Just in

Όλα τα νέα
Imerodromos logo
 

Γεώργιος Τσολάκογλου: Ο Εφιάλτης της νεότερης Ελλάδας

Ο Τσολάκογλου μετά την κατάληψη της χώρας, θα επιβραβευόταν από τους Γερμανούς με την τοποθέτησή του ως πρωθυπουργού στην πρώτη δωσιλογική κυβέρνηση, στην οποία υπουργικές θέσεις κατέλαβαν, μεταξύ άλλων, οι Δεμέστιχας και Μπάκος. Παρέμεινε στη θέση του πρωθυπουργού ως τις 2 Δεκεμβρίου του 1942, οπότε εξαναγκάστηκε σε παραίτηση, όταν έπεσε στη δυσμένεια των Γερμανών οι οποίοι τον αντικατέστησαν με τον Κων. Λογοθετόπουλο και αργότερα τον Ιωάννη Ράλλη. Πέθανε στις 22 Μαΐου του 1948

 —  του Σπύρου Κουζινόπουλου

Είναι συστηματικές οι προσπάθειες που το τελευταίο διάστημα καταβάλλονται από διάφορα κέντρα για την αναθεώρηση της σύγχρονης ελληνικής αλλά και παγκόσμιας ιστορίας. Και δεν είναι λίγοι αυτοί που επιχειρούν να μας πείσουν ότι πρέπει να ξαναγραφεί η ιστορία, προκειμένου να εξαγνιστούν τα εγκλήματα των Ναζί και των κάθε είδους συνεργατών τους. Και να μας κάνουν να πιστέψουμε, διαστρέφοντας πλήρως τα γεγονότα, ότι υπήρξαν….. «ήρωες» και «πατριώτες» διάφοροι περιώνυμοι δωσίλογοι της Κατοχής. Μία τέτοια περίπτωση, είναι με τον στρατηγό Γεώργιο Τσολάκογλου.

Κάποιοι εγχώριοι αναθεωρητές της ιστορικής αλήθειας, θέλουν να παρουσιάσουν τον Τσολάκογλου και μαζί του όλο τον εσμό των δωσιλόγων και των υπηρετών του κατακτητή ως… “καλοπροαίρετους”.. Καλοπροαίρετος ποιός; Ο άνθρωπος που γράφοντας στα παλιά του παπούτσια τις αρχές της δεοντολογίας, της πειθαρχίας και της αγάπης προς την πατρίδα,  παραβιάζοντας τις εντολές της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας της χώρας, υπέγραψε τη συνθηκολόγηση με τους ναζί, και το όνομά του στη συνέχεια, συνδέθηκε με το δωσιλογισμό και έμεινε στη συνείδηση του ελληνικού λαού συνώνυμο με αυτό του Εφιάλτη, του Νενέκου, αλλά και του Κουίσλινγκ[1].

Αναθεωρώντας και διαστρέφοντας τα ιστορικά γεγονότα, ισχυρίζονται ότι υπέγραψε  πραξικοπηματικά συνθηκολόγηση με τη Βέρμαχτ, την ώρα που οι Έλληνες στρατιώτες πολεμούσαν ακόμη στα Μακεδονικά βουνά, επειδή τάχα «πρότασσε το εθνικό συμφέρον, λαμβάνοντας υπόψη ότι η ελληνική κοινωνία δεν θα άντεχε τη συνέχιση της αντιπαράθεσης με μια πολύ υπέρτερη δύναμη». Αποκρύπτουν όμως να μας πουν ότι την ίδια ώρα, ο Τσολάκογλου παζάρευε με τον Χίτλερ το αντάλλαγμα αυτής της προδοτικής ενέργειας: Να τον τοποθετήσουν οι κατακτητές πρωθυπουργό της κατεχόμενης Ελλάδας. Ακριβώς όπως έκαναν ο Εφιάλτης και ο Νενέκος. Μόνο που εκείνοι πρόδωσαν για λίγα αργύρια, ενώ αυτός αξίωσε και έλαβε την πρωθυπουργία της χώρας, ξεπουλώντας ολόκληρη την πατρίδα του.

 

 

Η επίθεση της Γερμανίας

 

Στις 6 Απριλίου 1941, ο στρατός του Χίτλερ άρχισε την επίθεση κατά της Ελλάδος και της Γιουγκοσλαβίας. Τα νέα της γερμανικής επίθεσης έγιναν δεκτά στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη και τις άλλες πόλεις με μαζικές αντιγερμανικές διαδηλώσεις. Οι Γερμανοί, αφού διέσπασαν τις Γιουγκοσλαβικές γραμμές, κατάφεραν να διεισδύσουν στην Κεντρική Μακεδονία, που ήταν τελείως απροστάτευτη και στις 8 Απριλίου να καταλάβουν αμαχητί τη Θεσσαλονίκη. Την επόμενη ημέρα, 9 Απριλίου 1941, ο διοικητής του στρατού Ανατολικής Μακεδονίας, στρατηγός Μπακόπουλος υπέγραψε στη Θεσσαλονίκη την παράδοση του ακόμη αήττητου στρατού του.  Στις 20 Απριλίου, οι διοικητές του Α΄και Β΄Σώματος Στρατού, στρατηγοί Δεμέστιχας και Μπάκος και ο διοικητής του στρατού Δυτικής Μακεδονίας, στρατηγός Τσολάκογλου, αντικατέστησαν πραξικοπηματικά το διοικητή της στρατιάς Ηπείρου, στρατηγό Πιτσίκα και συνθηκολόγησαν επίσημα με τους Γερμανούς, παρά τις αντίθετες διαταγές της ελληνικής κυβέρνησης και του αρχιστρατήγου των ενόπλων δυνάμεων, αντιστράτηγου Παπάγου[2].

