Just in

Όλα τα νέα
Imerodromos logo
 

Ομόλογα Θανάτου

Η αναμονή του θανάτου ενός συγκεκριμένου ανθρώπου για να βάλεις ζεστό χρήμα στην τσέπη φαίνεται ανήθικη και σοκαριστική. Η αναμονή κερδών από το θάνατο χιλιάδων ανθρώπων, μέσω των ομολόγων θανάτου, είναι απλά «υγιής επιχειρηματικότητα».

Πρόσθεσε τον Ημεροδρόμο στην Google

Υπάρχει, άραγε, κάποιο όριο στην εμπορευματοποίηση των πάντων γύρω μας; Θα περισώσουμε κάποια έστω στοιχεία της ζωής μας από τη μετατροπή τους σε αντικείμενα αγοραπωλησίας; Ή, μήπως, είμαστε καταδικασμένοι να παρακολουθούμε, πολιτικά ατάραχοι, τον εκφυλισμό κάθε πλευράς της ζωής μας στο επίπεδο του εμπορικού προϊόντος; Στο νέο μου βιβλίο με τίτλο Waste Side Stories (εκδόσεις Τόπος) παραθέτω το παράδειγμα των ομολόγων θανάτου ως απολύτως ενδεικτικό της τροχιάς που ακολουθεί ο σύγχρονος καπιταλισμός.

Αν αποδεχθούμε ότι όλα μετατρέπονται σε χρήμα, μήπως ολόκληρες οι ζωές μας δεν είναι τίποτα παραπάνω από ένα χρηματικό ισοδύναμο, ένα εμπόρευμα ανταλλάξιμο με ένα κάποιο αντίτιμο; Ο κλάδος της αμερικάνικης ασφαλιστικής βιομηχανίας που ονομάζεται Viatical απαντά με ένα μεγάλο ναι σε αυτό το ερώτημα.

Ο όρος viatical προέρχεται από τη λατινική λέξη viaticum, η οποία κατά τη ρωμαϊκή περίοδο σήμαινε το πουγκί με χρήματα και προμήθειες για ένα ταξίδι, τα εφόδια για τον δρόμο ή, αλλιώς, τα οδοιπορικά. Στην καθολική παράδοση, viaticum είναι επίσης η λέξη που χρησιμοποιείται για τη Θεία Κοινωνία που δίνεται στους ετοιμοθάνατους ως πνευματική προετοιμασία για το «τελευταίο της ζωής τους ταξίδι».

Στον κλάδο Viatical, επενδυτές αγοράζουν ασφαλιστήρια ζωής από άτομα με θανατηφόρες ασθένειες με αντάλλαγμα ένα εφάπαξ ποσό μετρητών, αρκετά μικρότερο από την αποζημίωση που θα έπαιρναν οι δικαιούχοι σε περίπτωση θανάτου του ασθενούς. Οι επενδυτές, στη συνέχεια, αναλαμβάνουν την πληρωμή των ασφαλίστρων (για όσο ζει ο ασθενής) και εισπράττουν την πλήρη αποζημίωση όταν πεθάνει ο ασφαλισμένος.

Η βιομηχανία των viatical settlements (διακανονισμοί «οδοιπορικών», θα μπορούσαμε να το πούμε στα ελληνικά) γεννήθηκε στις ΗΠΑ στα τέλη της δεκαετίας του 1980, ως άμεση απάντηση στην κρίση του AIDS. Οι ασθενείς με AIDS αντιμετώπιζαν τεράστια ιατρικά έξοδα, ενώ η θνητότητα από τον ιό ήταν εξαιρετικά υψηλή. Η επιλογή του όρου viatical για αυτές τις οικονομικές συναλλαγές δεν είναι τυχαία: η λογική είναι ότι η προκαταβολή χρημάτων από την πώληση ενός ασφαλιστηρίου ζωής θα αποτελούσε μια μορφή «οδοιπορικών» των ασθενών για το υπόλοιπο της ζωής τους. Με τον τρόπο αυτόν, η ασφαλιστική βιομηχανία πλασάρει τις εξαγορές ασφαλιστηρίων ζωής από ασθενείς με βαριές και τερματικές ασθένειες ως μια πράξη ελέους και υποστήριξης προς τους βαριά άρρωστους και ετοιμοθάνατους.

