Ο Έλον Μασκ έγινε και επίσημα ο πρώτος τρισεκατομμυριούχος στην ανθρώπινη Ιστορία. Ο ιδιοκτήτης της Tesla, της πλατφόρμας Χ και της Space X είδε την περιουσία του να αγγίζει το 1,1 τρισεκατομμύριο δολάρια αμέσως μόλις η διαστημική του εταιρεία εισήχθη στο αμερικανικό χρηματιστήριο. Δεν έβαλε τέλος στην παγκόσμια πείνα. Δεν εξασφάλισε καθαρό νερό για όλον τον πλανήτη. Δεν ανακάλυψε τη θεραπεια για τον καρκίνο. Βασίστηκε απλώς στην άνοδο της χρηματιστηριακής αξίας των εταιρειών του, στην κερδοσκοπία των αγορών, στις κρατικές επιδοτήσεις που στήριξαν την ανάπτυξη των επιχειρήσεών του και στην εργασία εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων που δεν θα δουν ποτέ ούτε το απειροελάχιστο κλάσμα αυτού του πλούτου. Την ίδια ώρα, περίπου 700 εκατομμύρια άνθρωποι εξακολουθούν να ζουν σε συνθήκες ακραίας φτώχειας και εκατοντάδες εκατομμύρια άλλοι αντιμετωπίζουν επισιτιστική ανασφάλεια.
Σε μια εποχή που η συσσώρευση αδιανόητου πλούτου θεωρείται μεγαλύτερο κατόρθωμα από την εξάλειψη της ανθρώπινης δυστυχίας, ο Έλον Μασκ έχει φτάσει να αποτελεί σύμβολο επιτυχίας! Στην πραγματικότητά, όμως, δεν είναι τίποτα άλλο πέρα από ένα σύμβολο ανισότητας και εκμετάλλευσης. Κανένας δισεκατομμυριούχος δεν δημιούργησε μόνος του τον πλούτο που κατέχει. Πίσω από κάθε εταιρική αυτοκρατορία βρίσκονται εργαζόμενοι, δημόσιες υποδομές, πανεπιστήμια, ερευνητικά προγράμματα, φυσικοί πόροι και ολόκληρες κοινωνίες. Όταν, λοιπόν, ο πλούτος που παράγεται συλλογικά καταλήγει να συσσωρεύεται σε τέτοιο βαθμό στα χέρια ενός μόνο ανθρώπου, το ερώτημα δεν είναι πόσο ικανός είναι εκείνος. Το ερώτημα είναι πόσο δίκαιο είναι το σύστημα που το επιτρέπει.
Το ζήτημα δεν είναι μόνο ηθικό. Είναι και αμιγώς πολιτικό. Ένας άνθρωπος που έχει στα χέρια του ένα τρισεκατομμύριο δολάρια δεν αγοράζει μόνο υπερπολυτελείς κατοικίες, γιοτ και – εν προκειμένω – διαστημόπλοια. Αγοράζει επιρροή. Αγοράζει πρόσβαση. Αγοράζει τη δυνατότητα να διαμορφώνει τον δημόσιο διάλογο, να επηρεάζει κυβερνήσεις, να χρηματοδοτεί πολιτικές εκστρατείες, να ελέγχει πλατφόρμες επικοινωνίας και να καθορίζει τις συνθήκες μέσα στις οποίες ζουν εκατομμύρια άνθρωποι. Τον είδαμε να κάνει και μία απόπειρα να κινήσει τα νήματα μέσα από τον Λευκό Οίκο κατά την τρέχουσα διακυβέρνηση Τραμπ, όμως γρήγορα αποδείχθηκε πως η διαφάνεια και η λογοδοσία που απαιτούνται στην πολιτική δεν είναι το φόρτε του. Η συγκέντρωση όλου αυτού του πλούτου από ένα άτομο είναι απειλητική για την ίδια τη δημοκρατία. Ενώ η τυπική ισότητα παραμένει και κάθε πολίτης συνεχίζει να διαθέτει μία ψήφο, η πραγματική δύναμη παύει να κατανέμεται ισότιμα. Ως εκ τούτου, η δημοκρατία αρχίζει να μοιάζει όλο και λιγότερο με διακυβέρνηση των πολλών και περισσότερο με διαχείριση των πολλών προς όφελος των ελάχιστων.
Το πιο εντυπωσιακό – ίσως και το πιο εξοργιστικό – στην όλη ιστορία δεν είναι ο ένας, ο τρισεκατομμυριούχος. Είναι οι οκτώ δισεκατομμύρια θεατές αυτού του θλιβερού έργου. Οι συνθήκες της εποχής τούς «διδάσκουν» να θεωρούν αυτό το θέαμα απολύτως φυσιολογικό. Αντί να στρέφουν το βλέμμα τους στην ακραία ανισότητα, αναγκάζονται να επικροτήσουν την … επιτυχία. Αντί να καταγγέλλουν τη συσσώρευση αδιανόητης εξουσίας σε ένα πρόσωπο, θαυμάζουν την «ιδιοφυΐα». Αντί να πολεμούν τον καπιταλισμό, το σύστημα που παράγει την ανισότητα, καταπίνουν αμάσητα success stories υπερπλουσίων. Έχουν πειστεί για τα καλά πως το πρόβλημα δεν είναι ο ένας άνθρωπος που έχει υπερβολικά πολλά, αλλά οι ίδιοι που έχουν λίγα. Κάπως έτσι, η ανισότητα μετατρέπεται σε αντικείμενο λατρείας και οι λάτρεις της φτάνουν στο σημείο να αναπαράγουν τις απόψεις αυτών που συσσωρεύουν τον πλούτο, παρότι οι ανάγκες και τα συμφέροντά τους δεν συμπίπτουν πουθενά.
Ίσως, τελικά, το ερώτημα δεν είναι πώς ένας άνθρωπος συγκεντρώνει ένα τρισεκατομμύριο. Ίσως το ερώτημα είναι τι είδους κοινωνία θεωρεί αυτή την εξέλιξη φυσιολογική. Και η απάντηση είναι ντροπιαστική: μια κοινωνία που ανέχεται να συσσωρεύεται ο πλούτος στα χέρια των ελάχιστων, ενώ εκατομμύρια άνθρωποι στερούνται τα βασικά για μια αξιοπρεπή ζωή. Ίσως ο πρώτος τρισεκατομμυριούχος να μην αποτελεί θρίαμβο της ανθρώπινης προόδου – όπως μας το πλασάρουν – αλλά μνημείο της συλλογικής μας αποτυχίας.