 

Βίλα Ριτζ, Πανόραμα

 

Στις 23 Απριλίου ο Γ. Τσολάκογλου μεταφέρθηκε αεροπορικώς στη Θεσσαλονίκη, για να υπογράψει το οριστικό πρωτόκολλο συνθηκολόγησης με τους εκπροσώπους της Γερμανίας και της Ιταλίας. Το γεγονός αυτό πραγματοποιήθηκε στη βίλα Ριτζ, στο Πανόραμα, η οποία είχε επιταχθεί για την εγκατάσταση του στρατηγείου της 12ης Στρατιάς, με διοικητή τον Σίγκμουντ Βίλχελμ Λιστ (1880-1971). Εκ μέρους των αντιπάλων προσήλθαν για να υπογράψουν οι στρατηγοί Φερδινάνδος Γιοντλ (1896-1959), επιτελάρχης της 12ης Στρατιάς, και Αλμπέρτο Φερέρο, επιτελάρχης της ιταλικής Στρατιάς στην Ήπειρο, πρώην διοικητής της 4ης Μεραρχίας Αλπινιστών. Στις αίθουσες της βίλας εκτυλίχθηκαν δραματικές σκηνές. Οι Έλληνες μαχητές έφεραν βαρέως ότι έπρεπε να παραδοθούν και στους ηττημένους Ιταλούς. Το κείμενο που δόθηκε προς υπογραφή στον Έλληνα στρατηγό διέφερε αισθητά από εκείνο που είχε υπογραφεί στο Βοτονάσι και από ένα δεύτερο που είχε καταρτιστεί ενδιάμεσα στα Ιωάννινα. Εντέλει, η συνθήκη καταρτίστηκε έτσι ώστε η αιχμαλωσία του ελληνικού στρατού αποφεύχθηκε και οι πεινασμένοι στρατιώτες άρχισαν να επιστρέφουν περπατώντας στα σπίτια τους[3]

 

Το πραξικόπημα Τσολάκογλου

 

Πολλοί μελετητές εκείνης της εποχής, χαρακτήρισαν αργότερα ως πραξικόπημα, τον τρόπο που έδρασε ο στρατηγός Τσολάκογλου για να προσφέρει υπηρεσίες στους ναζί επιδρομείς. Σύμφωνα με τον Γιάννη Ανδρικόπουλο, υπήρχε μία ισχυρή τάση οπαδών του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου, που βρίσκονταν κοντά στον εθνικοσοσιαλισμό, καθώς και καιροσκόπων που πίστευαν ότι η Γερμανία θα κέρδιζε τον πόλεμο. Η τάση αυτή, ισχυροποιήθηκε με την υποστήριξη εμπορικών και οικονομικών συμφερόντων που συνδέονταν με τη Γερμανία. Αυτή η χαλαρή συμμαχία, πέτυχε τους σκοπούς της στις 20 Απριλίου 1941, όταν ο στρατηγός Τσολάκογλου έκανε το γερμανόφιλο πραξικόπημά του για να θέσει την Ελλάδα υπό την «προστασία» της Γερμανίας[4].

Ο ίδιος ο Τσολάκογλου αμετανόητος, θα προσπαθήσει να δικαιολογήσει ως εξής στα απομνημονεύματά του το ανοσιούργημα που διέπραξε σε βάρος της Ελλάδος και του λαού της με την αμαχητί παράδοση της χώρας στους εχθρούς της, Γερμανούς και Ιταλούς, τους οποίους σημειωτέον είχε νικήσει στα πεδία των μαχών:  «Ευρέθην αντιμέτωπος ιστορικού διλήμματος: Ή ν’ αφήσω να συνεχισθή ο αγών και να γίνη ολοκαύτωμα ή υπείκων εις τας παρακλήσεις όλων των ηγητόρων του στρατού ν’ αναλάβω την πρωτοβουλίαν της συνθηκολογήσεως… ”τολμήσας” δεν υπελόγισα ευθύνας… Μέχρι σήμερον δε μετενόησα διά το τόλμημά μου. Τουναντίον αισθάνομαι υπερηφάνειαν…»[5].

Οι Γερμανοί εκτίμησαν ιδιαίτερα αυτή την… τόλμη του Τσολάκογλου γι’ αυτό και ανταποκρίθηκαν στα παρακαλετά του και τον έκαμαν τον πρώτο πρωθυπουργό της κατεχόμενης Ελλάδας.



«Ο ελληνικός στρατός προδόθηκε από τους αξιωματικούς του»

 

Ο αμερικανός πρεσβευτής στην Αθήνα, Μακ Βη, σε μία εκτενή αναφορά του προς τον τότε υπουργό  Εξωτερικών των ΗΠΑ, Χαλ, με ημερομηνία 19 Ιουλίου 1941, εξιστορώντας την κατάσταση που επικράτησε στην Ελλάδα αμέσως μετά τη Γερμανική εισβολή και Κατοχή, σημείωνε απερίφραστα:

«Η ανακωχή υπογράφτηκε  από τον στρατηγό Τσολάκογλου,  ο οποίος είχε τοποθετηθεί από τον Μεταξά, ήταν ως τότε άγνωστος στη φήμη αλλά καθ’ υπόθεση «βασιλόφρων» και αργότερα ανάλαβε το ρόλο του Κουίσλιγκ. Αν ήταν σωστό ότι περαιτέρω αντίσταση ήταν άχρηστη, όπως δήλωσαν αυτός και οι συνένοχοί του, τούτο μπορεί να κριθεί, αν είναι δυνατόν, μόνο από στρατιωτικούς κριτές. Γεγονός παραμένει πάντως, ότι ο βασιλιάς, η ανώτατη στρατιωτική διοίκηση και η βρετανική στρατιωτική αποστολή  θεωρούσαν ότι η προβολή αντίστασης ήταν όχι μόνο επιθυμητή αλλά και δυνατή και ότι η υπογραφή της ανακωχή ήταν πράξη ανυπακοής. Είναι επίσης αληθές ότι οι στρατιώτες θεωρούν πως ο στρατός προδόθηκε από τους αξιωματικούς του και ότι ο Τσολάκογλου δεν έχει τώρα παρά μόνον την περιφρόνηση του ελληνικού λαού»[6].

 

Αποδυναμώθηκε η άμυνα της χώρας

 

Όπως γράφει ο καθηγητής πολιτικής επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Δημήτρης Χαραλάμπης: «Δεν ήταν οργανωτικά και διοικητικά λάθη που επιτάχυναν, μετά την πτώση του γιουγκοσλαβικού μετώπου, την προέλαση του γερμανικού στρατού, αλλά συγκεκριμένες αποφάσεις της στρατιωτικής ηγεσίας. Ελήφθησαν ουσιαστικές αποφάσεις με σκοπό να εξασθενίσει το μέτωπο, όσο το δυνατόν γρηγορότερα, από μέσα. Φιλικά στο ναζισμό προσκείμενες δυνάμεις στην κυβέρνηση και στη στρατιωτική ηγεσία, έδιναν αυτές τις διαταγές για να αποδυναμώσουν όσο πιο γρήγορα γινόταν την ελληνική άμυνα[7]. Τελικά και αφού είχε διασπαστεί το αμυντικό μέτωπο, ο στρατηγός Τσολάκογλου – λίγο μετά πρώτος κουίσλιγκ Πρωθυπουργός – υπέγραψε την παράδοση του στρατού και της χώρας[8].