Στα πρώτα χρόνια της επιδημίας, η διάγνωση AIDS σήμαινε σχεδόν βέβαιο θάνατο εντός 1-2 ετών. Η εξαγορά ασφαλιστηρίων συμβολαίων ζωής ασθενών με AIDS ήταν μια ελκυστική επένδυση: οι επενδυτές μπορούσαν να προβλέψουν με σχετική ακρίβεια πότε θα εισέπρατταν τη σχετική αποζημίωση. Η βιομηχανία αναπτύχθηκε ραγδαία και από 90 εκατομμύρια δολάρια το 1991 έφτασε στο 1 δισεκατομμύριο δολάρια στις αρχές της δεκαετίας του 2000. Ωστόσο, η ανακάλυψη θεραπειών κατά του AIDS, στα μέσα της δεκαετίας του 1990, είχε σαν αποτέλεσμα να παραταθούν για αρκετά χρόνια οι ζωές δεκάδων χιλιάδων ασθενών. Το γεγονός προκάλεσε την οργή των εταιρειών που είχαν επενδύσει στον σίγουρο και γρήγορο θάνατο τους. Καθώς οι εταιρείες αυτές πλήρωναν τα ασφάλιστρα για όσο καιρό ήταν ο ασθενής ζωντανός, κάθε χρονιά παράτασης της ζωής των ασθενών ήταν πρόσθετα έξοδα και μείωνε δραστικά την αναμενόμενη κερδοφορία ανά έτος.

Με τα λόγια ενός στελέχους μίας τέτοιας εταιρείας: «Όταν η προσδοκία του 12μηνου [για τον θάνατο του ασθενούς] μετατρέπεται σε 24μηνο, τα κέρδη σου τινάζονται στον αέρα.» Λίγα χρόνια πριν, ένα άλλο στέλεχος μίας ανάλογης εταιρείας έλεγε: «Έχουν σημειωθεί εντυπωσιακά κέρδη, αλλά έχουν ακουστεί και ιστορίες φρίκης, όπου οι άνθρωποι ζουν περισσότερο.»! Τα πράγματα είναι απλά και εξαιρετικά κυνικά: όσο πιο γρήγορα πεθάνουν οι κάτοχοι των εξαγορασμένων συμβολαίων τόσο περισσότερα είναι τα κέρδη των επενδυτών που εξαγοράζουν αυτά τα συμβόλαια. Αυτό που πλασάρεται ως πράξη ελέους είναι στην πραγματικότητα μία πράξη εμπορευματοποίησης του θανάτου, μία ωμή και ξεδιάντροπη επένδυση που η απόδοσή της θα κριθεί από το πόσο γρήγορα θα πεθάνει ο ασφαλισμένος.

