Στις 15 Απριλίου 1912 βυθίστηκε ο Τιτανικός. Με αυτή την αφορμή παραθέτουμε ένα σχετικό απόσπασμα από το νέο βιβλίο του Αντώνη Μαυρόπουλου με τίτλο “Waste Side Stories Απόβλητοι – Απόβλητα – Μεταβολικά Ρήγματα» (Εκδόσεις Τόπος), το οποίο θα κυκλοφορήσει στα βιβλιοπωλεία τη Δευτέρα 20 Απριλίου.
«Όταν ο συνταγματάρχης Γκρέισι έγραφε για τον Τιτανικό, στις 10 Απριλίου 1912, «Είναι ένα ωραίο πλοίο, αλλά θα περιμένω το τέλος του ταξιδιού μου πριν το κρίνω», δεν φανταζόταν πως το γράμμα του θα πωλούνταν έναν αιώνα αργότερα για 400.000 δολάρια. Πέντε ημέρες αφού έστειλε το γράμμα, το τέλος του ταξιδιού ήρθε απότομα και τραγικά.
Η ιστορία του Τιτανικού δεν είναι μόνο η ιστορία ενός ναυαγίου της τεχνολογικής αλαζονείας. Ο Μάρκο Αρμιέρο (Marco Armiero), στο σχετικό δοκίμιό του, επισημαίνει ότι από τους φτωχούς επιβάτες της τρίτης θέσης χάθηκε το 75%, ποσοστό τριπλάσιο από το αντίστοιχο 25% της πρώτης θέσης. Η κοινωνική ιεραρχία και η ταξική σφραγίδα στο διαβατήριο της ζωής διατηρείται ακόμη και όταν ο θάνατος μας κοιτάει όλους στα μάτια.
Στον Τιτανικό η επιβίωση ήταν κυριολεκτικά συνάρτηση του πόσο ακριβό ήταν το εισιτήριο που πλήρωσες. Αυτή η διαφορά δεν οφειλόταν μόνο στην τύχη, αλλά στην αρχιτεκτονική της ανισότητας που είχε ενσωματωθεί στο ίδιο το πλοίο. Οι καμπίνες της πρώτης θέσης βρίσκονταν κοντά στο κατάστρωμα όπου ήταν οι σωσίβιες λέμβοι, ενώ οι επιβάτες της τρίτης θέσης έπρεπε να διασχίσουν έναν λαβύρινθο διαδρόμων και κλειδωμένων πυλών για να φτάσουν στις σωσίβιες λέμβους.
Η πραγματικότητα ήταν ακόμη πιο σκληρή για τα παιδιά. Ενώ τα παιδιά της πρώτης και δεύτερης θέσης είχαν σχεδόν 100% επιβίωση (29 από 30), στην τρίτη θέση επέζησε μόνο το ένα στα τρία παιδιά. Όπως σημειώνει ο συγγραφέας Γουόλτερ Λορντ (Walter Lord), «με κάποιον τρόπο, το ποσοστό θανάτου ήταν υψηλότερο για τα παιδιά της τρίτης θέσης από ό,τι για τους άνδρες της πρώτης θέσης».
Τα στατιστικά από άλλα ναυάγια επιβεβαιώνουν το μοτίβο του Τιτανικού. Σε μία ανάλυση 18 ναυτικών καταστροφών που έγινε από το Πανεπιστήμιο της Ουψάλα, βρέθηκε ότι γενικά οι γυναίκες και τα παιδιά δεν προτεραιοποιούνταν – το ποσοστό επιβίωσης των γυναικών ήταν 16,7 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερο από των ανδρών. Ο κανόνας «γυναίκες και παιδιά πρώτα» εφαρμόστηκε μόνο σε δύο από τις 18 καταστροφές: στον Τιτανικό και στο Μπίρκενχεντ.
Η τραγωδία του Τιτανικού δεν αποτελεί εξαίρεση, αλλά κανόνα σε μια μακρά ιστορία καταστροφών όπου η φτωχολογιά πληρώνει πάντα το υψηλότερο τίμημα σε ζημιές και θανάτους. Έρευνες για τα θύματα πλημμυρών που έγιναν μεταξύ των ετών 1990-2018, σε 67 χώρες, δείχνουν ότι όσο μεγαλύτερη είναι η οικονομική ανισότητα τόσο περισσότεροι οι νεκροί από χαμηλά εισοδήματα. Το ποσοστό θνησιμότητας ήταν 26 φορές υψηλότερο στις χώρες με μεγάλες εισοδηματικές ανισότητες.
Το 89% του 1,5 δισεκατομμυρίου ανθρώπων που εκτίθενται σε κίνδυνο πλημμυρών ζουν σε χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος. Τα φθηνά σπίτια χτίζονται στις πιο επικίνδυνες περιοχές: κοντά σε ποτάμια που θα υπερχειλίσουν, σε εδάφη επιρρεπή σε κατολισθήσεις ή σε παράκτιες ζώνες που θα πλημμυρίσουν ακόμη και με ένα μικρό τσουνάμι. Οι φτωχοί βρίσκονται στην πρώτη γραμμή των θυμάτων όχι από επιλογή ή απροσεξία, αλλά λόγω της δομικής συστημικής ανισότητας.
