Αμέσως μετά την Συνθηκολόγηση της Ιταλίας, στις 8 Σεπτέμβρη 1943, οι γερμανικές δυνάμεις κατοχής σπεύδουν να θέσουν κάτω από τον έλεγχό τους, όλες τις περιοχές που ήταν μέχρι τότε κάτω από ιταλική διοίκηση. Ταυτόχρονα οι δυνάμεις των ανταρτών εντείνουν την αντιστασιακή τους δράση.
Οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ πήραν την απόφαση να κατέβουν στην πεδινή Τριφυλία, στα αστικά κέντρα (Κυπαρισσία, Φιλιατρά, Γαργαλιάνους, Πύλο) και να αφοπλίσουν τους 2.500 εκεί Ιταλούς. Παρασκευή 10.9.1943 κλιμάκιο ανταρτών 80 – 90 ανδρών, δύο διμοιρίες του 9ου Συντάγματος, ερχόμενο από το Δυρράχι της Αρκαδίας και κατευθυνόμενο προς Φιλιατρά και Χώρα βρισκόταν στον Αετό με αρχηγό τον Ναπολέοντα Παπαγιαννόπουλο. Στον Αετό οι αντάρτες έφθασαν, ύστερα από πορεία πολλών ωρών, μετά τα μεσάνυχτα. Παρέμειναν το πρωινό της Παρασκευής, έως να ετοιμασθεί πρόχειρο φαγητό να φάνε και να φύγουν. Οι θερμές εκδηλώσεις των κατοίκων και ο διάχυτος ενθουσιασμός, ύστερα από την συνθηκολόγηση της Ιταλίας, προμήνυμα της λευτεριάς, καθυστέρησαν την αναχώρηση τους. Ο σύνδεσμος των ανταρτών τους ειδοποιεί ότι έρχονται περίπου 14 Γερμανοί με ποδήλατα στον Αετό.
Δύο Γερμανικές διμοιρίες της 116 Επιλαρχίας Αναγνωρίσεως, 18 ανδρών η κάθε μία, κινούνται προς δύο κατευθύνσεις. Η πρώτη προς τον Αετό και η δεύτερη προς το Πιτσά (Σιτοχώρι), για να ζητήσουν τρόφιμα από την Κοινότητα, με αφετηρία το γερμανικό κινητό τάγμα του Δωρίου, το οποίο δεν είχε τακτική επιμελητεία και εξαναγκαζόταν να προμηθεύεται κατά διαστήματα τρόφιμα από τις Κοινότητες των γειτονικών του Δωρίου χωριών.
Οι Γερμανοί, για να μην ενθαρρυνθούν οι Έλληνες από την συνθηκολόγηση της Ιταλίας, έκαναν επίδειξη δύναμης, κινητοποιώντας μικρές στρατιωτικές ομάδες στα χωριά απ’ όπου περνούσαν αντάρτες.
Όταν η ομάδα των Γερμανών στρατιωτών έφθασε στον Αετό έγινε σύσκεψη των ανταρτών στο σπίτι του Παπαγιάννη με παρόντες και τους τοπικούς αρχηγούς των ανταρτών για το αν έπρεπε να κτυπηθούν οι Γερμανοί στο χωριό, φοβούμενοι τα αντίποινα. Αποφασίζουν να κτυπήσουν τους Γερμανούς που είχαν μπει σε μια ταβέρνα του χωριού. Διατάχθηκε μια ομάδα ΕΛΑΣίτες με ομαδάρχη τον Αετοβουναίο λοχία Πανάγο Καζάντζα, να μπλοκάρει και να εξοντώσει τους Γερμανούς μέσα στην ταβέρνα. Τα αλλά τμήματα κινήθηκαν να πιάσουν θέσεις στις άκρες του χωριού και κατά μήκος του κεντρικού δρόμου.
