Just in

Όλα τα νέα
Imerodromos logo
 

Οι «κηφήνες» εκπαιδευτικοί: Μετράμε τις διακοπές τους, αλλά ξεχνάμε ποιος θα μπει αύριο στην τάξη

Ο μύθος του «βολεμένου δασκάλου» επιμένει την ώρα που αυξάνονται οι απαιτήσεις, οι μισθοί πιέζονται, οι αναπληρωτές παραιτούνται και οι..

Πρόσθεσε τον Ημεροδρόμο στην Google
Ο μύθος του «βολεμένου δασκάλου» επιμένει την ώρα που αυξάνονται οι απαιτήσεις, οι μισθοί πιέζονται, οι αναπληρωτές παραιτούνται και οι νέοι εκπαιδευτικοί συναντούν ένα επάγγελμα πολύ διαφορετικό από εκείνο που είχαν φανταστεί

Κάθε φορά που ανοίγει η συζήτηση για τους εκπαιδευτικούς, υπάρχει ένα ερώτημα που εμφανίζεται σχεδόν με μαθηματική ακρίβεια: «Πόσες διακοπές κάνουν;»

Πόσες ημέρες κάθονται το καλοκαίρι, πόσες τα Χριστούγεννα, πόσες το Πάσχα. Πόσες ώρες βρίσκονται στο σχολείο και πόσες ώρες «πραγματικά δουλεύουν».

Και κάπως έτσι, όπως σημειώνει η εκπαιδευτικός Φωτεινή Φωτιάδου, μια ολόκληρη συζήτηση για το δημόσιο σχολείο καταλήγει σε ένα πρόχειρο λογιστήριο ωρών και ημερών.

Δεν συζητάμε με την ίδια ένταση πόσα παιδιά βρίσκονται σε μια τάξη. Δεν μετράμε πόσοι μαθητές χρειάζονται ειδική υποστήριξη και δεν την έχουν εγκαίρως. Δεν αναρωτιόμαστε γιατί ο εκπαιδευτικός πρέπει ταυτόχρονα να είναι δάσκαλος, παιδαγωγός, διαμεσολαβητής, διαχειριστής κρίσεων, χειριστής ψηφιακών πλατφορμών και διεκπεραιωτής μιας συνεχώς διογκούμενης γραφειοκρατίας.

Και κυρίως αποφεύγουμε το σημαντικότερο ερώτημα: Ποιος θα θέλει να γίνει εκπαιδευτικός τα επόμενα χρόνια;

Η «εύφορη κοιλάδα» που υπάρχει μόνο στη φαντασία

Το στερεότυπο του «βολεμένου εκπαιδευτικού» δεν είναι καινούργιο.

Η εικόνα του δασκάλου που εργάζεται μόνο τις ώρες που βρίσκεται μπροστά στον πίνακα αφήνει εκτός όλο το αθέατο τμήμα της δουλειάς: προετοιμασία, διορθώσεις, επικοινωνία με γονείς, συνεδριάσεις, δράσεις, επιμορφώσεις, διοικητικές υποχρεώσεις και διαχείριση προβλημάτων που δεν τελειώνουν με το κουδούνι.

Αυτό ακριβώς είναι που συχνά δεν φαίνεται.

Ένας εκπαιδευτικός μπορεί να έχει τελειώσει το διδακτικό του ωράριο, αλλά όχι τη δουλειά του. Τα τετράδια θα διορθωθούν στο σπίτι. Το επόμενο μάθημα θα προετοιμαστεί το απόγευμα. Το μήνυμα του γονέα θα απαντηθεί αργότερα. Η έκθεση, η πλατφόρμα, το σχέδιο δράσης, η επιμόρφωση και η συνεδρίαση θα προστεθούν σε μια εργασία που δεν χωρά εύκολα σε ένα ωρολόγιο πρόγραμμα.

Κι όμως, όπως επισημαίνει η εκπαιδευτικός Φωτεινή Φωτιάδου το στερεότυπο επιμένει: «Έχουν τρεις μήνες διακοπές».

Μια τάξη δεν είναι 25 καρέκλες

Υπάρχει όμως κάτι ακόμη πιο σημαντικό που δεν μετριέται σε ώρες.