 

Υπέρτατη δουλοπρέπεια προς τον Χίτλερ

 

Οι συνθηκολόγοι στρατηγοί, με επικεφαλής τον Γ. Τσολάκογλου, έφτασαν αεροπορικώς από τα Ιωάννινα στην Αθήνα στις 25 Απριλίου 1941. Ο Τσολάκογλου κλήθηκε από τους Γερμανούς και του ανατέθηκε ο  σχηματισμός κυβέρνησης που θα στηριζόταν αποκλειστικά  στη θέληση των κατακτητών. Δεν επρόκειτο για σχήμα λόγου. Την επόμενη ημέρα, ο Τσολάκογλου στέλνει επιστολή στον Χίτλερ με την οποία βεβαιώνει την προσφορά του στον στρατάρχη του γερμανικού στρατού, Λιστ, για το σχηματισμό κυβέρνησης στην Αθήνα:

Δήλωσα στην Αυτού Εξοχότητα, τον στρατιωτικό διοικητή στρατάρχη Λιστ και το επαναλαμβάνω άλλη μια φορά, ότι η Στρατιά Ηπείρου-Μακεδονίας, που στο όνομα του ελληνικού λαού  πρόσφερε τις μεγαλύτερες πολεμικές θυσίες, είναι έτοιμη μέσω των στρατηγών της να προσφέρει και πάλι τις υπηρεσίες της για το σχηματισμό κυβέρνησης στην Αθήνα. Υποσχόμαστε στην Αυτού Εξοχότητα, τον Φύρερ του Γερμανικού λαού, να υπηρετήσουμε στην κατεύθυνση που αυτός θέλει.

Το τηλεγράφημα, αποτελεί έκφραση της υπέρτατης δουλοπρέπειας προς τον Χίτλερ. «Θα υπηρετήσουν στην κατεύθυνση που θέλει ο Φύρερ»[9]

 

Διάγγελμα Τσολάκογλου: «Υποταγή προς την Νέαν Τάξιν πραγμάτων»

 

Ο διοικητής του Γ΄ σώματος στρατού αντιστράτηγος Τσολάκογλου έχοντας παρακούσει τη διαταγή Παπάγου για αγώνα μέχρις εσχάτων, υπέγραψε ως εκπρόσωπος του ελληνικού στρατού πρωτόκολλο ανακωχής με τους Γερμανούς και ξαναϋπέγραψε για να παραδοθούμε και σε κείνους που είχαμε νικήσει…τους Ιταλούς. Γι’ αυτή του την υπηρεσία, οι Γερμανοί τον κάνουν πρωθυπουργό.  Το διάγγελμα του προς τον καταπονημένο ελληνικό στρατό, είναι πραγματικά ανατριχιαστικό. «…Ο γερμανικός στρατός δεν ήλθεν ως πολέμιος, ως εχθρός. Ήλθεν ως φίλος… Έχομεν υποχρέωσιν…να συμμορφοθώμεν προς την ΝΕΑΝ ΤΑΞΙΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ… να ενστερνισθώμεν τα μεγάλα δόγματα και τας υψηλάς αρχάς του εθνικοσοσιαλισμού… Μεταβαίνοντες εις τας εστίας σας διατηρήσατε αμείωτον την ευγνωμοσύνην σας προς τον Φύρερ…»[10].

To μυστικό πρωτόκολλο που υπέγραψε η κυβέρνηση των κουίσλιγκς, την υποχρέωνε να διασφαλίσει ότι δεν θα προβαλλόταν αντίσταση στον Άξονα και ότι η πολιτική της θα βρισκόταν «σε πλήρη αρμονία» με την πολιτική των δυνάμεων του Άξονα[11].

 

Μένος για αφαίρεση γερμανικής σημαίας από Γλέζο-Σάντα

 

Στις 31 Μαίου 1941, όταν ανακοινώθηκε  το κουρέλιασμα της σβάστικας στην Ακρόπολη από τους δύο τολμηρούς νέους, τον Μανώλη Γλέζο και τον Λάκη Σάντα, ο πρωθυπουργός που όρκισαν οι Γερμανοί ανταμείβοντάς τον για την παράδοση του στρατού, Γεώργιος Τσολάκογλου, έδωσε συνέντευξη Τύπου για την «υπεξαίρεση της γερμανικής πολεμικής σημαίας», που δημοσιεύθηκε την 1η Ιουνίου 1941 μαζί με ανακοίνωση του Γερμανού φρούραρχου Αθηνών[12].   Στη συνέντευξη, χαρακτήρισε την ηρωϊκή εκείνη ενέργεια, που είχε προκαλέσει το ενδιαφέρον της παγκόσμιας κοινής γνώμης, ότι τάχα ήταν μία ταπεινή πράξη απέναντι στους «Ιππότες Γερμανούς». Ενώ ανακοίνωσε ότι για να εξευμενίσει τους ναζί, απέλυσε τον αρχηγό της Αστυνομίας Πόλεων, αποστράτευσε τον αρχηγό της Χωροφυλακής, απέλυσε τους διοικητές των αστυνομικών τμημάτων γύρω από την Ακρόπολη, χωρίς σύνταξη, καθώς και τους αρχιφύλακες και αστυφύλακες που είχαν υπηρεσία εκείνο το βράδυ και δύο νοσοκόμες, επειδή φέρθηκαν… απρεπώς προς τους «Ιππότες Γερμανούς»[13].

 

Μάκενζεν προς Ρίμπεντροπ: «Δώρο Τσολάκογλου από τον ουρανό»

 

Ο Βάσος Μαθιόπουλος έψαξε στα επίσημα γερμανικά αρχεία και ανακάλυψε ένα μνημόνιο του τότε γερμανού πρέσβη στη Ρώμη, Φον Μάκενζεν, με ημερομηνία 27 Απριλίου 1941, όπου αναφέρεται σε νυχτερινή τηλεφωνική συνομιλία που είχε με τον υπουργό Εξωτερικών του Ράϊχ, Ρίμπεντροπ από το Βερολίνο:

Να ξυπνήσετε αμέσως τον Ντούτσε και να του ανακοινώσετε εκ μέρους του Φύρερ, ότι ο στρατηγός Τσολάκογλου προσφέρεται να σχηματίσει κυβέρνηση στην Αθήνα. Για μας η προσφορά αυτή είναι δώρο από τον ουρανό. Με τη βοήθεια του Τσολάκογλου θα είναι για μας ευκολότερο να καταλάβουμε τα ελληνικά νησιά κι ακόμη να περιέλθει στην κατοχή μας ο ελληνικός στόλος. Ο Φύρερ είναι με την ιδέα αυτή βαθύτατα ικανοποιημένος και θέλει να προωθήσει  την πρόταση του στρατηγού Τσολάκογλου, σε περίπτωση που θα ήταν σύμφωνος ο Ντούτσε. Μας έδωσε ήδη διαβεβαιώσεις για τον τρόπο της μελλοντικής συνεργασίας του μαζί μας, τις οποίες, σε δεδομένη στιγμή θα ήταν δυνατό να διευρύνουμε και να καταστήσουμε δεσμευτικές[14].

