Just in

Όλα τα νέα
Imerodromos logo
 

Ελληνικό: Το μεγάλο πείραμα της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης

Από το Μητροπολιτικό Πάρκο στην «Αθηναϊκή Ριβιέρα»: το χρονικό μιας στρατηγικής ταξικής σύγκρουσης

Πρόσθεσε τον Ημεροδρόμο στην Google

Λάβαμε και δημοσιεύουμε παρακάτω κείμενο, υπό τον τίτλο «Ελληνικό: Το μεγάλο πείραμα της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης». Το κείμενο είναι του Παναγιώτη Βασιλάκη (τοπογράφου μηχανικού – πολεοδόμου, διδάκτορα πολιτικών επιστημών) και του Νίκου Πυρουνάκη (μέλους της πολιτικής – πολιτιστικής Λέσχης «Αμπάριζα»).

 

Από το Μητροπολιτικό Πάρκο στην «Αθηναϊκή Ριβιέρα»

 

Ορισμένες συγκρούσεις υπερβαίνουν τα τοπικά όρια, συμπυκνώνοντας τις βασικές αντιθέσεις μιας ολόκληρης εποχής. Η μάχη για το Ελληνικό, την παραλία του Αγίου Κοσμά και τον Υμηττό αποτελεί τέτοια περίπτωση. Δεν περιορίζεται στη χρήση 6.200 στρεμμάτων, ούτε στην αντιπαράθεση «πάρκο έναντι ουρανοξυστών». Αποτελεί την κορυφαία έκφραση της ταξικής σύγκρουσης για την παραγωγή, τον έλεγχο και την ιδιοποίηση του αστικού χώρου στη σύγχρονη Ελλάδα, και ίσως το πιο ολοκληρωμένο παράδειγμα νεοφιλελεύθερης αναδιάρθρωσης της Μεταπολίτευσης.

Η σημασία του έργου δεν προκύπτει μόνο από το οικονομικό του μέγεθος, αλλά επειδή σε μια εικοσαετία συμπύκνωσε τις στρατηγικές επιλογές του ελληνικού καπιταλισμού: ιδιωτικοποίηση δημόσιου πλούτου, αξιοποίηση της κρίσης ως μοχλού αναδιάρθρωσης, υποταγή του κράτους στο μεγάλο κεφάλαιο, μετατροπή της γης σε χρηματοοικονομικό προϊόν και αναδιαμόρφωση της μητροπολιτικής Αθήνας με αποκλειστικό γνώμονα την κερδοφορία.

Η εξέλιξη αυτή δεν ήταν τυχαία. Στα μεταολυμπιακά χρόνια, η σκόπιμη εγκατάλειψη των εγκαταστάσεων λειτούργησε ως εργαλείο απαξίωσης, ώστε να καταστεί κοινωνικά αποδεκτή η ιδιωτικοποίηση. Πάνω σε αυτή την τεχνητή υποβάθμιση χτίστηκαν τα σχέδια μαζικής οικοδόμησης (κατοικίες, συνεδριακά κέντρα, μαρίνες, νέοι αυτοκινητόδρομοι). Ήδη φαινόταν πως το διακύβευμα δεν ήταν οι κοινωνικές ανάγκες, αλλά η δημιουργία ενός διεθνούς επιχειρηματικού πόλου, προσαρμοσμένου στη στρατηγική του real estate, του τουρισμού υψηλού εισοδήματος και των κατασκευαστικών ομίλων.

Η καπιταλιστική κρίση και τα μνημόνια επιτάχυναν καταλυτικά τη διαδικασία. Η ίδρυση του ΤΑΙΠΕΔ, τα fast-track και το ειδικό νομοθετικό πλαίσιο του Ελληνικού δεν ήταν απλές διοικητικές μεταρρυθμίσεις, αλλά μια βαθιά τομή στη σχέση κράτους-κεφαλαίου. Η δημόσια γη κατέστη εμπόρευμα προς εκποίηση, ενώ η αποπληρωμή του χρέους νομιμοποίησε ιδεολογικά τη μεγαλύτερη μεταφορά δημόσιου πλούτου προς ιδιωτικά συμφέροντα των τελευταίων δεκαετιών.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο στήθηκε η αρχιτεκτονική της επένδυσης. Η Lamda Development ως μοναδικός επενδυτής, οι σκανδαλωδώς ευνοϊκοί όροι παραχώρησης, οι ουρανοξύστες, η ιδιωτικοποίηση της παραλίας και το καζίνο ως ρητή προϋπόθεση βιωσιμότητας, αποκαλύπτουν τον πραγματικό ρόλο του κράτους. Το κράτος δεν πούλησε απλώς· αναδιαμόρφωσε πλήρως το θεσμικό, πολεοδομικό και περιβαλλοντικό πλαίσιο, λειτουργώντας ως ενεργός οργανωτής της καπιταλιστικής συσσώρευσης. Ο νεοφιλελευθερισμός εδώ δεν σημαίνει «λιγότερο κράτος», αλλά ένα κράτος-εργαλείο μεγιστοποίησης της κερδοφορίας του κεφαλαίου.