Η πρόοδος στην αντιμετώπιση του AIDS άλλαξε δραματικά το τοπίο και η αντίστοιχη ετήσια θνησιμότητα, στις ΗΠΑ, μειώθηκε κατά 60% μεταξύ 1996 και 2001. Οι επενδυτές, πλέον, αναγκάζονταν να πληρώνουν ασφάλιστρα για πολύ μεγαλύτερες περιόδους από ό,τι αναμενόταν, με δραστική μείωση των αποδόσεων τους.
Ωστόσο, η βιομηχανία των viatical settlements δεν έμεινε παρατηρητής των εξελίξεων. Για να επιβιώσει και να αναπτυχθεί περαιτέρω, αποφάσισε να στραφεί πέραν του AIDS, στοχεύοντας περιπτώσεις ασθενειών με μεγαλύτερη αξιοπιστία ως προς την ημερομηνία θανάτου και το προσδόκιμο ζωής. Αφού εξάντλησαν το πελατολόγιο σε ανθρώπους με πάσης φύσεως ασθένειες, μία νέα ιδέα έλαμψε. Γιατί να μην αγοράζουν ασφαλιστήρια ζωής από υγιείς ηλικιωμένους ανθρώπους που ήταν πρόθυμοι να τα εξαργυρώσουν; Βάζοντας και ένα ελάχιστο όριο αξίας συμβολαίων άνω του 1.000.000 δολαρίων, ένας νέος κλάδος ασφαλιστικών εργασιών ξεπρόβαλε, αυτήν τη φορά με την πιο εύηχη ονομασία Life Settlements (διακανονισμοί ζωής).
Το 2006 ο τζίρος αυτών των ασφαλειών έφτασε τα 13 δις δολάρια. Η αναζήτηση ηλικιωμένων ασφαλισμένων, με αποζημίωση θανάτου άνω του ενός εκατομμυρίου δολαρίων, είχε πάρει χαρακτηριστικά «πυρετού του χρυσού».

Στη Φλόριντα οργανώνονταν συνεχώς ημερήσιες κρουαζιέρες που ήταν δωρεάν για ηλικιωμένους που ήταν διατεθειμένοι να κάνουν ιατρικές εξετάσεις και να υπογράψουν πριν αποβιβαστούν από το κρουαζιερόπλοιο. Ένας εκπρόσωπος της βιομηχανίας των διακανονισμών ζωής υποστήριξε ότι το να επιτρέπεις στους πολίτες να πουλούν την ασφάλεια ζωής τους σε κερδοσκόπους «αποτελεί αναγνώριση του δικαιώματος της ιδιοκτησίας και συνιστά θρίαμβο του ανταγωνισμού και της οικονομίας της ελεύθερης αγοράς».
Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία, το 2024 ολοκληρώθηκαν 2.699 συναλλαγές διακανονισμών ζωής από μέλη της Life Insurance Settlement Association. Οι επενδυτές εισέπραξαν συμβόλαια αξίας 3,4 δισεκατομμυρίων δολαρίων, για τα οποία είχαν πληρώσει προς τους αρχικούς δικαιούχους 601 εκατομμύρια δολάρια. Η μέση αποζημίωση που εισέπραξαν ήταν 222.807 δολάρια, 6,5 φορές υψηλότερη από το μέσο τίμημα που πλήρωσαν για την αγορά των ασφαλιστηρίων συμβολαίων. Οι εκτιμήσεις δείχνουν ότι ο τζίρος της σχετικής αγοράς θα αγγίξει τα 212 δισεκατομμύρια δολάρια το 2028.

Πρόκειται κυριολεκτικά για «στοιχήματα θανάτου». Και όπως για κάθε προσοδοφόρο στοίχημα, το επόμενο βήμα ήταν η τιτλοποίηση της διαρκώς επεκτεινόμενης αγοράς των διακανονισμών ζωής στο χρηματιστήριο. Οι μεγάλες επενδυτικές τράπεζες θα αγόραζαν μαζικά διακανονισμούς ζωής, θα τους μετέτρεπαν σε ομόλογα και στη συνέχεια θα τα πούλαγαν σε συνταξιοδοτικά ταμεία και άλλους επενδυτές. Θα έκαναν, δηλαδή, με τον θάνατο ότι είχαν κάνει τις προηγούμενες δεκαετίες με τα στεγαστικά δάνεια. Ο αγγλικός όρος για τα εν λόγω ομόλογα είναι εξαιρετικά ακριβής: “Death Bonds”, δηλαδή «Ομόλογα Θανάτου». Και η τραγική ειρωνεία είναι ότι κάποια αμερικάνικα συνταξιοδοτικά ταμεία πολλαπλασιάζουν την περιουσία τους με ομόλογα των οποίων η απόδοση εξαρτάται από το πόσο γρήγορα θα πεθάνουν κάποιοι υπό συνταξιοδότηση δικαιούχοι!