Τις μέρες που κορυφώνονταν ο αγώνας του Κρητικού λαού για την απόκρουση της από αέρος εισβολής των ναζιστικών στρατευμάτων, ο Τσολάκογλου απηύθυνε διάγγελμα ζητώντας από τους Κρήτες να “συμπεριφερθούν ευγενώς” στους κατακτητές! (Ακρόπολις 27-5-1941)

 

Έβλαψε καίρια τα εθνικά συμφέροντα

 

Ο πρώτος κατοχικός πρωθυπουργός, στρατηγός Τσολάκογλου, όχι μόνο υπέγραψε την ανακωχή με τους Γερμανούς επιδρομείς χωρίς την έγκριση της κυβέρνησης της χώρας και του αρχιστρατήγου, αλλά και πρόσφερε πλούσιες υπηρεσίες στους κατακτητές. Και είναι αξιοσημείωτο ότι μόνος του προσφέρθηκε να σχηματίσει την πρώτη κατοχική κυβέρνηση κουίσλινγκς, χωρίς προηγουμένως να του προτείνει κανείς κάτι τέτοιο. Όπως εύστοχα έγραψε ο Βάσος Μαθιόπουλος, τα μέλη των κατοχικών κυβερνήσεων, στερημένα από κάθε κύρος στη συνείδηση του λαού που τους θεωρούσε, όπως και αντικειμενικά ήταν, εκούσια όργανα του κατακτητή, νομικά ανυπόστατα, πέτυχαν μόνο να βλάψουν καίρια τα εθνικά συμφέροντα, να εξυπηρετήσουν αποτελεσματικά τους εχθρούς της πατρίδος και να διευκολύνουν θετικά την ξένη κατέχουσα δύναμη. Αντί να περιορίσουν τα δεινά της Κατοχής, όπως ισχυρίστηκαν στη δίκη τους, συνέβαλαν ως αναγκαίοι συνεργοί και όργανά τους, στην πραγματοποίηση και επιτυχία των στόχων που είχαν προδιαγράψει για την Ελλάδα.  Κάλυψαν με τον διάτρητο  μανδύα τους την προσάρτηση των Ιόνιων νήσων από τους Ιταλούς, της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης από τους Βουλγάρους και τις αυτονομιστικές ενέργειες των ρουμανιζόντων Κουτσόβλαχων[15].

 

Άνευ όρων με τις ευλογίες του αστικού κόσμου της εποχής

 

Η πρώτη κατοχική κυβέρνηση, όταν σχηματίσθηκε βασισμένη στους στρατιωτικού, δεν έθεσε κανέναν όρο στους κατακτητές. Ενώ ο Τσολάκογλου, ευθύνεται για την παραβίαση και αυτού του καθεστώτος της κατοχής – όπως θεσπίζεται από το δίκαιο του πολέμου της Συνθήκης της Χάγης- εκ μέρους των κατακτητών[16].

Σοβαρή ευθύνη για τις σοβαρές παραχωρήσεις και την ενδοτικότητα που επέδειξε ο Τσολάκογλου απέναντι στους ναζί, έχει και ο τότε αστικός πολιτικός κόσμος της χώρας, που τον στήριξε σε αρκετές περιπτώσεις, δίνοντας άφεση αμαρτιών στο διαρκές έγκλημα κατά της Ελλάδος. Να τι έγραφαν οι αθηναϊκές εφημερίδες της 8ης Μαίου 1941: «Ο πρωθυπουργός κ. Τσολάκογλου εδέχθη χθες τους πολιτικούς ηγέτας της χώρας, κ.κ. Πάγκαλον, Γονατάν, Οθωναίον, Μάξιμον, Κ. Τσαλδάρην, Γ. Παπανδρέου, Π. Κανελλόπουλον, Β. Δηλιγιάννην, Γ. Πεσματζόγλου, Γ. Μερκούρην, Βελέντζαν και Περ. Ράλλην[17]

Μετά τις συνομιλίες, δόθηκε στον Τύπο η παρακάτω επίσημη ανακοίνωση: «Ο πρωθυπουργός κ. Τσολάκογλου ήκουσε μετά προσοχής τας γνώμας των ανδρών τούτων, αφού εξέθεσε την κατάστασιν και τας ακολουθητέας κατευθύνσεις της κυβερνήσεως. Πάντες ανεγνώρισαν ότι η Κυβέρνησις Εθνικής Ανάγκης είναι επιβεβλημένον να υποστηριχθή εκ μέρους πάντων των Ελλήνων άνευ επιφυλάξεων και ειλικρινώς. Επίσης πάντες ανεγνώρισαν το σφάλμα του εκπεσόντος καθεστώτος να κηρύξει τον πόλεμον κατά της Γερμανίας και διεκήρυξαν το χάσμα, το οποίον χωρίζει την Ελλάδα από την κυβέρνησιν των εν Κρήτη εγκατασταθέντων φυγάδων…»[18]

 

Όταν το καράβι βουλιάζει…

 