Οι Γερμανοί όμως, ώσπου να φθάσει ο Καζάντζας, είχαν αφήσει την ταβέρνα. Μια ομάδα τους προχώρησε προς το Μαλίκι και οι άλλοι έμειναν στον Αετό. Η εμπλοκή των ανταρτών με τους Γερμανούς έγινε στο σπίτι του Καζάντζα (Περιστέρως), με τον Πανάγο Καζάντζα να αρχίζει την μάχη με το περίστροφο καθ’ ότι το αυτόματό του έπαθε εμπλοκή. Στην σύγκρουση οι αντάρτες δεν είχαν καμμιά απώλεια. Οι Γερμανοί μέτρησαν στο παθητικό τους 3 νεκρούς, 2 τραυματίες και 7 αιχμαλώτους, ενώ 2 πρόφθασαν να φύγουν. Οι 7 με τον επί κεφαλής τους υπολοχαγό, που πιάστηκαν αιχμάλωτοι, μεταφέρθηκαν στο χωριό Σελλά με τον οπλισμό τους και τα ποδήλατα, με τα οποία είχαν ανέβει στον Αετό.
Οι μάχες καταγράφηκαν στα γερμανικά αρχεία: «11/9/43 Αετός. Στο χώρο Κλεισσούρας – Αετού (14 χιλιόμετρα Δ. από την Κυπαρισσία) εμπλοκή επαφής τμημάτων με συμμορίες. Λεπτομέρειες ελλείπουν.», «12/9/43 Αετός. Επιχείρηση καταπολεμήσεως συμμοριών στο χώρο Αετού, χωρίς επαφή με τον εχθρό. Ο Αετός πυρπολήθηκε με βολή πυροβολικού. Κατά την εμπλοκή επαφής, που αναφέρθηκε στο χώρο του Αετού, ημέτερες απώλειες: 3 νεκροί, 5 τραυματίες, 8 αγνοούμενοι». (Κλεισσούρα. Αφορά στον οικισμό Κλέσουρα (Αμφιθέα) επ. Τριφυλίας. Συμμοριών. Έτσι αποκαλούσε, ύστερα από σχετική διαταγή, ο Γερμανικός Στρατός κατοχής τους Έλληνες αντάρτες. Ν. Ζερβής, Η Γερμανική Κατοχή στη Μεσσηνία, Καλαμάτα 1998). Ο αντιστασιακός τύπος της εποχής, «Η Νίκη», (29.9.43), αναφέρθηκε επίσης στα γεγονότα.
Στις 11 Σεπτεμβρίου1943 ημέρα Σάββατο και ώρα 7 π.μ., οι Γερμανοί προχωρούν σε μαζικά και απάνθρωπα αντίποινα. Με συνεχείς βολές πυροβολικού τέσσερις Γερμανικές πυροβολαρχίες, δύο από το Σανοβά μία από το Δώριο και μία από τις Ράχες, βομβαρδίζουν, πυρπολούν και καταστρέφουν τον Αετό. Στη συνέχεια μεταβαίνουν στο χωριό και το καίνε. Στόχος τους είναι η μαζική τιμωρία και ο έλεγχος του αγροτικού πληθυσμού μέσα από τον τρόμο και το θέαμα της καταστροφής.
Οι κάτοικοι μετά τις πρώτες βολές του πυροβολικού εγκατέλειψαν το χωριό, αν και πολλοί είχαν καταφύγει στα βουνά από το προηγούμενο βράδυ. Λίγοι γέροντες που έμειναν εκτελέστηκαν από τους Γερμανούς ή κάηκαν. Στις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις που ακολούθησαν εκτελέστηκαν και κάτοικοι γειτονικών χωριών.
Ακόμη ένα Γερμανικό σύνταγμα συνοδευόμενο με οκτώ άρματα μάχης μετά το βομβαρδισμό καταφθάνει στον Αετό σε παράταξη μάχης και με τη χρήση εύφλεκτης σκόνης βάζει φωτιά και κατακαίει όλα σχεδόν τα σπίτια του χωριού. Οι κάτοικοι άοπλοι, απροστάτευτοι, άυπνοι, νηστικοί και ρημαγμένοι, ασθμαίνοντας φεύγουν πανικόβλητοι για τα βουνά. Μερικοί υπερήλικες, αδύνατοι να τρέξουν, παρέμειναν στα σπίτια, για να βρουν λίγο αργότερα μαρτυρικό θάνατο από τους Γερμανούς ναζί. Το πεζικό των Γερμανών φθάνει στον Αετό και επιδίδεται σε λεηλασίες και αφανισμούς. Ουρλιάζει, κλωτσοπατεί, χτυπά αλύπητα με υποκόπανους όσους βρίσκει μπροστά του, βασανίζει απάνθρωπα, σκοτώνει. Οι άμαχοι έχουν βγει όλοι έξω από τα σπίτια τους με ότι πρόλαβαν να πάρουν από ρούχα και τρόφιμα. Οι άνδρες έχουν διασκορπιστεί στα βουνά και στα διπλανά χωριά, καθώς και μερικοί άμαχοι.
