Απόψεις

Η δολοφονία, το «ασύντακτο πλήθος», o Δεκέμβρης του ‘08

Πριν εννιά χρόνια, στις 6 Δεκεμβρίου 2008, δολοφονήθηκε από τις δυνάμεις καταστολής ο έφηβος Αλέξης Γρηγορόπουλος, ενώ ζούσε, χαμογελούσε, αμφισβητούσε, ονειρευόταν. Σαφώς και οι ευθύνες της δολοφονίας εξατομικεύονται (υπάρχει φυσικός αυτουργός) αλλά επειδή αυτό έχει ξαναγίνει, έχει περισσότερη σημασία να δούμε την υποκουλτούρα (αξιακή και κοινωνική), την κοινωνικοποίηση των  αστυνομικών που φτάνουν να βλέπουν ως αντίπαλο, ως εχθρό, έναν έφηβο. Νομίζω πως η γνωστή παρέμβαση του Μάνου Χατζηδάκη για τη δολοφονία του επίσης 15χρονου Μιχάλη Καλτεζά, πάλι από αστυνομικό, το 1986, παρόλο που απολιτικοποιεί το θέμα, το θέτει στις σωστές του διαστάσεις. Σε κάθε περίπτωση οι κοινωνίες χρειάζονται τις ετεροτοπίες της αμφισβήτησης, του αντικονφορμισμού, της  διακωμώδησης της εξουσίας κ.λπ. «για μην γεράσουν» πριν την ώρα τους.

Ιστορικά όμως, η κρατική καταστολή, έχει ταξικό πρόσημο, καθώς χρησιμοποιείται πρωτίστως για την καταστολή των εργατικών αγώνων.  Επίσης ως παράγωγο της ταξικής κυριαρχίας θα πρέπει να εννοηθεί και η εγκληματικοποίηση των εργατικών και λαϊκών στρωμάτων  (class Justice/ταξική δικαιοσύνη). Με αυτή την έννοια θα έλεγα πως η δολοφονία του Γρηγορόπουλου είναι περισσότερο, όπως το θέτει ο Μ. Φουκώ,  παράγωγο της εξουσίας και των πρακτικών της, παρά της ταξικής κοινωνίας.

Επομένως, συντρέχουν πολλοί λόγοι να διατηρήσουμε ως κοινωνία στη συλλογική μας  μνήμη, το «συμβάν», εδώ την δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου, πριν 9 εννιά χρόνια και να διαδηλώσουμε, υπενθυμίζοντας όλα τα παραπάνω.

Παρόλα αυτά τμήματα του «χώρου» αλλά και της ριζοσπαστικής αριστεράς, προβάλλουν το Δεκέμβρη του ΄08 (με  αφορμή την «κατάλυση» της εξουσίας) ως την τομή, ως το υπόδειγμα των μελλοντικών εξεγέρσεων με υποκείμενο το «ασύντακτο πλήθος», τους «νομάδες», όπως το θέτει ο Νέγκρι, ο Χαρντ κ.ά. Μπροστά σε αυτή την αφέλεια αξίζει να αναφέρουμε τη θέση του Α. Γκράμσι που ασκώντας κριτική στους Σπαρτακιστές στη Γερμανία, υπενθύμιζε πως πίσω από το κράτος υπάρχει μια καπιταλιστική  κοινωνία με θεσμούς και μηχανισμούς (ιδεολογικούς και κοινωνικούς) που δύσκολα θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν χωρίς μια λενινιστική στρατηγική. 

Μάλιστα πολιτικά μορφώματα του σοσιαλφιλελεύθερου και αναρχοφιλελεύθερου χώρου αλλά και «συνιστώσες» του ίδιου  του ΣΥΡΙΖΑ  νοηματοδοτούσαν τον Δεκέμβρη του 2008 σαν «το συμβάν», σαν τη στιγμή που τα υποκείμενα «εγκαλούνται» (Λ. Αλτουσέρ), προφανώς από μια υπεριστορική δυναμική, να πάρουν μέρος στην «εξέγερση», στην «έξοδο».   Η «εξέγερση» φαινόταν περισσότερο σαν το παράγωγο  μιας εξωκοινωνικής εμπειρίας, μια «ζωτικής ορμής»,  ως η κοινωνική συνείδηση να μην χρειάζεται την εμπειρία  της καταπίεσης, της εκμετάλλευσης, του αποκλεισμού, κοντολογίς την τριβή με το κοινωνικό γίγνεσθαι  για να αρθρωθεί, ώστε να οριστούν στη συνέχεια τα κοινωνικά υποκείμενα,  οι δυνατότητες δράσης, αλλά και οι μορφές δράσης. Εκτός αν το ίδιο το «συμβάν» (Α. Μπαντιού), ας πούμε ο Δεκέμβρης του ‘08, δημιουργεί και διαπλάθει (χωρίς καμία σχέση με την πραγματικότητα) το κοινωνικό υποκείμενο. Τότε όμως πέφτουμε πάλι σε μια εξωϊστορική (οντολογική) θεώρηση των κοινωνικών σχέσεων.