Δεν ήταν όμως καλύτερη και η στάση του παλατιού και της μετεξελιγμένης από τη δικτατορία Μεταξά κυβέρνησης. Τη μέρα που ο Τσολάκογλου υπέγραφε την οριστική συνθηκολόγηση του στρατού ο Βασιλιάς Γεώργιος με τον πρωθυπουργό Εμμ. Τσουδερό (o Κορυζής είχε αυτοκτονήσει λίγες μέρες νωρίτερα), τον πρίγκιπα Πέτρο και τον Αγγλο πρεσβευτή σερ Μάικλ Πάλαιρετ εγκατέλειπαν την Ελλάδα μ’ ένα υδροπλάνο «Σάντερλαντ». Δυο μέρες πριν, στις 21 Απριλίου, έφυγε το ζεύγος των διαδόχων Παύλος και Φρειδερίκη, ενώ τη νύχτα 22 με 23 Απριλίου με τα αντιτορπιλικά «Β. Ολγα», «Πάνθηρ» και «Ιέραξ» αναχώρησαν, όπως χαρακτηριστικά γράφει ο ναύαρχος Σακελλαρίου «άπαντες οι υπουργοί, ο Διοικητής και ο Υποδιοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος και μερικοί κρατικοί επίσημοι και μη λειτουργοί, οι πλείστοι με τας οικογενείας των– γυναίκες, τέκνα, πενθερές, κουβερνάντες — και τας αποσκευάς των — μπαούλα, βαλίτσες και τουαλέτες, τσάντες με ρουχισμό, μερικοί με παιχνίδια των παιδιών των και κάποιοι με τα χρυσαφικά των. Φαίνεται όμως ότι η θέα τοσούτον ασυνηθίστου διά πολεμικά πλοία φορτίου, και δη εν καιρώ πολέμου, εξηρέθισε τα πληρώματα εις τοιούτον βαθμόν, ώστε εις την Σούδαν εξεδηλώθη μικρά στάσις επί του “Βασίλισσα Ολγα”, του προσωπικού απαιτήσαντος να μην επιβή κανείς πλέον. Αντιλαμβάνεται ο καθείς την ψυχολογία όλων αυτών των αξιωματικών, υπαξιωματικών και ναυτών που κανένας τους δεν εγνώριζε πού και πώς άφηναν τα σπίτια τους, όταν έβλεπαν ότι υπήρχαν προνομιούχοι Ελληνες και Ελληνίδες ή Ελληνόπουλα που μπορούσαν ανέτως να μεταφέρονται με τα πολύτιμα των υπαρχόντων των προς άλλας ασφαλείς κατευθύνσεις μέχρις ότου παρέλθει η συμφορά ή όταν έβλεπαν ότι η οικογένεια του Πρωθυπουργού της Ελλάδος συνωδεύετο και από το απαραίτητο σκυλάκι της, χωρίς τη συντροφιά του οποίου φαίνεται ότι δεν ήτο δυνατόν να σωθεί η Ελλάς»[19].

Παρόμοια εικόνα με τον Σακελλαρίου, δίνει και ο έφεδρος πλοίαρχος Ν. Δ. Πετρόπουλος, ο οποίος γράφει χαρακτηριστικά: «Μου έκανε εντύπωση και ένα άλλο θέαμα, που με επηρέασε κατά κάποιο ποσοστό για να μη φύγω από την Ελλάδα: Μεταξύ των Ελλήνων ιδιωτών επιβατών ήταν κι ένα ζευγάρι- όχι πρώτης νεότητος- που το συνόδευε η μητέρα της συζύγου. Η ηλικιωμένη πεθερά κρατούσε ένα βαλιτσάκι που, όπως πρόδιδαν οι μεταξύ των τριών τους κουβέντες, περιείχε τα τιμαλφή της οικογενείας. Χωρίς να θέλω με κατέλαβε αηδία από το γεγονός, ότι δε διαθέταμε τα πλοία για να σώσουμε έστω και λίγους στρατιώτες μας από τις χιτλερικές ορδές, αλλά καταλαμβανόταν η πολύτιμη χωρητικότης για να δοθεί ευκαιρία στα μπιζού και στα εξαντλημένα σαρκία της ευπόρου οικογενείας… να συνεχίσουν και εκτός της Ελλάδος τον αγώνα κατά του κατακτητού!»[20].

 

Η εκπαραθύρωση από τον Τσολάκογλου του Αρχιεπισκόπου Χρύσανθου

 

 

Με την κατάκτηση της χώρας από τους φασίστες Γερμανούς και Ιταλούς, ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος Χρύσανθος, αρνήθηκε να ορκίσει την δωσίλογη κυβέρνηση Τσολάκογλου, λέγοντας χαρακτηριστικά: «Δεν μπορώ να ορκίσω Κυβέρνηση προβληθείσα από τον εχθρό, εμείς γνωρίζουμε ότι τις Κυβερνήσεις τις ορίζει ο λαός ή ο Βασιλεύς». Κατόπιν αυτού την κυβέρνηση των κουίσλιγκς όρκισε στις 11 το πρωί της 30ης Απριλίου 1941 ο  πρωθιερέας της εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου Καρύτση,  Νικόλαος Παπαδόπουλο, παρουσία των ανώτατων διοικητών των κατοχικών δυνάμεων[21]

Η τοποθέτηση του Χρύσανθου έναντι της πρώτης κατοχικής κυβέρνησης ήταν σαφής: αρνήθηκε να προχωρήσει στην πολιτική νομιμοποίησή της. Ο Χρύσανθος είχε προκαλέσει νωρίτερα την οργή των Γερμανών για το διάγγελμα που είχε εκφωνήσει με αφορμή την κήρυξη του πολέμου από τον Χίτλερ εναντίον της Ελλάδας. Για τη στάση του αυτή, ο Χρύσανθος στις 2 Ιουνίου 1941, με Συντακτική Πράξη της κατοχικής κυβέρνησης Τσολάκογλου, καθαιρέθηκε από το αξίωμά του. Η τοποθετημένη από τους κατακτητές κυβέρνηση, για να δικαιολογήσει τις αυθαίρετες ενέργειές της, προσπάθησε να ταυτίσει τον αποπεμφθέντα αρχιεπίσκοπο με τη μεταξική διακυβέρνηση της 4ης Αυγούστου.  Ο Χρύσανθος θα αντιδράσει χαρακτηρίζοντας την κυβέρνηση Τσολάκογλου εξίσου δικτατορική με την προκάτοχό της[22].

Δύο εβδομάδες αργότερα, στις 17 Ιουνίου 1941, η κυβέρνηση Τσολάκογλου δημοσίευσε Νομοθετικό Διάταγμα για τη σύγκληση Μέιζωνος Συνόδου που θα αποφάσιζε για την αποπομπή του Χρύσανθου και την τοποθέτηση του Δαμασκηνού στην ηγεσία της Εκκλησίας». Υπακούοντας στα κελεύσματα της κυβέρνησης των δωσιλόγων, η Σύνοδος θεώρησε ως μη γενόμενη την εκλογή του Χρύσανθου και ανύπαρκτη την αρχιεπισκοπική του θητεία, χαρακτηρίζοντας τον ως «επιβάτη»  του θρόνου, δηλαδή παράνομα εβρισκόμενο στην ηγεσία της Ελλαδικής Εκκλησίας[23].

