Πολιτισμός

Δύο χρόνια μετά

  «Η Αριστούλα, η δικιά μας Αριστούλα, η συντρόφισσά μας, έφυγε από τη ζωή, μια ζωή ταυτισμένη με την αξιοπρέπεια, με τον αγώνα για το δίκιο, με τα κομμουνιστικά ιδανικά».  Αυτά γράφαμε πριν δύο χρόνια, όταν έφυγε από τη ζωή η Αριστούλα Ελληνούδη (για τη ζωή και την πορεία της μπορείτε να διαβάσετε σε εκείνο το κείμενο αποχαιρετισμού του «Ημεροδρόμου» εδώ).

Πέρσι, ένα χρόνο μετά την απώλεια της, παροτρύναμε να διαβαστούν οι κριτικές Θεάτρου που έγραφε στον «Ριζοσπάστη»– με γνώση και υψηλό καλλιτεχνικό κριτήριο –  με την υπογραφή ΘΥΜΕΛΗ (εδώ) και αναδημοσιεύσαμε μια ολόκληρη ερευνητική δουλειά της, που δημοσιεύθηκε σε τρεις συνέχειες (19 Σεπτεμβρίου, 26 Σεπτεμβρίου και 3 Οκτωβρίου του 2004), με θέμα «ΜΑΚΑΡΘΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΧΟΛΙΓΟΥΝΤ» (εδώ).

Δύο χρόνια μετά, τιμώντας την μνήμη της, αναδημοσιεύουμε  ένα κείμενο της, αφιέρωμα στην Οκτωβριανή Επανάσταση και την «Πολιτιστική ”έφοδο” στους ουρανούς»:

Οκτωβριανή Επανάσταση: Πολιτιστική «έφοδος στους ουρανούς»
      της Αριστούλας Ελληνούδη (Ριζοσπάστης 30/12/2007)
 

«”Πρέπει να ονειροπολούμε!”. Εγραψα τις λέξεις αυτές και τρόμαξα. Μου φάνηκε ότι βρίσκομαι στο “ενωτικό συνέδριο” (…) Και να, σηκώνεται ο σύντροφος Μαρτίνοφ και στρέφεται απειλητικά σ’ εμένα: “Επιτρέψτε μου να σας ρωτήσω αν μια αυτόνομη σύνταξη έχει το δικαίωμα να ονειροπολεί, χωρίς να ρωτήσει τις επιτροπές του κόμματος;” Και ύστερα σηκώνεται ο σύντροφος Κριτσέβσκι(…): “Εχει γενικά ένας μαρξιστής το δικαίωμα να ονειροπολεί, ξέροντας ότι σύμφωνα με τον Μαρξ η ανθρωπότητα βάζει πάντα μπροστά της πραγματοποιήσιμα καθήκοντα και ότι η ταχτική είναι ένα προτσές αύξησης των καθηκόντων, που αυξάνονται μαζί με το κόμμα;”».
«Και μόνο που σκέφτομαι αυτές τις απειλητικές ερωτήσεις ανατριχιάζω σύγκορμος(…)», έγραφε στο «Τι να κάνουμε;» ο ηγέτης της κοσμοϊστορικής Οχτωβριανής Επανάστασης. Ο Λένιν απαντούσε στα στενόθωρα ερωτήματα, με κείμενο του Πισάρεφ για τη διαφορά ονείρου – πραγματικότητας, στο οποίο υπογραμμίζεται: «Η διαφορά ανάμεσα στο όνειρο και στην πραγματικότητα δε φέρνει ζημιά, αρκεί μόνο το πρόσωπο που ονειροπολεί να πιστεύει σοβαρά στο όνειρό του, να παρατηρεί προσεχτικά τη ζωή, να συγκρίνει τις παρατηρήσεις του με τους φανταστικούς πύργους του και γενικά να δουλεύει ευσυνείδητα για να γίνει πραγματικότητα η φαντασία του».

