«Αν γλιτώσει το παιδί, υπάρχει ελπίδα», τραγουδούσε κάποτε ο Παύλος Σιδηρόπουλος. Διαβάζοντας όμως το επίσημο εκπαιδευτικό πρόγραμμα του AfD (Εναλλακτική για τη Γερμανία) για τις εκλογές στο κρατίδιο της Σαξονίας-Άνχαλτ, γεννιέται το βασανιστικό και επίκαιρο ερώτημα: θα γλιτώσει το παιδί; θα υπάρξει ελπίδα;
Το ερώτημα αυτό δεν είναι θεωρητικό. Αποκτά δραματική επικαιρότητα καθώς την ερχόμενη Κυριακή, 6 Σεπτεμβρίου, οι πολίτες της Σαξονίας-Άνχαλτ προσέρχονται στις
κάλπες. Οι δημοσκοπήσεις φέρνουν το AfD προ των πυλών της εξουσίας, και το κόμμα δεν κρύβει τις προθέσεις του. Σε ένα «Κυβερνητικό Πρόγραμμα» που δημοσιοποίησε, το AfD περιγράφει με λεπτομέρεια πώς φαντάζεται το σχολείο του μέλλοντος. Η περιγραφή είναι ριζική, σχεδόν βίαιη, και κινείται σε εντελώς αντίθετη κατεύθυνση από ό,τι θεωρούμε σήμερα σύγχρονη, συμπεριληπτική εκπαίδευση.
Πρόκειται για ένα πρόγραμμα που, αν εφαρμοστεί, δεν θα αλλάξει απλώς το αναλυτικό πρόγραμμα. Θα αλλάξει τον ίδιο τον ρόλο του σχολείου. Το πρόγραμμα του AfD αποκαλύπτει ότι η ακροδεξιά στρατηγική στη Γερμανία δεν εξαντλείται στη ρητορική κατά των μεταναστών. Το πιο ύπουλο σχέδιό της αφορά τα παιδιά — και ξεκινά από την τάξη. Το AfD θέλει να διαμορφώσει τις ψυχές και τις συνειδήσεις της επόμενης γενιάς. Και ο πολιτισμικός και πολιτικός πόλεμος που έχει κηρύξει ξεκινά από το
κουδούνι του σχολείου.
Οι πιο σημαντικές αλλαγές που προτείνει το AfD:
– Ξεχωριστά σχολεία για παιδιά με αναπηρία. Η συνεκπαίδευση, δηλαδή η διδασκαλία
παιδιών με και χωρίς αναπηρίες στα ίδια σχολεία, καταργείται. Η ειδική αγωγή περιορίζεται
πλήρως σε απομονωμένες δομές (Förderschulen).
– Ειδικές τάξεις για παιδιά μεταναστών και προσφύγων. Τα παιδιά που δεν έχουν
γερμανική καταγωγή θα διδάσκονται χωριστά. Το σκεπτικό, όπως αναφέρεται στο ίδιο το
πρόγραμμα: «Πρέπει να προστατεύσουμε τα παιδιά μας από τις ποικίλες επιβαρύνσεις που
προκύπτουν όταν διδάσκονται μαζί με παιδιά από εντελώς ξένους πολιτισμούς.»
– Κατάργηση της υποχρεωτικής σχολικής φοίτησης και καθιέρωση κατ’ οίκον
διδασκαλίας. Μια κίνηση που φαινομενικά δίνει ελευθερία, αλλά στην πράξη απομονώνει
τα παιδιά κοινωνικά και επιβαρύνει —κυρίως— τις μητέρες, αναγκάζοντάς τες να
εγκαταλείψουν την εργασία τους.
– Κατάργηση κάθε προγράμματος κατά του ρατσισμού, διαπολιτισμικής εκπαίδευσης
και σεξουαλικής ποικιλομορφίας.