Με τη μετατροπή των αγοραπωλησιών ασφαλιστηρίων συμβολαίων σε επιχειρηματική δραστηριότητα, με τη δημιουργία αγοράς όπου τα συμβόλαια αυτά πωλούνται και αγοράζονται μαζικά σε μεγάλα πακέτα, και, τέλος, με την τιτλοποίηση και εισαγωγή στο χρηματιστήριο παραγώγων αυτής της αγοράς, ολοκληρώνεται μία διαδικασία που μετατρέπει τη φρικαλέα πράξη ενός «στοιχήματος θανάτου» σε μία κανονική, νόμιμη και καθ’ όλα ηθική επιχειρηματική δραστηριότητα. Με τον τρόπο αυτόν, μία σειρά από φίλτρα διαμεσολαβούν και κρύβουν την ουσία. Η αναμονή του θανάτου ενός συγκεκριμένου ανθρώπου για να βάλεις ζεστό χρήμα στην τσέπη, σε πολλούς ανθρώπους θα φαινόταν ανήθικη και σοκαριστική. Η αναμονή κερδών από το θάνατο χιλιάδων ανθρώπων, μέσω ενός ομολόγου ή ενός μετοχικού μεριδίου, σε πολλούς ανθρώπους θα φαινόταν “business as usual”. Ο μηχανισμός της καθολικής αφαίρεσης του γενικού χρήματος κάνει τα πάντα εφικτά και ανώδυνα.

Μέσω ακριβώς αυτού του μηχανισμού της αφαίρεσης δημιουργήθηκε μια αγορά που έχει συμφέρον από τον θάνατο ηλικιωμένων και βαριά ασθενών. Η ύπαρξη και η ενδυνάμωση αυτής της αγοράς, εκ των πραγμάτων, θέτει κάθε είδους εμπόδια για να αποτρέπονται ή να καθυστερούν πολιτικές βελτίωσης της δημόσιας υγείας και ανακαλύψεις φαρμάκων που μεγαλώνουν το προσδόκιμο ζωής. Επιπλέον, η αγορά αυτή έχει έννομο, υλικό συμφέρον να δυσκολεύει η άμεση και εύκολη πρόσβαση σε γιατρούς και νοσοκομεία. Και είναι πασιφανές ότι οι τιμές των ομολόγων θανάτου θα έπεφταν, αν το εθνικό σύστημα υγείας, οι κανονισμοί για το περιβάλλον ή ένας καλύτερος τρόπος ζωής βελτίωναν την δημόσια υγεία και παρέτειναν το προσδόκιμο ζωής.
Οι δυτικές κοινωνίες, τα τελευταία 50 χρόνια, μετατρέπονται από «οικονομίες της αγοράς» σε «κοινωνίες της αγοράς», σε κοινωνίες όπου κάθε πτυχή της ζωής αλλά και του θανάτου μας είναι αντικείμενο αγοραπωλησίας. Η επικρατούσα συναίνεση και η λογική του μονόδρομου (ως προς την απόλυτη εμπορευματοποίηση των πάντων) απαξιώνει και αφαιρεί κάθε νόημα από τις τυποποιημένες πολιτικές διαμάχες εφόσον αυτή η χυδαιότητα δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση. Ο καπιταλισμός μετατρέπει τα πάντα σε εμπόρευμα, οι καπιταλιστές είναι ικανοί να πουλήσουν ακόμα και το σκοινί με το οποίο θα τους κρεμάσουν όπως έλεγε και ο Μαρξ. Τα ομόλογα θανάτου έρχονται να μας υπενθυμίσουν, με δραματικό τρόπο, ότι η μάχη ενάντια στην εμπορευματοποίηση κάθε υλικής και άυλης πλευράς της ζωής μας είναι πραγματικά ζήτημα ζωής και θανάτου στην εποχή μας.

Post
Filter