Η ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΥ ΜΙΛΑΕΙ ΓΙΑ ΤΟΥΣ
ΔΑΣΚΑΛΟΥΣ ΤΗΣ ΚΑΡΟΛΟ ΚΟΥΝ ΚΑΙ ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΕΥΑ ΝΙΚΟΛΑΪΔΟΥ
Καταξιωμένη ηθοποιός η Αλεξάνδρα Σακελλαροπούλου, βραβεύτηκε με
το βραβείο Κουν. Το θέατρο Τέχνης άλλωστε τελείωσε με άριστα. Ήταν
αγαπημένη του σκηνοθέτη Βασίλη Παπαβασιλείου, για το ταλέντο και
τις εκπληκτικές ερμηνείες στους ρόλους της.
Μέσα από τον μονόλογο της Έλλης Αλεξίου σε θεατρικό κείμενο Εύας
Νικολαΐδου, στις 11, 12 και 13 Μάη, στο Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης,
Κάρολος Κουν, θα θαυμάσουμε για άλλη μια φορά το ταλέντο της.

«Είχα την τύχη να προλάβω ακμαίο εν ζωή τον Κάρολο Κουν. Επί πέντε
χρόνια ήμουν στο Θέατρο Τέχνης. Είχα κι άλλους δασκάλους φυσικά,
Λαζάνης, Κουγιουμτζής, Αρμένης, Μόριτζας, Μαρία Κυνηγού. Κυρίως
είχα δίπλα μου σπουδαίες θεατρίνες όπως ήταν η Μάγια
Λυμπεροπούλου, η Ρένη Πιττακή, η Ανίττα Σαντοριναίου, η Λυδία
Κονιόρδου και ένα σωρό άλλες κυρίες.
Είχα την τύχη ο Κουν να με εμπιστευτεί πολύ γρήγορα. Από το πρώτο
καλοκαίρι βρέθηκα στην Επίδαυρο με δύο παραστάσεις. Πρώτα ήταν οι
«Σφήκες» του Αριστοφάνη σε σκηνοθεσία του Λαζάνη και εκεί που
έπρεπε να σηκωθώ να φύγω, να πάω στο καλό, να γυρίσω σπίτι μου με
πιάνει ο Κουν και μου λέει «δε θα πας πουθενά, θα μείνεις εδώ να
μπεις και στις Βάκχες». «Τι να κάνω κύριε Κουν στις Βάκχες»; «Θα μπεις
στον χορό και θα κάνεις όλα αυτά τα ωραία. Έχεις ωραία κίνηση, δε θα
σου βάλω και λόγια να τρελαθείς». «Μα δεν ξέρω τις χορογραφίες»,
του απάντησα. «Είσαι πιτσούλα εσύ θα τα καταφέρεις». Δεν ήξερα τι
σημαίνει, μάλλον ήταν κάτι σαν καπάτσα. Και τα κατάφερα.
Με απίστευτη γελοιότητα – το λέω κι αυτό – κάποια στιγμή χορεύαμε,
είχαμε και τη μάσκα, είχα ξεχαστεί, έπαιζε η μουσική, όλες οι άλλες
είχαν φύγει κι εγώ ήμουνα μέσα στη μέση και συνέχιζα να χτυπιέμαι.
Δεν τις είχα πάρει χαμπάρι γιατί δεν είχα προλάβει μέσα σε τέσσερις
μέρες να μάθω τη χορογραφία. Και κάποια στιγμή νιώθω μία Βάκχη να
με παίρνει και με βάζει στην άκρη. Κι ακούω τη φωνή της μαγικής, της
τεράστιας ηθοποιού Ανίττας Σαντοριναίου και λέω τι έκανα.
Τελειώνει η παράσταση, πάω και της ζητάω χίλια συγγνώμη, «Εσύ
ήσουνα βρε μουρλό – μου λέει – εγώ συγγνώμη αλλά δεν γινότανε να
μη σε βγάλω από εκεί γιατί ήταν ακριβώς το σημείο που μου είχε πει ο
Κουν να πάω να μιλήσω στον κόσμο».
Όλες αυτές οι σπουδαίες ηθοποιοί που ανέφερα – η Κάτια Γέρου που
ήταν ήδη πρωταγωνίστρια παρότι δεν έχουμε μεγάλη διαφορά ηλικίας
– μου άνοιξαν την αγκαλιά τους, μου φέρθηκαν γενναιόδωρα, μάθαινα
δίπλα τους. Γι’ αυτό έτσι φέρομαι εγώ στα νέα παιδιά τώρα.
Μου λένε κάποιες κοπελίτσες ότι είμαι πολύ καλή μαζί τους και τους
λέω: «Δεν είμαι καλή, οφείλω να σας αγκαλιάσω και αν μου αρέσετε να
σας το λέω».

Την εποχή που γνώρισα εγώ τον Κουν, από τα 75 ως τα 80 δεν ήταν
ιδιαίτερα αυστηρός, πιο παλιά δεν ξέρω τι ήταν. Μία είναι η λέξη για
αυτόν τον άνθρωπο. Με ενέπνεε. Δεν ήταν το τι έλεγε, ήταν μια φλόγα,
ένας βωμός και μόλις που με κοίταγε ψήλωνα 20 πόντους. Τον είχα
ερωτευτεί. Νομίζω μου είχε μεγάλη αδυναμία κι αυτό μου
δημιουργούσε ιδιαίτερη συγκίνηση και την ανάγκη και την υποχρέωση
να είμαι παρούσα εκεί ανά πάσα στιγμή όσο ήταν από κάτω αυτός και
μας οδηγούσε.
Ύστερα, ήρθε ο Βασίλης Παπαβασιλείου με τον οποίο ήμασταν 40
χρόνια φίλοι. Έπαιξα σε δέκα παραστάσεις πρωταγωνίστριά του και
μαζί του έζησα τη θεατρική μου ενηλικίωση. Μην ξεχνάμε ότι ήταν
παιδί του Θεάτρου Τέχνης κι αγαπημένος ηθοποιός του Κάρολου Κουν.
Ήταν το πρότυπό του. Από κει και πέρα ο Βασίλης πρόσθεσε κι άλλα
πράγματα στη σχολή αυτή γιατί ήταν επίσης κι ένας μεγάλος
διανοούμενος.
Ο Κουν ήταν θηρίο του θεάτρου. Σαν άγριο ζώο. Όχι ότι δεν ήξερε
πράγματα. Ο Βασίλης είχε και μια πολύ μεγάλη, πλατειά καλλιέργεια
την οποία ζήσαμε όσοι ήμασταν παρόντες στο ραντεβού. Γιατί κι άλλοι
περνούσαν από δίπλα και δεν πήρανε χαμπάρι».