– Υποχρεωτική προβολή του παραδοσιακού οικογενειακού προτύπου (άνδρας,
γυναίκα, παιδιά) ως του μοναδικού αποδεκτού.
– Αναθεώρηση της Ιστορίας. Το σύνθημα που προβάλλει η τοπική ηγεσία του AfD είναι
χαρακτηριστικό: «Περισσότερος Μπίσμαρκ, λιγότερος Χίτλερ.» Στόχος είναι να
υποβαθμιστούν τα εγκλήματα του Εθνικοσοσιαλισμού και το Ολοκαύτωμα, ενώ η
διδασκαλία θα στραφεί σε έναν τυφλό εθνικό πατριωτισμό, με πρότυπο τη Γερμανική
Αυτοκρατορία του 19ου αιώνα.
– Φίμωση των εκπαιδευτικών. Μέσω μιας «εντολής ουδετερότητας» (Neutralitätsgebot), οι
δάσκαλοι θα απαγορεύεται να τοποθετούνται πολιτικά μέσα στην τάξη — ακόμα και όταν
πρόκειται για την υπεράσπιση δημοκρατικών αξιών. Αν ένας μαθητής εκφράσει
ρατσιστικές ή ακραίες απόψεις, ο εκπαιδευτικός δεν θα μπορεί να παρέμβει. Οποιαδήποτε
κριτική στην ακροδεξιά ή ανάλυση του ρατσισμού θα επισύρει πειθαρχικές κυρώσεις.
Απέναντι σε αυτό το σχέδιο, η απάντηση της εκπαιδευτικής κοινότητας ήταν άμεση και συλλογική. Σχεδόν 20 οργανώσεις, συνδικάτα και εκκλησίες της Σαξονίας-Άνχαλτ —μεταξύ τους η Ένωση Εκπαίδευσης και Επιστήμης (GEW)— συνυπέγραψαν κοινή δήλωση, υπενθυμίζοντας ότι η ελεύθερη, συμπεριληπτική παιδεία δεν είναι διαπραγματεύσιμη.
Παράλληλα, νομικές μελέτες χαρακτηρίζουν προτάσεις όπως οι ξεχωριστές τάξεις για μετανάστες ή η κατ’ οίκον διδασκαλία ως «κραυγαλέα παράνομες» και αντισυνταγματικές.
Η πρόεδρος της GEW, Eva Gerth, προειδοποιεί: η πολιτική του AfD δεν απειλεί μόνο τις δημοκρατικές αξίες, αλλά κινδυνεύει να οδηγήσει και σε μαζική φυγή εκπαιδευτικών —κάτι που ήδη πλήττει σοβαρά το κρατίδιο. Οι δάσκαλοι αρνούνται να γίνουν όργανα μιας «αστυνομίας σκέψης» και απαντούν με το πιο ισχυρό όπλο της δημοκρατίας: την κριτική σκέψη μέσα στην τάξη.
Το διακύβευμα, ωστόσο, είναι πολύ βαθύτερο από μια απλή αναμέτρηση κομμάτων. Δεν είναι μόνο πολιτικό — είναι πολιτισμικό και υπαρξιακό. Γιατί όταν ένα πολιτικό κόμμα βάζει στο στόχαστρό του το σχολείο, βάζει στο στόχαστρο την ίδια την ιδέα της δημόσιας παιδείας. Τη μετατρέπει από χώρο ανακάλυψης και κοινωνικής ανέλιξης σε εργαλείο διαχωρισμού, αμνησίας και απομόνωσης.
Στη Σαξονία-Άνχαλτ, την Κυριακή, η απάντηση σε αυτό το ερώτημα θα δοθεί εν μέρει στις κάλπες. Αλλά το πραγματικό ερώτημα —που αφορά όλους, όχι μόνο τους Γερμανούς— είναι αν, απέναντι στην ακροδεξιά, η κοινωνία θα κρατήσει ανοιχτά τα μάτια της.
Και, κυρίως, αν θα κρατήσει το νου της στο παιδί.