Ο εκπαιδευτικός μπαίνει σε μια αίθουσα και απέναντί του δεν βρίσκει απλώς 25 μαθητές. Βρίσκει 25 διαφορετικές ιστορίες.

Το παιδί που δυσκολεύεται να συγκεντρωθεί. Το παιδί που βρίσκεται στο φάσμα μιας μαθησιακής ή άλλης δυσκολίας. Εκείνο που δεν γνωρίζει καλά ελληνικά. Εκείνο που ξεσπά με θυμό. Εκείνο που φοβάται να μιλήσει. Το παιδί που κουβαλά στο σχολείο ό,τι συνέβη την προηγούμενη νύχτα στο σπίτι του.

Και δίπλα σε αυτά βρίσκονται άλλα παιδιά που περιμένουν να προχωρήσει το μάθημα, να μάθουν, να ρωτήσουν, να δημιουργήσουν.

Ο εκπαιδευτικός καλείται να τα δει όλα.

Δεν είναι babysitter. Δεν βρίσκεται στο σχολείο απλώς για να «κρατάει» τα παιδιά όσο οι γονείς εργάζονται.

Η δουλειά του είναι πολύ πιο απαιτητική: να διδάξει, να εντοπίσει δυσκολίες, να διαφοροποιήσει τη διδασκαλία, να διαχειριστεί συμπεριφορές, να συνεργαστεί με τις οικογένειες, να προστατεύσει το παιδαγωγικό κλίμα και ταυτόχρονα να μην αφήσει κανένα παιδί πίσω.

«Δεν κουράστηκα από τα παιδιά – κουράστηκα από όλα τα υπόλοιπα»

Ίσως αυτή να είναι μία από τις πιο χαρακτηριστικές φράσεις που ακούγονται σήμερα μεταξύ εκπαιδευτικών.

Η σύγχρονη σχολική τάξη έχει αλλάξει. Τα παιδιά μεγαλώνουν μέσα σε έναν κόσμο συνεχούς ψηφιακής διέγερσης, κοινωνικών δικτύων, τεράστιου όγκου πληροφορίας, άγχους και οικογενειακών πιέσεων. Αυτό θα απαιτούσε περισσότερο παιδαγωγικό χρόνο, μικρότερα τμήματα και ενισχυμένες υποστηρικτικές δομές.

Την ίδια ώρα, όμως, ο εκπαιδευτικός καλείται να διαθέτει όλο και περισσότερο χρόνο σε πλατφόρμες, καταχωρίσεις, αναφορές, σχέδια δράσης, αξιολογικές διαδικασίες, διοικητικές υποχρεώσεις και επιμορφώσεις. Σχετική αρθρογραφία περιγράφει αυτή ακριβώς τη μετατόπιση: πολλές φορές η κόπωση δεν προέρχεται πρωτίστως από τη σχέση με τα παιδιά αλλά από όλα όσα έχουν συσσωρευτεί γύρω από τη διδασκαλία.

Και εδώ εμφανίζεται μια νέα μορφή επαγγελματικής εξουθένωσης.

Όχι μόνο η εξάντληση από την πολλή δουλειά, αλλά η εξάντληση που γεννιέται όταν ο εργαζόμενος αισθάνεται ότι χάνει τον χρόνο, την αυτονομία και το νόημα της ίδιας του της δουλειάς.

Ζητάμε όλο και περισσότερα από έναν άνθρωπο που αμείβουμε όλο και λιγότερο

Η αντίφαση γίνεται ακόμη μεγαλύτερη όταν φτάσουμε στις αμοιβές.

Από τον εκπαιδευτικό ζητείται συνεχής κατάρτιση. Πτυχίο, μεταπτυχιακά, δεύτερα πτυχία, ξένες γλώσσες, ψηφιακές δεξιότητες, σεμινάρια, πιστοποιήσεις.

Η έρευνα έχει αναδείξει ακριβώς αυτό το παράδοξο: έναν κλάδο με πολύ υψηλή συσσώρευση ακαδημαϊκών προσόντων, χωρίς αντίστοιχη οικονομική αναγνώριση.

Για έναν νέο εκπαιδευτικό που διορίζεται μακριά από τον τόπο κατοικίας του, το πρόβλημα γίνεται ακόμη μεγαλύτερο.