Γύρω από αυτή τη στρατηγική συγκροτήθηκε η απόλυτη πολιτική συναίνεση. Η ΝΔ επιτάχυνε την επένδυση, προσαρμόζοντας κάθε κρατική λειτουργία στις ανάγκες της Lamda. Ο ΣΥΡΙΖΑ, ξεχνώντας τις δεσμεύσεις ακύρωσης, ενσωμάτωσε τη συμφωνία στη μνημονιακή στρατηγική του, μετατρέποντας το Ελληνικό σε «ναυαρχίδα» των ιδιωτικοποιήσεων. Αντίστοιχα, οι δημοτικές διοικήσεις περιορίστηκαν σε παζάρια «ανταποδοτικών οφελών», αποδεχόμενες πλήρως τον στρατηγικό πυρήνα του έργου.

Έτσι, σε είκοσι χρόνια, η τελευταία ευκαιρία της Αττικής για ένα μητροπολιτικό πάρκο υψηλού πρασίνου μετατράπηκε στο μεγαλύτερο εργοτάξιο της χώρας, αποτελώντας την αιχμή της αναδιάρθρωσης όλης της νότιας Αθήνας. Ουρανοξύστες, Malls, καζίνο, μαρίνες και η νεκρανάσταση της Σήραγγας Ηλιούπολης δεν είναι αποσπασματικά έργα. Συνιστούν όψεις του ίδιου στρατηγικού σχεδίου: της μετατροπής της Αθήνας σε πεδίο διεθνούς κερδοσκοπίας. Η αξία χρήσης του χώρου συνθλίβεται από την ανταλλακτική του αξία και οι κοινωνικές ανάγκες υποτάσσονται πλήρως στην καπιταλιστική κερδοφορία.

Από το «αναπτυξιακό θαύμα» στη νέα ταξική γεωγραφία της Αθήνας

Η κυβερνητική προπαγάνδα προβάλλει το Ελληνικό ως το απόλυτο «αναπτυξιακό θαύμα», επικαλούμενη αυξήσεις του ΑΕΠ και νέες θέσεις εργασίας. Πίσω όμως από τους μακροοικονομικούς δείκτες κρύβεται το αμείλικτο πολιτικό ερώτημα: ποιος παράγει αυτόν τον πλούτο, ποιος τον ιδιοποιείται και ποιος επωμίζεται το ταξικό κόστος αυτής της «ανάπτυξης»;

Η επένδυση δεν παράγει απλώς οικοδομική δραστηριότητα, αλλά ένα νέο μοντέλο καπιταλιστικής συσσώρευσης. Γη, κατοικία, δημόσιος χώρος και φυσικό περιβάλλον μετατρέπονται αποκλειστικά σε χρηματοοικονομικά προϊόντα (assets). Η παραγωγική οικονομία υποχωρεί μπροστά στο real estate, τα επενδυτικά funds και την κερδοσκοπία επί των μελλοντικών υπεραξιών.

Γι’ αυτόν τον λόγο οι συνέπειες της επένδυσης διαχέονται σε ολόκληρη τη νότια Αθήνα, χαράσσοντας μια νέα ταξική γεωγραφία. Η εκρηκτική άνοδος τιμών και ενοικίων δεν περιορίζεται εντός του Ελληνικού, αλλά συμπαρασύρει τη Γλυφάδα, τον Άλιμο, την Αργυρούπολη και την Ηλιούπολη, αλλοιώνοντας περιοχές που ιστορικά φιλοξενούσαν λαϊκά και μικροαστικά στρώματα.