Σε μία εποχή που οι Γερμανοί κατακτητές είχαν αρχίσει τις εκτελέσεις Ελλήνων πατριωτών, ο Τσολάκογλου έδινε συνεντεύξεις λέγοντας ότι “εκτιμώ βαθύτατα τα αισθήματα τα οποία ο Φύρερ… εκδηλώνει έναντι της Ελλάδος”

 

Η οικονομική καταστροφή της χώρας

 

Μόνο στα 1941, με την κυβέρνηση Τσολάκογλου, οι Γερμανοί και οι Ιταλοί απορρόφησαν τα 2/3 του εθνικού εισοδήματος. Πιστώσεις 150 εκατομμυρίων μάρκων που διέθεσε η κυβέρνηση Τσολάκογλου για την αγορά κάρβουνου από τη Γερμανία, χάθηκαν για το ελληνικό Δημόσιο. Όταν η αποστολή έφτασε στην Αθήνα, κατασχέθηκε το κάρβουνο από τους ίδιους τους Γερμανούς. Η ίδια κυβέρνηση αποδέχτηκε χωρίς να παραιτηθεί, την ερήμην της Ελλάδος Γερμανοϊταλική συμφωνία της Ρώμης, της 14ης Μαρτίου 1942, που κατά παράβαση του δικαίου του πολέμου υποχρέωσε την Αθήνα να καταβάλει με ειδικό λογαριασμό πιστώσεις άτοκες από την Τράπεζα της Ελλάδος, πέραν των δυσβάστακτων εξόδων κατοχής. Ορίστηκε ότι θα επιστρέφονταν αργότερα, δηλαδή μετά το τέλος του πολέμου. ΚΙ ενώ το εξαθλιωμένο ελληνικό δημόσιο έγινε πιστωτής αναγκαστικά του Γ΄ Ράϊχ και της φασιστικής Ιταλίας, η σημερινή Γερμανία αρνείται να επιστρέψει το αναγκαστικό αυτό κατοχικό δάνειο στην Ελλάδα, με τον ισχυρισμό ότι δεν υπογράφτηκε ακόμη η συνθήκη ειρήνης με τη Γερμανία. Ο καθηγητής Αγγελόπουλος είχε υπολογίσει το χρέος αυτό της Γερμανίας προς την Αθήνα σε 400 εκατομμύρια μάρκα[24].

 

Η περίοδος της μεγάλης πείνας 1941-1942

 

Τον ενάμιση χρόνο που με τις ευλογίες και τα όπλα των κατακτητών η κυβέρνηση παρέμεινε στην εξουσία, η Ελλάδα υπέφερε τα πάνδεινα. Η οικονομία της χώρας, που  είχε ήδη υποστεί μεγάλη καταστροφή από τον εξάμηνο πόλεμο με τους Ιταλούς και τους Γερμανούς, γνώρισε την ολοκληρωτική καταστροφή το χειμώνα του 1941-1942, οπότε η Ελλάδα γνώρισε την απίστευτη περίοδο της πείνας.

Αμέσως μετά την υποδούλωση, η πλήρης καταστροφή της Ελληνικής παραγωγής ολοκληρώθηκε την περίοδο της κατοχής, κατά τη διάρκεια της οποίας οι πρώτες ύλες και τα τρόφιμα επιτάχθηκαν από τους κατακτητές, γεγονός που εκτίναξε την τιμή τους στο εσωτερικό της χώρας και υπήρξε εκρηκτική άνοδος του πληθωρισμού. Η έλλειψη ειδών πρώτης ανάγκης είχε ως αποτέλεσμα το ξέσπασμα του λιμού τον χειμώνα του 1941-42, οπότε και υπολογίζεται πως πάνω από 300.000 άνθρωποι, κυρίως στις μεγάλες πόλεις της χώρας, έχασαν τη ζωή τους. Το γεγονός αυτό υπήρξε μία από τις μεγαλύτερες ανθρωπιστικές τραγωδίες κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου[25]

Οι 625 πολιτικοί κρατούμενοι κομμουνιστές της Ακροναυπλίας παραδόθηκαν στους Ναζί

 

Η παράδοση των 1.600 κομμουνιστών πολιτικών κρατουμένων

 

Λίγες ώρες μετά την ανάληψη από τον Τσολάκογλου της πρωθυπουργίας της χώρας, στις 29 Απριλίου 1941, συντελέστηκε ένα ανοσιούργημα, που αποτελεί μέχρι σήμερα μία από τις μελανότερες κηλίδες στην ελληνική ιστορία: Επρόκειτο για την παράδοση στους φασίστες κατακτητές, 1.600 φυλακισμένων και εξόριστων κομμουνιστών και αντιφασιστών πολιτικών κρατουμένων, που βρίσκονταν από χρόνια στα ξερονήσια από το δικτατορικό καθεστώς του Ιωάννη Μεταξά.

Παρά τις εκκλήσεις των πολιτικών κρατουμένων που ζητούσαν την αποφυλάκιση τους, αρχικά για να πολεμήσουν στο Αλβανικό μέτωπο, και στη συνέχεια, μετά την κατάρρευση του μετώπου για να μην πέσουν στα χέρια των κατακτητών, οι Μεταξικές αρχές και η κυβέρνηση που τοποθετήθηκε από τους ναζί, όχι μόνο αρνήθηκαν να εισακούσουν το αίτημά τους, αλλά τους παρέδωσαν σιδηροδέσμιους στους Γερμανούς[26].

Η κατοχική κυβέρνηση Τσολάκογλου, επιδόθηκε με περίσσια θέρμη στην υποβοήθηση των κατακτητών στο δύσκολο έργο να επιβάλλουν την κυριαρχία τους. Πλήθος εγγράφων μαρτυρούν την ανάληψη αυτής της «υποχρέωσης» της κυβέρνησης του Τσολάκογλου προς τους κατακτητές. Ο Τσολάκογλου ζητούσε από τον υπουργό Δημόσιας Ασφάλειας «την λήψιν αυστηροτάτων μέτρων κατά παντός οργάνου της Χωροφυλακής και της Αστυνομίας Πόλεων, το οποίο ου μόνον ήθελε παραμελήσει την εκτέλεσιν του καθήκοντος του, αλλά και δεν ήθελε να συμπεριφερθεί καλώς και επιζητήσει ουσιαστικώς και τυπικώς στενήν συνεργασίαν προς τα όργανα των Ιταλών Βασιλικών καραμπινιέρων»[27].  

