρθηκε ακόμα στον ρόλο της Βόρειας Ελλάδας ως πεδίου επενδύσεων για αμερικανικά κεφάλαια, υπογραμμίζοντας την ανάγκη ενός «ανοιχτού επιχειρηματικού περιβάλλοντος», χωρίς «υπερβολικά γραφειοκρατικά εμπόδια».
- Αναδημοσίευση από τον «Ριζοσπάστη», Τετάρτη 9 Σεπτέμβρη 2026