Η κατοικία αποβάλλει τον χαρακτήρα του κοινωνικού δικαιώματος και μετατρέπεται σε καθαρό επενδυτικό προϊόν. Funds και μεγάλοι γαιοκτήμονες δεν χτίζουν για να καλύψουν στεγαστικές ανάγκες, αλλά για να κεφαλαιοποιήσουν τη χρηματιστηριοποίηση της γης, όπου η αξία καθορίζεται από τις κερδοσκοπικές προσδοκίες του έργου. Το αποτέλεσμα είναι μια πρωτοφανής στεγαστική κρίση που εκτοπίζει βίαια τους εργαζόμενους και τη νεολαία από τις γειτονιές τους.

Δεν μιλάμε απλώς για «αναβάθμιση», αλλά για οργανωμένο ταξικό και χωρικό ανασχεδιασμό. Η δημιουργία περίκλειστων ζωνών πολυτελούς κατοικίας, εμπορίου και ιδιωτικοποιημένου δημόσιου χώρου (elite enclaves) απευθύνεται αποκλειστικά σε διεθνή κεφάλαια, λειτουργώντας ως μοχλός ενός επιθετικού super-gentrification που σαρώνει ολόκληρη τη νότια Αθήνα.

Παράλληλα, τα γιγαντιαία Mega-Malls της επένδυσης (Riviera Galleria, Ellinikon Mall) λειτουργούν ως μηχανισμοί βίαιης συγκέντρωσης του εμπορικού κεφαλαίου, στραγγίζοντας τον τζίρο των γύρω δήμων. Οι τοπικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις συνθλίβονται σε μια διπλή μέγγενη: από τη μία αντιμετωπίζουν την εκτόξευση των επαγγελματικών ενοικίων και από την άλλη τον αθέμιτο ανταγωνισμό πολυεθνικών αλυσίδων. Δεν πρόκειται για τοπική ανάπτυξη, αλλά για ταχύτατη συγκέντρωση πλούτου.

Το ίδιο μοντέλο επιβάλλεται στην αγορά εργασίας. Οι διαφημιζόμενες «νέες θέσεις» μεταφράζονται σε επισφαλή, εντατικοποιημένη και κακοπληρωμένη εργασία στις υπηρεσίες και τον τουρισμό. Η δε πραγματικότητα στα εργοτάξια είναι αποκαλυπτική: θανατηφόρα δυστυχήματα, εξαντλητικά ωράρια και παραβίαση των μέτρων ασφαλείας σκιαγραφούν τον νέο εργασιακό μεσαίωνα. Η «Αθηναϊκή Ριβιέρα» οικοδομείται κυριολεκτικά πάνω στα σακατεμένα κορμιά των εργατών.

Σε περιβαλλοντικό επίπεδο, η εικόνα του «μεγαλύτερου πάρκου» και της «βιώσιμης ανάπτυξης» συνιστά μνημείο greenwashing. Το “πράσινο” επιστρατεύεται ως ιδεολογικό άλλοθι για τη νομιμοποίηση μιας επένδυσης που στην πραγματικότητα επιταχύνει την τσιμεντοποίηση, την εμπορευματοποίηση της γης και τη συνολική οικολογική υποβάθμιση της μητροπολιτικής Αθήνας.

Το υποσχόμενο Μητροπολιτικό Πάρκο δεν αποτελεί τον πυρήνα του σχεδιασμού αλλά το συμπλήρωμα μιας γιγαντιαίας επένδυσης real estate. Χιλιάδες κατοικίες, ουρανοξύστες, ξενοδοχεία, εμπορικά κέντρα, καζίνο, μαρίνες και εκτεταμένα δίκτυα υποδομών καταλαμβάνουν τον στρατηγικό χώρο του πρώην αεροδρομίου, ενώ το πράσινο μετατρέπεται σε στοιχείο υπεραξίας για τις γύρω ιδιοκτησίες. Δεν σχεδιάζεται για να καλύψει τις οικολογικές και κοινωνικές ανάγκες της πόλης, αλλά για να αυξήσει την εμπορική αξία των ακινήτων και την κερδοφορία της επένδυσης. Το πάρκο μετατρέπεται ουσιαστικά στην «αυλή» των ουρανοξυστών και των πολυτελών κατοικιών.