Χαρακτηριστικό γνώρισμα της αυθόρμητης δράσης, της κινηματικής δράσης που αναβλύζει από εξωκοινωνικές-εξωιστορικές εμπειρίες, από μια δεξαμενή βιωμάτων, επιθυμιών, ενεργημάτων που δεν διαμεσολαβούνται κοινωνικά είναι ο αμφίσημος κοινωνικός της  χαρακτήρας. Συχνά μάλιστα η αυθόρμητη δράση (σποντανεϊσμός), ο εκθειασμός της βίας (Σορέλ), η «εξέγερση στο σύγχρονο κόσμο» (Νίτσε, Έβολα κ.ά.)   έβγαλε σε αντιδραστικές ιδεολογίες, μεταξύ άλλων στον ανορθολογισμό («φιλοσοφίες ζωής», βιταλισμός, κοινωνικός δαρβινισμός κ.λπ.) αλλά και στο φασισμό (Μουσολίνι, Έβολα, αδελφοί Στράσερ κ.ά.).

Κοινός παρονομαστής όλων αυτών των προσεγγίσεων, όπως και στον μητροπολιτικό αναρχισμό του Black Bloc (μαύρα ρούχα, μάσκες κ.λπ.), είναι η αποσύνδεση της κοινωνικής δράσης από την κοινωνική συνείδηση και η αισθητικοποίηση της βίας με ότι αυτό συνεπάγεται («βία στη βία της εξουσίας» κ.ο.κ.). Αν όμως αποσυνδέσουμε την κοινωνική δράση από την κοινωνική συνείδηση και τις αντίστοιχες ταξικές θέσεις (εργάτες, αστοί, χωρικοί κ.λπ.), μετατρέπουμε σε μονάδα ανάλυσης το άτομο, το υποκείμενο, τις επιθυμίες τους, όπως ακριβώς συμβαίνει στον φιλελευθερισμό, στον αναρχισμό (Στίρνερ κ.ά.), στον μετα-αριστερό αναρχισμό κ.α. Η κοινωνία όμως δεν είναι άθροισμα ατόμων αλλά σύστημα κοινωνικών σχέσεων.

Με αυτή την έννοια πραγματικά ο Δεκέμβρης τους 2008 προετοίμασε την αυθόρμητη εξέγερση των «αγανακτισμένων» και των «πλατειών»  του 2010-11. Τότε που οι αγανακτισμένοι  του «κάτω μέρους» της πλατείας Συντάγματος, απ’ όπου είχαν περάσει σχεδόν όλα τα στελέχη της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ αλλά και του «χώρου» πειραματίζονταν στην άμεση δημοκρατία, ενώ συνυπήρχαν με τους αγανακτισμένους  του «πάνω μέρους» της πλατείας (εθνικιστές, ακροδεξιούς, φιλάθλους, «μαγαζάτορες κ.ά.).Και όμως μέσα στη θολούρα του αντιμνημονιακού λόγου, μέσα στην παραζάλη της αυθόρμητης (απολίτικης)  δράσης και της «άμεσης δημοκρατίας» επωάστηκε «το αυγό του φιδιού», νομιμοποιήθηκε  τελικά πολιτικά η Χρυσή Αυγή.