Το 2005 ο κυκλώνας Κατρίνα κατέστρεψε, κυριολεκτικά, τη Νέα Ορλεάνη, πόλη όπου το 27,9% των κατοίκων ζούσαν κάτω από το όριο της φτώχειας και το 27,3% των νοικοκυριών δεν είχαν αυτοκίνητο. Η απόφαση για εκκένωση της πόλης με αυτοκίνητα ήταν βαθιά ταξική. Οι μαύροι κάτοικοι αντιπροσώπευαν το 67% του πληθυσμού, αλλά αποτελούσαν το 75% των πλημμυροπαθών. Η ανάλυση των δεδομένων έδειξε ότι οι μαύροι κάτοικοι και όσοι δεν είχαν ολοκληρώσει το γυμνάσιο ήταν λιγότερο πιθανό να εγκαταλείψουν την πόλη πριν την καταιγίδα. Από αυτούς που δεν έφυγαν, οι περισσότεροι παρέμειναν επειδή δεν είχαν χρήματα, μεταφορικό μέσο ή κάπου να πάνε.
Οι ίδιες τάσεις παρατηρούνται και στις σύγχρονες κλιματικές καταστροφές. Μια μελέτη για τον κυκλώνα Χάρβεϊ το 2017 έδειξε ότι οι κατά κεφαλήν ζημιές για έναν έγχρωμο άνθρωπο ήταν περίπου 1.035 δολάρια, σε σύγκριση με 828 δολάρια για τους λευκούς, παρότι οι αξίες των σπιτιών ήταν υψηλότερες στις λευκές γειτονιές.
Και, όπως είναι αναμενόμενο, οι φυσικές καταστροφές όχι μόνο πλήττουν δυσανάλογα τους φτωχούς, αλλά και εντείνουν τις ανισότητες. Μία έρευνα στην Ινδονησία έδειξε ότι οι καταστροφές αυξάνουν την ανισότητα εισοδήματος, ενώ, ταυτόχρονα, η ανεργία και η φτώχεια αποτελούν τους βασικότερους δείκτες για την πρόβλεψη των ομάδων με τις μεγαλύτερες απώλειες από επερχόμενες καταστροφές. Οι φτωχοί, που συχνά στεγάζονται σε ευάλωτες περιοχές, αντιμετωπίζουν υψηλότερο κίνδυνο, ενώ η έλλειψη ασφάλισης και κοινωνικής προστασίας τούς αναγκάζει να χρησιμοποιούν τα ήδη περιορισμένα περιουσιακά τους στοιχεία για να αντιμετωπίσουν τις απώλειες. Τα ακραία καιρικά φαινόμενα είναι ακραία για τη φτώχεια και διαχειρίσιμα για τον πλούτο.
Οι δυναμικές ανισότητας που καθόρισαν ποιος θα ζήσει και ποιος θα πεθάνει στον Τιτανικό, σήμερα καθορίζουν τα θύματα της κλιματικής αλλαγής και της περιβαλλοντικής υποβάθμισης. Το ίδιο μοτίβο επαναλαμβάνεται: όσοι έχουν λιγότερα, χάνουν περισσότερα. Όσοι έχουν περισσότερα, βρίσκουν τρόπους να προστατευτούν, να διαφύγουν ή να ανακάμψουν γρηγορότερα. Ο Αρμιέρο σημειώνει πως στην περίπτωση του Τιτανικού «όλα φαίνονται πολύ τέλεια, μοντέρνα και αποτελεσματικά για να σκεφτεί κανείς καν την πιθανότητα μιας πλήρους κατάρρευσης. Οι προειδοποιήσεις για την επερχόμενη καταστροφή θεωρούνται πάντα ως οιωνοί των επαγγελματιών απαισιόδοξων. Ο μύθος του αβύθιστου πλοίου –ή, αν θέλετε, της αιώνιας προόδου– συνδέεται με έναν άλλον λόγο που είναι κεντρικός στην ιστορία του Τιτανικού, δηλαδή την απόλυτη πίστη στην τεχνολογία και την τεχνογνωσία. Η σύγχρονη φύση του πλοίου, η οποία το προστατεύει από οποιοδήποτε ατύχημα, βασίζεται στις τεχνολογίες που χρησιμοποιούνται».
Ο απόπλους του Τιτανικού από το λιμάνι του Σαουθάμπτον, στις 10 Απριλίου 1912, ήταν ο συμβολικός απόπλους της ίδιας της τεχνολογικής προόδου. Όπως όμως συμβαίνει συχνά, η ίδια η ύπαρξη υπερπολύπλοκων τεχνολογικών εργαλείων, σχεδιασμένων από τους καλύτερους ειδικούς του κόσμου και κατασκευασμένων με μεγάλη ακρίβεια και τεράστιο κόστος, δεν άφησε επαρκή χώρο για πολύ βασικότερες ανάγκες, όπως οι σωσίβιες λέμβοι, που ήταν ανεπαρκείς για τους επιβάτες του πλοίου. Στην πραγματική ζωή, το πλοίο του Τιτανικού δεν μετέφερε μόνο επιβάτες. Μετέφερε μαζί του, ενσωματωμένο στην αρχιτεκτονική του, και όλο το πλέγμα των κοινωνικών-οικονομικών σχέσεων που φτιάχνει τεχνολογικές υπερπαραγωγές όπως ο Τιτανικός και ποντάρει σε αυτές το μέλλον της ανθρωπότητας.
Την επόμενη φορά που κάποιος θα σας πει ότι «είμαστε όλοι στο ίδιο καράβι και πρέπει πρώτα να το σώσουμε και μετά να δούμε τις μεταξύ μας διαφορές», να του θυμίσετε ότι στον Τιτανικό δεν σώθηκαν όσοι συνεργάστηκαν ομαλά και υπάκουα με τις εντολές του πληρώματος και του καπετάνιου, αλλά όσοι είχαν πληρώσει ακριβότερο εισιτήριο. Αν η περιβαλλοντική κρίση πρόκειται να δημιουργήσει μικρότερους ή μεγαλύτερους Τιτανικούς, είναι καιρός να πάψουμε να περιμένουμε υπομονετικά τη σειρά μας στα αμπάρια.»