Σε σχετικό ρεπορτάζ, οι καθαρές αποδοχές νεοδιόριστων και αναπληρωτών τοποθετούνταν περίπου στην περιοχή των 800-1.000 ευρώ, ενώ ένα μικρό σπίτι σε περιοχές με στεγαστική πίεση μπορεί να απαιτεί 450, 500 ή 650 ευρώ τον μήνα. Σε αρκετές περιπτώσεις ο εκπαιδευτικός μπορεί να διαθέτει το μισό ή και περισσότερο εισόδημά του μόνο για στέγη.

Και μετά υπάρχουν οι λογαριασμοί, η διατροφή, η μετακίνηση, τα εισιτήρια για να επιστρέψει στην οικογένειά του.

Ο «κηφήνας», λοιπόν, μπορεί να βρίσκεται εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι του, σε ένα μικρό διαμέρισμα που απορροφά τον μισό μισθό του, και το επόμενο πρωί να πρέπει να μπει χαμογελαστός στην τάξη και να εμπνεύσει τα παιδιά.

Οι αναπληρωτές που κάθε Ιούνιο… απολύονται

Υπάρχει και μια κατηγορία εκπαιδευτικών για την οποία η συζήτηση περί «τριών μηνών διακοπών» γίνεται σχεδόν ειρωνική: οι αναπληρωτές.

Περίπου 50.000 άνθρωποι αποτελούν κάθε χρόνο κρίσιμο τμήμα της λειτουργίας των σχολείων. Όταν τελειώνει η σχολική χρονιά, λήγει και η σύμβασή τους. Ύστερα αρχίζει ξανά η αναμονή: πίνακες, αιτήσεις, προσλήψεις, περιοχή τοποθέτησης, νέο σπίτι, νέα μετακόμιση.

Σε στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί, 2.300 αναπληρωτές το 2025 είτε δεν ανέλαβαν υπηρεσία είτε παραιτήθηκαν μετά την πρόσληψή τους, με το στεγαστικό και το κόστος διαβίωσης να αναδεικνύονται σε κρίσιμους παράγοντες πίεσης.

Δεν σημαίνει ότι κάθε παραίτηση έχει τον ίδιο λόγο. Δείχνει όμως ότι κάτι σοβαρό συμβαίνει όταν άνθρωποι που περίμεναν χρόνια μια πρόσληψη φτάνουν στο σημείο να μην μπορούν οικονομικά να την αποδεχθούν.

Και οι μόνιμοι φεύγουν

Το 2026 καταγράφηκαν 5.043 αιτήσεις παραίτησης και αυτοδίκαιες αποχωρήσεις μονίμων εκπαιδευτικών, μετά τις ανακλήσεις, από τις οποίες 2.445 αφορούσαν την Πρωτοβάθμια και 2.588 τη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Πρόκειται φυσικά σε μεγάλο βαθμό για συνταξιοδοτικές και θεσμικά προβλεπόμενες αποχωρήσεις και όχι όλες για εγκατάλειψη του επαγγέλματος λόγω δυσαρέσκειας. Το μέγεθος, όμως, υπενθυμίζει ότι τα επόμενα χρόνια το σύστημα θα πρέπει να ανανεώσει ένα μεγάλο μέρος του ανθρώπινου δυναμικού του.

Και εδώ επιστρέφουμε στο βασικό ερώτημα: Ποιοι νέοι θα θελήσουν να πάρουν τη θέση τους;

Οι νέοι μπαίνουν με όνειρα και συναντούν έναν τοίχο

Οι περισσότεροι άνθρωποι που επιλέγουν την εκπαίδευση δεν το κάνουν επειδή ονειρεύονται μια ηλεκτρονική πλατφόρμα ή ένα διοικητικό έντυπο.

Μπαίνουν στο σχολείο επειδή κάποτε ένας δάσκαλος άλλαξε τη δική τους ζωή. Επειδή θέλουν να διδάξουν. Να δημιουργήσουν. Να δώσουν σε ένα παιδί την ευκαιρία να πιστέψει περισσότερο στον εαυτό του.