Όσοι από τους αμάχους δεν πρόλαβαν να διαφύγουν τους συγκέντρωσαν έξω από το δημοτικό σχολείο σκοπεύοντάς τους με οπλοπολυβόλα. Άρχισαν τις ανακρίσεις για την ανεύρεση των σωμάτων των σκοτωμένων Γερμανών ενώ παράλληλα λεηλατούσαν τα έρημα σπίτια του χωριού. Εφτά μεγάλα φορτηγά αυτοκίνητα υπερφορτώνονται με λάφυρα και ξεφορτώνονται στο Δώριο, για να σταλούν στη Γερμανία σαν λάφυρα πολέμου. Αρπάζονται μεταφορικά ζώα και ζώα σφαγής. Εξειδικευμένες και οργανωμένες για εμπρησμούς ομάδες, μετά τη λεηλασία των σπιτιών εκσφενδόνιζαν με ειδικά πιστόλια στο εσωτερικό κάθε σπιτιού μια άσπρη εύφλεκτη σκόνη, την πυροβολούσαν και αφού έπαιρνε φωτιά ολόκληρο το σπίτι γινόταν παρανάλωμα. Σπίτια, καταστήματα, δημόσια γραφεία, σχολεία, εκτός των εκκλησιών και μικρού αριθμού σπιτιών, έγιναν στάχτη. Το χωριό που πριν λίγες ημέρες έσφυζε από ζωή, είναι κρανίου τόπος. Εκεί όπου κυλούσαν τα γάργαρα νερά και γλυκοκελαϊδούσαν τα πουλιά, εκεί όπου φυσούσε απαλά το δροσερό αεράκι γεμίζοντας την ατμόσφαιρα από αρώματα βασιλικού, μόσκου, γαρυφαλλιάς και τσετσεκιάς (καντιφέ) και την ψυχή από τη γλυκεία της λευτεριάς ελπίδα, είχε μέσα σε μια ημέρα μεταβληθεί σε κολαστήριο του Δάντη.
Σε έκθεσή του προς την υπηρεσία του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού, αμέσως μετά την καταστροφή ο Αετοβουναίος Δήμος Αλεβίζος αναφέρει τα τραγικά γεγονότα, τους νεκρούς, τις καταστροφές του χωριού, τον τρόμο των κατοίκων, τις ανάγκες τους σε τρόφιμα και φάρμακα και ζητά βοήθεια. Οι οργανώσεις της περιφέρειας αλλά και κάτοικοι των γειτονικών χωριών εκφράζουν την αλληλεγγύη τους βοηθώντας, με τα στοιχειώδη, τους Αετοβουναίους.
Διακόσιες ογδόντα κατοικίες, από τις 360 συνολικά, καταστράφηκαν. Το θέαμα του φλεγόμενου Αετού, ήταν τρομακτικό τόσο για τους κατοίκους του όσο και για τους κατοίκους των γύρω χωριών. Το Σεπτέμβρη, σε μία αγροτική περιοχή όπως ο Αετός, όλη η σοδειά του χρόνου , με εξαίρεση το λάδι, έχει μαζευτεί και αποθηκευθεί. Αυτή η αποθηκευμένη σοδειά είτε καταστράφηκε είτε λεηλατήθηκε.
Τα ονόματα των νεκρών του ολοκαυτώματος:
Από τον Αετό:
— Θεόδωρος Καζάντζας (Κοκώνης) του Κωνσταντίνου, Εισπράκτορας του Δημοσίου Ταμείου Τριφυλίας.
— Μήτρος Ρέμπελος (Μητρογληγόρης) του Γρηγορίου. Με τις διόπτρες τους είδαν να κινούνται και τους έρριξαν με πυροβόλο όπλο.
— Αλέξιος Γκότσης (Προκόπης) του Δημητρίου. Τον σκότωσαν μπρος στα μάτια της αδελφής του, που απ’ εκείνη τη στιγμή έχασε τη μνήμη της από το ισχυρό σοκ. Διάτρητος από σφαίρες βρέθηκε έξω από την ανατολική πόρτα του πατρικού του σπιτιού, που το έκαψαν.