Οι επιπτώσεις αυτής της επιλογής υπερβαίνουν κατά πολύ τα όρια της επένδυσης. Η εκτεταμένη δόμηση, η στεγανοποίηση του εδάφους και η αντικατάσταση φυσικών επιφανειών από σκυρόδεμα και άσφαλτο επιδεινώνουν δραματικά το φαινόμενο της Αστικής Θερμικής Νησίδας, αυξάνοντας τις θερμοκρασίες σε μια περιοχή που ήδη δοκιμάζεται από ολοένα συχνότερους και εντονότερους καύσωνες. Η Αθήνα χάνει μια μοναδική ευκαιρία δημιουργίας ενός πραγματικού πνεύμονα πρασίνου, ικανού να συμβάλει στον φυσικό αερισμό, στη μείωση των θερμικών φορτίων, στη βελτίωση της ποιότητας του αέρα και στη συνολική ανθεκτικότητα της πόλης απέναντι στην κλιματική κρίση.

Εξίσου προκλητική είναι η σιωπή για τους υδατικούς πόρους. Ένα περίκλειστο οικοσύστημα πολυτέλειας (πισίνες, τεχνητές λίμνες) απαιτεί τεράστιες ποσότητες νερού, εν μέσω αυξανόμενης λειψυδρίας στην Αττική. Οξύνοντας τον ανταγωνισμό ανάμεσα στις πραγματικές κοινωνικές ανάγκες και την εξωφρενική σπατάλη του κεφαλαίου, το ερώτημα παραμένει αμείλικτο: ποιος θα πληρώσει το κόστος αυτής της πολυτελούς κατανάλωσης;

Η περιβαλλοντική υποβάθμιση συνδέεται άμεσα και με τη συνολική αναδιάρθρωση των υποδομών. Η επανεμφάνιση των σχεδίων για τη Σήραγγα Ηλιούπολης και την επέκταση της Περιφερειακής Υμηττού αποδεικνύει ότι το Ελληνικό δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς μια νέα μεγάλης κλίμακας επίθεση στον Υμηττό. Ήδη από τα πρώτα μεταολυμπιακά σχέδια, η διάνοιξη νέων αυτοκινητοδρόμων αποτελούσε βασική προϋπόθεση για τη σύνδεση του νέου επιχειρηματικού πόλου με το αεροδρόμιο, την Αττική Οδό και το υπόλοιπο μητροπολιτικό δίκτυο. Σήμερα, οι ίδιες επιλογές επιστρέφουν δήθεν ως λύση στο κυκλοφοριακό πρόβλημα, ενώ στην πραγματικότητα υπηρετούν την ταχεία κυκλοφορία κεφαλαίων, εμπορευμάτων και καταναλωτών προς τα εμπορικά κέντρα, το καζίνο, τις μαρίνες και τις πολυτελείς κατοικίες της «Αθηναϊκής Ριβιέρας». Ο Υμηττός, τα ρέματα και οι φυσικές υποδομές της περιοχής αντιμετωπίζονται ως μεταβλητές του επιχειρηματικού σχεδιασμού και όχι ως κοινά φυσικά αγαθά.

Το πραγματικό δίλημμα, επομένως, δεν είναι αν η επένδυση διαθέτει περισσότερο ή λιγότερο πράσινο. Είναι αν η Αττική θα οργανωθεί με κριτήριο την βιωσιμότητα, τις κοινωνικές ανάγκες και την ανθεκτικότητα απέναντι στην κλιματική κρίση ή αν θα συνεχίσει να αντιμετωπίζεται ως πεδίο παραγωγής υπεραξίας για το real estate, τις κατασκευές και το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο. Από αυτό το πρίσμα, το Ελληνικό δεν αποτελεί μόνο ένα πολεοδομικό ή περιβαλλοντικό έγκλημα. Αποτελεί το πιο ολοκληρωμένο παράδειγμα της σύγκρουσης ανάμεσα στις ανάγκες της κοινωνίας και στα όρια ενός μοντέλου καπιταλιστικής ανάπτυξης που εξαντλεί ταυτόχρονα τον άνθρωπο και τη φύση.

