Στις 11, 12 και 13 Μαΐου παρουσιάζεται για πρώτη φορά, θεατρικό κείμενο, στο
Θέατρο Τέχνης με θέμα τη ζωή της σπουδαίας, αγωνίστριας παιδαγωγού και
πεζογράφου Έλλης Αλεξίου. Συνοδοιπόροι σε αυτό το εγχείρημα είναι η ηθοποιός
Αλεξάνδρα Σακελλαρoπούλου και ο σκηνοθέτης Άγγελος Μπούρας.
Ένας φόρος τιμής στη μνήμη της καθώς Μάιος ήταν και ο μήνας των γενεθλίων της
και γεννήσεις ανθρώπων σαν αυτήν μένουν ανεξίτηλες στο χρόνο, μαζί με το
αποτύπωμα των προσωπικοτήτων τους.
Ανάμεσα σε όλα εκείνα που η πολύ σημαντική Έλλη Αλεξίου αγαπούσε, τη πάθιαζαν
και την γέμιζαν ζωή και δύναμη, εξέχουσα θέση είχαν τα τρία αδέρφια της:
Γαλάτεια, Ροδάμανθης, Λευτέρης.
Σας παρουσιάζω μια όχι ιδιαίτερα γνωστή επιστολή της προς τα τρία αδέρφια της,
που αποτυπώνει τη δύναμη και την ουσία της σχέσης τους καθώς και το τι σήμαινε
γι’ αυτήν. Την έστειλε ύστερα από επίσκεψη της Γαλάτειας στο σπίτι της στη
Ρουμανία, όπου δίδασκε ελληνικά στα παιδιά των πολιτικών προσφύγων.
«Αδέρφια μου, αδερφάκια μου,
Εφύγατε κι αδειάσανε όλοι οι τόποι. Πήγα στο διαμέρισμά σας, να δώσω στην
Ανέττα το πουρμπουάρ και μας πήρε το τουρλωτό. Το δωμάτιό μου δε με χωρεί. Η
πολυθρονίτσα σου γίνηκε ιερή. Δε θέλω να βλέπω άλλον άνθρωπο καθισμένο
απάνω. Ειδήσεις, τίποτα, τίποτα δεν με ενδιαφέρουν από το ράδιο. Κάθεται βουβό.
Μα μήπως το ράδιο; Τις σκόνες έβλεπα, τις δύο πρώτες μέρες, την ακαταστασία, μα
αδιαφορούσα τελείως. Χθες, Παρασκευή, καθώς έβαλα λίγη τάξη. Ήτανε, μου
λέγανε, δύσκολη η αντάμωση, έτσι σας περίμενα πάλι σήμερα. Είναι τώρα ακριβώς
επτάμιση, η ώρα που έφταξε το ωραίο τραίνο που σας έφερνε. Να πάτε, αδερφάκια
μου, να παρακαλέσετε για τον επαναπατρισμό μου. Αφού γίνανε οι πρώτες
ενέργειες ας γίνουν κι οι τελευταίες. Δύσκολο είναι, γιατί διαβάζω εφημερίδες και
βλέπω τι γίνεται αλλά ας δοκιμάσουμε.
Γαλατερό μου, να στείλεις τάχιστα τα διηγήματα που θες να περιληφθούν στον
τόμο. Ήδη μου ζήτησαν και διάβασαν τις «Κρίσιμες Στιγμές» και πολύ τους άρεσαν.
Δεν αποκλείεται στα ξαφνικά να μάθω πως το στείλανε στο εκδοτικό, χωρίς να ‘χω
λάβει στο μεταξύ τα άλλα από σένα. Γι’ αυτό, παιδί μου, φώναξε τη Μπούμπη κ’
υπαγόρευέ της να τα γράψει γρήγορα. Στο μεταξύ διεκπεραίωσα τις παρακάτω
δουλειές που σας αφορούσαν: 1) Έγραψα στο Μήτσο να μάθει τι απέγινε το άρθρο
που ‘δωσε ο γιατρός μας στον Γιούρι Καλούγκιν 2) Ταχυδρόμησα συστημένους τους
χαιρετισμούς σας στον «Πυρσό», και το πολύ νόστιμο είναι που ξαναδιαβάζοντάς
τους βρήκα τον χαιρετισμό σου, Γαλατερό, πολύ καλό. Μάλιστα, έγραψα χωριστά,
καθαρά τους κρητικούς στίχους, από φόβο μήπως τους κακοποιήσουν οι Γερμανοί
τυπογράφοι. Με το Θέμο θα λάβεις μια καρφίτσα με κόκκινες πέτρες, σαν την άλλη
που σου ξεκόλλησε. Σου το ‘χα πει, πως έχω να σου δώσω μιαν άλλη κι ύστερα το
ξέχασα.
Στο αεροδρόμιο είχαν έρθει κι άλλοι φίλοι, μα δεν τους αφήκανε να περάσουν από
την άλλη πλευρά. Χαιρετούσαν οι καημένοι με τα χέρια τους, μα το αεροπλάνο δε
μπορούσε να τους προσέξει. Ήτανε κι ο Παπαδόπουλος, που σου ‘φερε,
γιατρουδάκι, τη μελέτη του για τον Ηράκλειτο, πιο απελπισμένος απ’ όλους.
Γαλατερό μου, κοίταξε να μου σταλούν τα βιβλία που μου παινούσες της Δαβάρα
και του Προύτζου. Και τα ποιήματα του Μαρκατάτου, του γιου του Μπόρα. Το
Λευτεράκι μας να μου στείλει το επίγραμμα του Γεωργούλη.
Κάθομαι και βασανίζομαι με τα γελοία μαθήματα που σου έκανα δυο – τρεις φορές
με αποτέλεσμα να σε στενοχωρήσω και να σ’ αρρωστήσω. Τι τα θες, Γαλατερό μου,
είμαστε τέρατα. Αν μπορούσαν καθόλου να μπουν στη ζυγαριά οι στενοκεφαλιές
και σχολαστικισμοί, οι άχρηστοι, οι δικοί μου, με την ψυχική ηρεμία τη δική σου.
Κι όμως, αναίσθητη εγώ, έδωσα μεγαλύτερη βαρύτητα σ’ αυτά τα τιποτένια
πράματα και σου τάραξα τη γαλήνη των νεύρων σου. Στενοκέφαλη, σχολαστική,
αναίσθητη.
Με όλη την αγάπη για
τα τρία αδέρφια μου,
Λιλίκα»
Εύα Νικολαίδου