Δεκάδες εξόριστοι πέθαναν από την πείνα τον μαύρο χειμώνα του 1941-42

Ο υπουργός Δημόσιας Ασφάλειας Ν.Μάρκου, εξάλλου, βεβαίωνε τον πρωθυπουργό του ότι  «αι υπηρεσίαι Χωροφυλακής και Αστυνομίας Πόλεων θα δίδωσιν εις τας αρχάς κατοχής εις σχετικάς αιτήσεις των τα ονοματεπώνυμα των κομμουνιστών»[28], ενώ έσπευδε παράλληλα να ορίσει σαν τόπους εκτόπισης των κομμουνιστών που συλλαμβάνονταν τον  Άγιο Ευστράτιο, την Ανάφη, τη Φολέγανδρο, τη Σίφνο, το στρατόπεδο της Ακροναυπλίας και τους πρώην στρατώνες του πυροβολικού «Παύλος Μελάς» στη Θεσσαλονίκη. Ολόκληρος ο κρατικός μηχανισμός της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου πέρασε στην υπηρεσία των κατακτητών[29]. Κορυφαία πράξη στο δράμα των πολιτικών κρατουμένων, ήταν η παράδοση στους χιτλερικούς 625 κομμουνιστών που κρατούνταν στις φυλακές της Ακροναυπλίας. Οι περισσότεροι από αυτούς, πέθαναν στα Χρόνια της Κατοχής είτε στην περίοδο της μεγάλης πείνας του 1941-1942, είτε εκτελέστηκαν ως όμηροι στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής και στα στρατόπεδα Χαϊδαρίου και Παύλου Μελά.

 

Το τέλος

 

Ο Τσολάκογλου παρέμεινε στη θέση του πρωθυπουργού ως τις 2 Δεκεμβρίου του 1942, οπότε εξαναγκάστηκε σε παραίτηση, όταν έπεσε στη δυσμένεια των Γερμανών οι οποίοι τον αντικατέστησαν με τον Κων. Λογοθετόπουλο και αργότερα τον Ιωάννη Ράλλη.

Αμέσως μετά την απελευθέρωση, ο Τσολάκογλου συνελήφθη και φυλακίσθηκε στις φυλακές Αβέρωφ, ενώ παραπέμφθηκε σε δίκη στο Ειδικό Δικαστήριο Εγκληματιών Πολέμου, κατηγορούμενος για παράνομη συνθηκολόγηση με τον εχθρό, καθώς και για εθνική αναξιότητα, για την συνεργασία του με τους κατακτητές. Το δικαστήριο, τον καταδίκασε στις 31 Μαίου 1945 σε θάνατο, όμως το Συμβούλιο Χαρίτων που συνήλθε στις 19 Αυγούστου 1945, μετέτρεψε την ποινή σε ισόβια κάθειρξη και ακολούθως οδηγήθηκε στις φυλακές Ζελιώτη. Έχοντας όμως προσβληθεί από λευχαιμία,  νοσηλεύθηκε επί έναν χρόνο στο Νοσηλευτικό Ίδρυμα του Μετοχικού Ταμείου Στρατού, όπου και πέθανε στις 22 Μαΐου του 1948[30].

 

Όταν άλλοι αξιωματικοί αυτοκτονούσαν

 

Ο Τσολάκογλου μετά την κατάληψη της χώρας, θα επιβραβευόταν από τους Γερμανούς με την τοποθέτησή του ως πρωθυπουργού στην πρώτη δωσιλογική κυβέρνηση, στην οποία υπουργικές θέσεις κατέλαβαν, μεταξύ άλλων, οι Δεμέστιχας και Μπάκος.

Την ημέρα της υπογραφής του τελικού πρωτοκόλλου της συνθηκολόγησης (23 Απριλίου 1941) συνέβη στο μέτωπο ένα αξιομνημόνευτο όσο και συμβολικό γεγονός, απάντηση σε όσους απεργάζονταν την παράδοση της Ελλάδας στη χιτλερική Γερμανία.

Αξίζει να παρατεθεί όπως αναφέρεται στην έκθεση του διοικητή του Α΄ Σώματος Στρατού: «ο Ταγματάρχης του Πυροβολικού Βέρσης διαταχθείς υπό των Γερμανών να παραδώση τα Πυροβόλα της Μοίρας του, αφού συνεκέντρωσε ταύτα και τοις απέδωκε τιμάς, ηύτοκτόνησε, ενώ η Μοίρα του έψαλλε τον Εθνικόν Ύμνον».

 

Εξυμνώντας μέχρι τέλους του τους κατακτητές

 

Αμετανόητος φιλοχιτλερικός ο δωσίλογος Τσολάκογλου, έσπευδε ακόμη και την ημέρα που εγκατέλειπε την ελέω Ναζί πρωθυπουργία, στις 17 Νοεμβρίου 1942, να εκφράσει με διάγγελμα την ευγνωμοσύνη του “προς τας κυβερνήσεις του Άξονος και τας ενταύθα Αρχάς Κατοχής δια το επιδειχθέν μέγιστον ενδιαφέρον των υπέρ του ελληνικού λαού και δια την πλήρη συναντίληψίν των”[31]Ποιό ήταν το “μέγιστον ενδιαφέρον” των κατακτητών για τον ελληνικό λαό; Η πείνα, οι εκτελέσεις, τα βασανιστήρια, η καταλήστευση της εθνικής οικονομίας….



ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ         

[1] Ο Εφιάλτης, ήταν αρχαίος Έλληνας, ο οποίος, όπως αναφέρει ο Ηρόδοτος, παρουσιάστηκε στον Ξέρξη και του υπέδειξε τη στενή διάβαση που έφερνε από το όρος Καλλίδρομο στις Θερμοπύλες, αναλαμβάνοντας να οδηγήσει από κει τους Πέρσες για να χτυπήσουν έτσι από τα νώτα τους Σπαρτιάτες του Λεωνίδα το 480 π.Χ.. Ο Δημήτριος Νενέκος ήταν κατά την Επανάσταση του 1821, οπλαρχηγός της Επαρχίας Πατρών και τα πρώτα χρόνια της Εθνεγερσίας, αγωνίστηκε πιστά και με ανδρεία στις μάχες στην Πελοπόννησο και στη Δυτική Στερεά Ελλάδα. Όμως κατά την εκστρατεία  του Ιμπραήμ πασά το 1825, εξαγοράστηκε και μετατράπηκε σε συνειδητό προδότη της Επανάστασης. Ο Βίντκουν Κουίσλιγκ, ήταν Νορβηγός που είχε δημιουργήσει στη χώρα του το φασιστικό «Κόμμα Εθνικής Ενότητας», για να παρουσιαστεί το 1939 στον Χίτλερ, ζητώντας του να εισβάλουν οι Ναζί στη Νορβηγία για να την κατακτήσουν.

