Η ερμηνεία, η σκέψη και η ψυχή της Κάτιας Γέρου βρίσκονται σε
αρμονία. Είναι σπάνια. Όταν την ακούς, νιώθεις ότι διακατέχεται από
συγκίνηση και ευαισθησία. Είναι τόσο αληθινή κι ανθρώπινη.
Υποστηρίζει ότι το ταβάνι της τέχνης είναι ο ουρανός.
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΕΥΑ ΝΙΚΟΛΑΪΔΟΥ
«Θυμάμαι από το 1976 έως το 1979, στο Θέατρο Τέχνης, πόσο
επηρέασαν τον ψυχισμό και την δημιουργικότητά μας, οι δάσκαλοί μας
τότε Κάρολος Κουν και Γιώργος Λαζάνης, όπως και αρκετοί άλλοι.
Ο Γιώργος Λαζάνης, πραγματικά με καθόρισε γιατί θαύμαζα έναν
ανήσυχο και σκεπτόμενο καλλιτέχνη που μας έλεγε: «Δεν πρέπει ποτέ
να επαναπαύεστε». Ο ηθοποιός μέσα από τους δασκάλους του γίνεται
ζυμάρι για να τον πλάσουν οι ρόλοι. Είναι σημαντικό να διατηρήσει την
αθωότητά του, για να μην την μολύνει η γνώση, μέχρι το τελευταίο
βράδυ της καριέρας του.
Προσπαθώ μέσα από όσα διδάχτηκα να μπορώ να αφηγούμαι τα
κείμενα. Θέλω να είμαι όσο καλύτερη παραμυθού γίνεται. Να ξεχνά ο
θεατής ότι βλέπει ηθοποιούς και να νομίζει ότι παρακολουθεί κομμάτι
της ζωής του και παρασύρεται απ’ όσα ακούει.
Ο Κάρολος Κουν ζητούσε ακόμη και από μας τους νέους το άπαν. Αυτό
σήμαινε εξοντωτική δουλειά. Αλλά ήταν και συγκινητικό γιατί πίστευε
στους νέους, τους έδινε πρώτους ρόλους. Ακόμα και όταν αντιμετώπιζε
σοβαρά θέματα υγείας, όταν σηκωνόταν στη σκηνή για να μας δείξει
κάτι, τα ξεχνούσες όλα.

Ο Γιώργος Λαζάνης είχε μια αυστηρότητα πάντα και λατρεία στην
λεπτομέρεια. Μας θεωρούσε δικά του παιδιά και παραβλέπαμε την
αυστηρότητά του γιατί ξέραμε ότι το κάνει από αγάπη. Ένα άλλο
εντυπωσιακό του στοιχείο ήταν ότι δεν ερχόταν ποτέ προετοιμασμένος
στις πρόβες. Δεν είχε προαποφασίσει ακριβώς την τεχνική. Αυτό ήταν
μεγάλο μάθημα.
Μας έλεγε: «Συγκινούμαι πιο πολύ να ψάχνω με τους ηθοποιούς μου
τον ρόλο. Μπορεί να αλλάξω κάτι στη διαδρομή». Αυτό είχε ως
αποτέλεσμα να μας δείχνει συνέχεια καινούρια μονοπάτια. Υπήρχε κάτι
το απρόβλεπτο, όπως είναι και η ζωή.
Με τον Κυριάκο Κατζουράκη ζήσαμε τριανταπέντε χρόνια. Ήταν ένα
άλλο μεγάλο σχολείο η συνύπαρξη μαζί του. Τον παρακολουθούσα να
δουλεύει είκοσι ώρες το εικοσιτετράωρο, με τεράστια λαχτάρα και να
δημιουργεί αγγέλους. Ξαφνικά, τον είδα να ασχολείται με το σινεμά
όντας αυτοδίδακτος, να μοντάρει τις ταινίες του, να κάνει τον ηχητικό
σχεδιασμό. Χάριζε τις ταινίες του στο κοινό ταξιδεύοντας στην Ελλάδα.
Άφηνε ελεύθερη την είσοδο τις περισσότερες φορές στους θεατές.
Ήταν καταπληκτικός ζωγράφος. Τον είδα να απλώνει τους πίνακές του
στηρίζοντάς τους σε δέντρα, στα αντιρατσιστικά φεστιβάλ. Έκανε
τέσσερις ταινίες μεγάλου μήκους οι οποίες βραβεύτηκαν εδώ και στο
εξωτερικό. Έγραψε βιβλία. Συγγράψαμε μαζί σενάρια ταινιών και
μπορώ να πω ότι ξεφοβήθηκα παρακολουθώντας το άγιο παράδειγμά
του. Άρχισα κι εγώ να ταξιδεύω, χαρίζοντας τις παραστάσεις μου.
Νιώθω τεράστια τύχη κι ευγνωμοσύνη που τους συνάντησα και με
διαμόρφωσαν ως άνθρωπο και ως καλλιτέχνη. Αυτοί οι τρεις
συνταρακτικοί μου δάσκαλοι».