— Κωνσταντίνος Χαϊμανάς (Γυφτογεωργακάς) του Γεωργίου. Τον σκότωσαν κι αυτόν εν ψυχρώ. Ήταν κεντημένος κυριολεκτικά από σφαίρες.
Έκαψαν ζωντανούς τους:
— Γεώργιο Γεωργιλά του Θεοδώρου,
— τον τυφλό Κωνσταντίνο Γκότση (Κόρο) του Πανάγου και
— τον Γεώργιο Χαϊμανά (Γεωρηγιαννή) του Ιωάννου, πρωτοξάδερφο του προηγουμένου Χαϊμανά.
Από γειτονικά χωριά:
— Βασιλική Βόγκα
— Γιαννούλα Δημητροπούλου
— Γρηγόριος Γ. Παναγιωτόπουλος
— Επαμεινώνδας Γκόγκας
— Κωνσταντίνος Κατσιάρας
— Μήτρος Πετρόπουλος
— Μιχάλης Αποστολόπουλος
— Νικόλαος Μανωλόπουλος
— Σωτήριος Γκόγκας
Οι μάχες, σε Αετό και Φούσια/Πιτσά, δεν ήταν σχεδιασμένες. Έγιναν τυχαία και χωρίς προγραμματισμό. Πρόκειται για τις δύο πρώτες επιθέσεις ανταρτών εναντίον Γερμανών στη Μεσσηνία, που έγιναν από δυνάμεις του 9ου Συντάγματος του Ε.Λ.Α.Σ. με επικεφαλής το Ναπολέοντα Παπαγιαννόπουλο.
Η κίνηση του κατοχικού Γερμανικού Στρατού προς Αετό, Πιτσά και ύστερα από τρείς μέρες προς Σιδηρόκαστρο είχε σκοπό την καταστροφή της αντίστασης της περιοχής και τη διασφάλιση της ασφάλειας της σιδηροδρομικής και αμαξιτής οδού καθώς στα παράλια της Δ. Πελοποννήσου ανέμεναν συμμαχική απόβαση. Και μπορεί μεν η εμπλοκή των ανταρτών στον Αετό να μην οδήγησε στην προσχώρηση των Ιταλών της Κυπαρισσίας ή τον αφοπλισμό τους από τον ΕΛΑΣ αλλά η επιδίωξη της σύγκρουσης από τον ΕΛΑΣ και η ολοκληρωτική καταστροφή των δύο Γερμανικών μονάδων, ακύρωσαν τα Γερμανικά σχέδια, ενίσχυσαν την πεποίθησή τους για επικείμενη συμμαχική απόβαση αναγκάζοντάς τους να καθηλώσουν δυνάμεις στην ευρύτερη περιοχή .
Οι κάτοικοι δοκιμάστηκαν σκληρά μετά την καταστροφή. Για χρόνια έμειναν σε σκηνές και ερειπωμένα σπίτια. Η μάχη της επιβίωσης ήταν δύσκολη και οι συνθήκες υγιεινής απαράδεκτες. Η ανέχεια πρόσθεσε νέα θύματα. Ο φόβος των Γερμανών ήταν συνεχής.
Το 1947 η προσωρινή στέγαση με επί κεφαλής τον Στυλιανό Γονατά σε σύσκεψη με τα κοινοτικά συμβούλια Αετού, Δωρίου και τον Σύλλογο Αετού (είχε ιδρυθεί το 1945) αποφασίζουν να φτιάξουν σπίτια για τους πυροπαθείς Αετοβουναίους στο Δώριο, όπου
και έκτισαν τον Νέο Αετό. Όσοι δεν αποφάσισαν να μετοικίσουν στο Δώριο, αλλά να παραμείνουν στον τόπο τους, στον Αετό, δεν πήραν καμία βοήθεια από την πολιτεία. Στο Δώριο δε, έμειναν αδιανέμητα οικόπεδα, τα οποία δεν δόθηκαν ποτέ στους δικαιούχους, δηλαδή σε όσους γερμανοπαθείς αποφάσισαν να μείνουν στον Αετό και να μη μετοικήσουν στο Δώριο.
ΠΗΓΕΣ:
— ΤΟ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑ ΤΟΥ ΑΕΤΟΥ ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ 11 Σεπτέμβρη 1943. Του Δημήτρη Α. Δριμή.