[2] Αλέξανδρος Παπάγος, Ο πόλεμος της Ελλάδος 1940-1941, Αθήναι 1945, σς. 312-322

[3] Εφημερίδα Αγγελιοφόρος, 12 Μαίου 2013

[4] Γιάννης Ανδρικόπουλος, «Η πολιτική της συνθηκολόγησης και η κατάρρευση του μετώπου, Απρίλιος 1941», στο Η Ελλάδα 1936-44, πρακτικά του διεθνούς ιστορικού συμποσίου, Αθήνα 1989, Μορφωτικό Ινστιτούτο ΑΤΕ, σ.185-186

[5] Αντιστράτηγου Γεωργίου Τσολάκογλου, Απομνημονεύματα, Αθήνα 1959, έκδοσις «Ακροπόλεως» σσ. 130, 132-133

[6] Περικλής Ροδάκης, Η Ιστορία της Ελλάδας, 20ος αιώνας, τ. Β΄ 1923-1942, Αθήνα 2004, Γόρδιος, σ.202

[7] Δημήτρης Χαραλάμπης, Στρατός και πολιτική εξουσία, η δομή της εξουσίας στην μετεμφυλιακή Ελλάδα,   Αθήνα 1985,           Εξάντας, σ.25

[8] Για περισσότερες λεπτομέρειες: Α. Ελεφάντης Η επαγγελία της αδύνατης επανάστασης, κυρίως σελ.149-215, Θ. Γρηγορόπουλος Από την κορυφή του λόφου, σελ. 85-236,  Θρασύβουλος Τσακαλώτος, 40 χρόνια στρατιώτης της Ελλάδος, τόμος Α΄, Αθήνα 1960 και Γιώργος Σεφέρης, Το πολιτικό ημερολόγιο, τόμος Α΄ 1935-1944

[9] Το τηλεγράφημα, δημοσιεύθηκε  από τον Μάρτιν Ζέκεντορφ στο Η Ελλάδα υπό τον Αγκυλωτό Σταυρό, σ.60 και Ροδάκης, ό.π., σ.378

[10] Μαρία Σπαντιδάκη, «27 Απριλίου 1941 – Όταν η Αθήνα παραδόθηκε σ’ ένα καφενείο», εφημερίδα Στο Καρφί, 28 Απριλίου 2015

[11] Γιάννης Ανδρικόπουλος, ό.π., σ.197

[12] Εφημερίδα Ελεύθερον Βήμα,  1η Ιουνίου 1941

[13] Ιστορία της Αντίστασης, επιμ. Βάσος Γεωργίου, τ. Α΄, Αυλός, σς. 220-231 και Ροδάκης, ό.π., σ.376

[14] Βάσος Μαθιόπουλος, Η Ελληνική Αντίσταση (1941-1944) και οι «σύμμαχοι», όπως καταξιώνεται από τα επίσημα γερμανικά αρχεία. Αθήνα 1980. Β΄ έκδοση, σ.80

[15] Βάσος Μαθιόπουλος, «Το νομικό καθεστώς των κυβερνήσεων της Κατοχής», στο Η Ελλάδα 1936-44, πρακτικά του διεθνούς ιστορικού συμποσίου, Αθήνα 1989, Μορφωτικό Ινστιτούτο ΑΤΕ, σ.250

[16] Γεώργιου Τενεκίδη, Η ισχύς εν κατεχωμένω εδάφει των εκδιδομένων διαρκούσης της κατοχής νομοθετημάστων του νομίμου κυριάρχου, Αθήνα 1952, σ. 13 κ.ε.

[17] Εφημερίδα Καθημερινή, 8 Μαίου 1941 και Χ.Χρηστίδης, Χρόνια Κατοχής 1941-1944, Μαρτυρίες Ημερολογίου, Αθήνα 1971, σς.21-22

[18] Κομνηνού Πυρομάγλου, Ο Γεώργιος Καρτάλης και η εποχή του, Αθήνα 1965, εκδόσεις «Ιστορική Ερευνα», σ. 136-137.

[19] Αντιναυάρχου Αλ. Σακελλαρίου: Η θέσις της Ελλάδος εις τον δεύτερον παγκόσμιον πόλεμον, εκδόσεις «osmos Greek- American Printing Company» Νέα Υόρκη 1944, Αθήνα 1945, Δημητρακάκος, σελ. 222- 223

[20] Εφημερίδα Το Βήμα 11 Μαρτίου 1970

[21] Αθανάσιου Αν. Αγγελόπουλου, Εκκλησιαστική Ιστορία- Ιστορία των δομών διοικήσεως και ζωής της Εκκλησίας της Ελλάδος (Εικοστός Αιώνας), Θεσσαλονίκη 2012, Αδελφοί Κυριακίδη, σ. 65

[22] Εφημερίδα Το Βήμα, άρθρο της Μαρίας Αντωνιάδου «Ο εμφύλιος πόλεμος στην Εκκλησία», 14 Μαΐου 2000

[23] Θεοδόσης Τσιρώνης, Εκκλησία πολιτευομένη. Ο πολιτικός λόγος της Εκκλησίας της Ελλάδος (1913-1941), Θεσσαλονίκη 2010, Επίκεντρο, σ. 414, υποσ. 854

[24] Βάσος Μαθιόπουλος, «Το νομικό καθεστώς των κυβερνήσεων της Κατοχής», στο Η Ελλάδα 1936-44, πρακτικά του διεθνούς ιστορικού συμποσίου, Αθήνα 1989, Μορφωτικό Ινστιτούτο ΑΤΕ, σ.252

[25] Μαρκ Μαζάουερ, Στην Ελλάδα του Χίτλερ, Αθήνα 1994, Αλεξάνδρεια, σ.155

[26] Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ, Α Τόμος, 1918-1949, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2011, σελ. 365.

[27] Πρόεδρος της Κυβερνήσεως. Επιτροπή Συνδέσμου μετά της Ιταλικής Διοικήσεως. Απόρρητος, επείγουσα,, 21-8-1941.

[28] Υπουργείον Δημοσίας Ασφαλείας. Διεύθυνσης Εθνικής Ασφαλείας. Γραφείο Ε, Αριθ. Εμπ. Πρωτ. 13/16-8-1941.

[29] Δοκίμιο ιστορίας, ό.π. σελ. 370-371.

[30] Εφημερίδα Εμπρός, 23 Μαίου 1945 και εφημερίδα Ελευθερία, 23 Μαίου 1945

[31] Εφημερίδα Το Βήμα, έκδοση για τα 90 χρόνια της εφημερίδας, τόμος Γ΄, από την Κατοχή στον Εμφύλιο, σελ. 38 1942-1951

 

Από farosthermaikou.blogspot.com

Απόψεις