Μάλιστα μέρος της αριστεράς (κυβερνώσας και ριζοσπαστικής) που σήμερα ασκεί εξουσία από θέσεις του  κράτους, επιχειρεί να αποκαταστήσει μια ιστορική συνέχεια με το παρελθόν, ώστε να χωρέσει και η ίδια, συνδέοντας κατά το δοκούν το Δεκέμβρη του 2008 με το ΕΑΜ και το Δεκέμβρη του 1944. Νομίζω ο καθένας/μία γνωρίζει την λαθροχειρία αυτών των ισχυρισμών. Άλλη είναι  η κοινωνική βάση (οιονεί ταξική) και άλλα τα κοινωνικά υποκείμενα που δίνει ο Δεκέμβρης του ‘44. Από εδώ, και από την ιστορική συγκυρία  (οργανωμένο λαϊκό κίνημα, τανκς του Σκόμπυ,  λευκή τρομοκρατία κ.λπ.) προσδιορίζεται η κοινωνική δυναμική, καθώς και το διακύβευμα για την κοινωνία και τη χώρα. Συνεπώς θα ήταν ύβρις να προχωρήσουμε σε συγκρίσεις ανάμεσα στο «τότε» και το «τώρα».

Θα μείνουμε μόνο στη μορφή και στο περιεχόμενο του Δεκέμβρη του 2008, παρόλο που η μορφή επικάλυψε το περιεχόμενο (αιτήματα). Φαίνεται πως εδώ η αισθητική της βίας (σπάσιμο, κάψιμο κ.λπ.) γίνεται το εφαλτήριο για να αναδυθούν πρωτόγνωρες εμπειρίες του κοινωνικού ψυχισμού, ώστε το «πλήθος» να υπερβεί την πλήξη και τις πεζές (μικροαστικές) συνήθειες, προχωρώντας με  ηρωϊκό και ποιητικό τρόπο προς την «έξοδο».

Εντούτοις τα αιτήματα του Δεκέμβρη του 2008 που προκλήθηκε ως (αντί)δραση στη δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου, παρόλο που δεν διατυπώθηκαν ποτέ με συγκεκριμένο τρόπο, είναι  τα αιτήματα μιας απογοητευμένης  νεολαίας (η νεολαία είναι διαταξική ομάδα και όχι κοινωνική τάξη), μιας γενιάς που αισθανόταν αλλοτριωμένη από την εξουσία (ότι μπορεί να φανταστεί ο καθένας/μία),   -όπως περίπου συμπυκνώνεται στο στίχο «φοβάμαι όλα αυτά που θα γίνουν για μένα χωρίς εμένα»-, μιας γενιάς που βίωνε την υποβάθμιση των τίτλων σπουδών ως την αρχή για κοινωνική έκπτωση, μιας γενιάς που διαισθανόταν πως θα ζήσει, όπως και στη συνέχεια συνέβη (οικονομική κρίση), χειρότερα από τις προηγούμενες γενιές κ.ο.κ.

Αν βάλει κανείς και μια εγγενή, ανθρωπολογικής τάξης δυσφορία,  στον μαζοποιημένο, στον άξενο χαρακτήρα των μητροπόλεων, να και το «αντινεωτερικό» στοιχείο που ως εκκρεμές μπορεί να βγάλει τη μια σε ένα σύγχρονο μηδενισμό, την άλλη στην «παλινόρθωση» και στην αντίδραση. Κοντολογίς πρόκειται για διαταξικά αιτήματα, για υπαρξιακές αγωνίες, για φόβους διατήρησης κοινωνικών θέσεων (τουλάχιστον του επιπέδου των γονιών), για προσδοκίες κοινωνικής ανέλιξης κ.ά. Αιτήματα καθόλα θεμιτά που εγγράφονται εξάλλου στον προγραμματικό λόγο της αστικής κοινωνίας και με αυτή την έννοια θα μπορούσαν, υπό όρους, να ικανοποιηθούν, όπως έγινε στις δεκαετίες του ‘60 και του ‘70, σε συνθήκες οικονομικής «ευμάρειας». Αιτήματα όμως που εφόσον δεν διαμεσολαβηθούν κοινωνικά σύμφωνα με τις ταξικές τους αφετηρίες μπορεί να αποπροσανατολίσουν, οδηγώντας, είτε στην απογοήτευση και στην ιδιώτευση, είτε στην επικράτηση αντιδραστικών αντιλήψεων για την κοινωνία και την κοινωνική δράση.

*O Θανάσης Αλεξίου είναι καθηγητής στο Τμήμα Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου

(Visited 13 times, 1 visits today)

Σχετικά Άρθρα

Ημεροδρόμος

Ημεροδρόμος

Send this to a friend