Και ύστερα συναντούν ένα σύστημα όπου, πριν καλά καλά γνωρίσουν τα παιδιά τους, πρέπει να μάθουν deadlines, καταχωρίσεις, διαδικασίες, υπηρεσιακές απαιτήσεις και έναν διοικητικό κόσμο για τον οποίο κανείς δεν τους είχε προετοιμάσει. Αυτό το χάσμα ανάμεσα στην προσδοκία και στην καθημερινότητα του νέου εκπαιδευτικού έχει αναδειχθεί έντονα.

Και κάπως έτσι η απογοήτευση αρχίζει πολύ νωρίς.

Όσο απαξιώνουμε τον δάσκαλο, απαξιώνουμε και το σχολείο

Φυσικά δεν είναι όλοι οι εκπαιδευτικοί άριστοι.

Υπάρχουν καλοί, εξαιρετικοί, μέτριοι και ανεπαρκείς εκπαιδευτικοί, όπως σε κάθε επαγγελματικό χώρο.

Η κριτική είναι απαραίτητη. Η απαίτηση για καλύτερο σχολείο επίσης.

Άλλο όμως η κριτική και άλλο η συλλογική προσβολή μιας ολόκληρης επαγγελματικής ομάδας.

Όταν το παιδί ακούει στο σπίτι ότι «οι δάσκαλοι είναι τεμπέληδες», ότι «κάθονται» και ότι «δεν κάνουν τίποτα», λίγες ημέρες αργότερα καλείται να μπει στην τάξη και να εμπιστευθεί τον ίδιο άνθρωπο που άκουγε να απαξιώνεται.

Πώς ακριβώς περιμένουμε να λειτουργήσει αυτή η παιδαγωγική σχέση;

Η απαξίωση του εκπαιδευτικού δεν χτυπά μόνο τον εκπαιδευτικό.

Χτυπά το κύρος του ίδιου του δημόσιου σχολείου.

Το ερώτημα δεν είναι πόσες διακοπές κάνουν

Ίσως λοιπόν έχουμε εγκλωβιστεί στη λάθος συζήτηση.

Το ερώτημα δεν είναι αν ο εκπαιδευτικός έχει περισσότερες σχολικές διακοπές από έναν εργαζόμενο στον ιδιωτικό τομέα. Προφανώς το σχολικό ημερολόγιο έχει μια διαφορετική δομή από την εργασία σε ένα γραφείο, ένα εργοστάσιο ή ένα κατάστημα.

Το ουσιαστικό ερώτημα είναι διαφορετικό:

Θέλουμε καλούς ανθρώπους μέσα στις τάξεις;

Αν τους θέλουμε, πρέπει το επάγγελμα να μπορεί να προσελκύει ικανούς νέους ανθρώπους και να τους κρατά.

Να τους επιτρέπει να ζουν από τον μισθό τους.

Να μην τους υποχρεώνει να αντιμετωπίζουν κάθε Σεπτέμβριο ως οικονομική περιπέτεια.

Να τους δίνει χρόνο να διδάξουν αντί να τους μετατρέπει σε γραμματείς πλατφορμών.

Να τους παρέχει ψυχολόγους, κοινωνικούς λειτουργούς, ειδικούς παιδαγωγούς και επαρκή υποστήριξη, αντί να απαιτεί από έναν άνθρωπο να καλύψει όλους τους ρόλους.

Να απαιτεί πολλά από αυτούς, ασφαλώς – αλλά να τους δίνει και τα μέσα για να ανταποκριθούν.

Γιατί στο τέλος αυτή η συζήτηση δεν αφορά τους εκπαιδευτικούς.

Αφορά τα παιδιά.

Και αν συνεχίσουμε να κοιτάζουμε το ημερολόγιο για να μετρήσουμε πόσες ημέρες «κάθεται ο δάσκαλος», υπάρχει ο κίνδυνος κάποια στιγμή να σηκώσουμε το βλέμμα και να βρούμε μια πολύ πιο δύσκολη πραγματικότητα:

να υπάρχουν σχολικές αίθουσες, να υπάρχουν μαθητές, αλλά να μην υπάρχουν αρκετοί άνθρωποι που να θέλουν να σταθούν μπροστά τους.

Τότε οι «τρεις μήνες διακοπών» θα μοιάζουν με ένα εξαιρετικά ασήμαντο πρόβλημα.

πηγη: Χρ.Κάτσικας/Alfavita

Σχετικά θέματα

Post
Filter