Η αναμέτρηση δεν τελειώνει

Πολλοί λένε ότι ο χώρος του Ελληνικού έχει χαθεί. Θα ήταν βαθιά άδικο να αντιμετωπιστεί η εικοσαετής μάχη για το Ελληνικό ως μια χαμένη υπόθεση. Επί σχεδόν δύο δεκαετίες αναπτύχθηκε ένα από τα σημαντικότερα κινήματα υπεράσπισης του δημόσιου χώρου στη μεταπολιτευτική Ελλάδα. Χιλιάδες άνθρωποι συμμετείχαν σε συνελεύσεις, κινητοποιήσεις, παρεμβάσεις, προσφυγές και συλλογικές δράσεις, κρατώντας ζωντανή την ιδέα ότι η πόλη δεν αποτελεί εμπόρευμα αλλά κοινωνικό αγαθό. Το γεγονός ότι το έργο προχώρησε δεν ακυρώνει αυτή την παρακαταθήκη. Αντίθετα, την καθιστά ακόμη πιο πολύτιμη, γιατί προσφέρει πολύτιμη εμπειρία για τις συγκρούσεις που ήδη ανοίγονται μπροστά μας.

Διότι το Ελληνικό δεν αποτελεί εξαίρεση. Η ίδια επιχειρηματική λογική επεκτείνεται σήμερα στις παραλίες, στον Υμηττό, στη στεγαστική πολιτική, στην τουριστικοποίηση των γειτονιών, στις μεγάλες ενεργειακές και μεταφορικές υποδομές, καθώς και στη νέα γενιά ιδιωτικοποιήσεων που αναδιαρθρώνουν συνολικά τη μητροπολιτική Αθήνας. Η στεγαστική κρίση, η εκτίναξη των ενοικίων, ο εκτοπισμός των λαϊκών στρωμάτων, η χάραξη νέων αυτοκινητοδρόμων, η εμπορευματοποίηση κάθε ελεύθερου χώρου και η μετατροπή της πόλης σε πεδίο επενδυτικής κερδοφορίας αποτελούν απλώς διαφορετικές όψεις της ίδιας στρατηγικής.

Γι’ αυτό και η απάντηση δεν μπορεί να είναι αποσπασματική. Η υπεράσπιση ενός πάρκου, μιας παραλίας ή ενός βουνού αποκτά πραγματικό πολιτικό περιεχόμενο μόνο όταν συνδέεται με τη συνολική διεκδίκηση του δικαιώματος στην πόλη. Με το δικαίωμα στη στέγη απέναντι στη χρηματιστηριοποίηση της κατοικίας. Με το δικαίωμα στη μόνιμη και αξιοπρεπή εργασία απέναντι στην εργασιακή ζούγκλα των εργολαβιών. Με την υπεράσπιση των ελεύθερων χώρων απέναντι στην ιδιωτικοποίηση κάθε δημόσιου αγαθού. Με την προστασία του Υμηττού, των παραλιών και του φυσικού περιβάλλοντος απέναντι στην καταστροφική λογική της καπιταλιστικής «ανάπτυξης».

Η ιστορία του Ελληνικού δεν τελειώνει με την ολοκλήρωση των ουρανοξυστών, ούτε με τα εγκαίνια του καζίνο ή των εμπορικών κέντρων. Αντίθετα, τώρα ξεκινά η πραγματική αποτίμηση των κοινωνικών συνεπειών αυτής της επιλογής. Κάθε οικογένεια που αδυνατεί να βρει κατοικία, κάθε μικρομεσαίος επαγγελματίας που συνθλίβεται από τη συγκέντρωση του κεφαλαίου, κάθε εργαζόμενος που βιώνει την εντατικοποίηση της εκμετάλλευσης, κάθε ελεύθερος χώρος που μετατρέπεται σε πεδίο επιχειρηματικής δραστηριότητας, αποτελεί ζωντανή υπενθύμιση ότι το πραγματικό διακύβευμα δεν ήταν ποτέ μια επένδυση, αλλά ο ίδιος ο χαρακτήρας της πόλης.

Γιατί η πόλη δεν είναι ουδέτερο έδαφος. Είναι πεδίο ταξικής σύγκρουσης. Και όσο η γη, η κατοικία, το περιβάλλον και ο δημόσιος χώρος αντιμετωπίζονται ως εμπορεύματα, τόσο η υπεράσπισή τους θα αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της πάλης ενάντια στην καπιταλιστική αναδιάρθρωση. Το δίλημμα που ανέδειξε το Ελληνικό παραμένει ανοιχτό και αφορά πλέον ολόκληρη την κοινωνία: πόλη για τις ανάγκες του κεφαλαίου ή πόλη για τις ανάγκες της κοινωνικής πλειοψηφίας. Εκεί θα κριθούν και οι αγώνες της επόμενης περιόδου.

 

Σχετικά θέματα

Post
Filter