Το «Τρίτο Μέτωπο»

Αν δεν ονειροπολούσε ο μεγαλοφυής ηγέτης των μπολσεβίκων, η Επανάσταση δε θα γινόταν πραγματικότητα. Ούτε θα θριάμβευε το «Τρίτο Μέτωπό» της, όπως χαρακτηριζόταν ο τομέας του Πολιτισμού (με την ολόπλευρη σημασία της λέξης). Ο Πολιτισμός έκανε τη δική του, κυριολεκτικά επική, «έφοδο στους ουρανούς», της οποίας χαρακτηριστικά και ντοκουμέντα θα αναφέρουμε, μόνον ενδεικτικά, καθώς πρόκειται για τεράστιο θέμα. Τεράστιο θέμα, αλλά και δύσβατο ακόμα και για ειδικούς επιστήμονες, μη εξερευνημένο πλήρως, αλλά και σκόπιμα «θολωμένο» από ανεπαρκείς αναλύσεις, συγχύσεις, κυρίως από τις ουκ ολίγες αντισοβιετικές και αντικομμουνιστικές παραχαράξεις.

Ο Μαρξ έλεγε: «Ο άνθρωπος που ζει μέσα στην άγνοια και στην ανάγκη, δεν έχει μάτια ακόμα και για το ωραιότερο θέαμα». Γι’ αυτό πίστευε ότι οι επαναστατικές μάζες, θα χρειαστούν μακρόχρονο αγώνα – και μετά την κυριαρχία τους – για να γνωρίσουν όλον τον πολιτιστικό πλούτο της ανθρωπότητας. Για να διαμορφώσουν τη δική τους «ανθρώπινη αισθαντικότητα». Βοηθώντας την «αισθαντικότητα» των επαναστατικών δυνάμεων, ο Μαρξ έθετε το ερώτημα: «Γιατί η αρχαιοελληνική τέχνη εξακολουθεί να μας προσφέρει καλλιτεχνική απόλαυση» και αποτελεί «άφθαστο υπόδειγμα» αν και συνδέεται «με ορισμένες μορφές κοινωνικής ανάπτυξης;».

Διατάγματα για τον Πολιτισμό

Στη θέση του Μαρξ εδράζεται η σκέψη του Λένιν και οι αποφάσεις της Επανάστασης για όλα όσα σημαίνουν Πολιτισμό. Χαρακτηριστικό του ήθους και του σεβασμού της Οχτωβριανής Επανάστασης απέναντι στα έργα του Πολιτισμού είναι το άρθρο 1 του Διατάγματος του Συμβουλίου Λαϊκών Επιτρόπων για την «προστασία των αρχαιοτήτων και έργων τέχνης που ανήκουν στον Πολωνικό λαό» (23/1/1918): «Οι αρχαιότητες και τα έργα τέχνης, οι βιβλιοθήκες, τα αρχεία, οι πίνακες και γενικά τα αντικείμενα μουσείων, όπου κι αν βρίσκονται, περνούν κάτω από την προστασία της εξουσίας της Εργατικής και Αγροτικής Κυβέρνησης, μέσω του Επιτροπάτου για τις πολωνικές υποθέσεις και της “Εταιρείας Προστασίας των Αρχαιοτήτων”, μέχρι την παράδοσή τους στα πολωνικά λαϊκά μουσεία».

Τα μέτρα προστασίας των αρχαιοτήτων και έργων τέχνης καθορίστηκαν και εφαρμόστηκαν αυθημερόν, με το Διάταγμα της 19/9/1918, που απαγόρευσε «να εξάγονται από οποιοδήποτε μέρος της Δημοκρατίας και να πωλούνται στο εξωτερικό από οποιονδήποτε, χωρίς ειδική άδεια του Συμβουλίου Μουσείων και Προστασίας Μνημείων Τέχνης και αρχαιοτήτων της Πετρούπολης και της Μόσχας». Το άρθρο 2 του Διατάγματος επέβαλε: «Ολα τα καταστήματα, μεταπρατικά γραφεία και μεμονωμένα πρόσωπα, που διεξάγουν εμπόριο έργων τέχνης και αρχαιοτήτων, οι μεσολαβητές σ’ αυτό το εμπόριο και τα πρόσωπα που ασχολούνται, έναντι αμοιβής, με την αποτίμηση ή γνωμάτευση για παρόμοια αντικείμενα, οφείλουν να το δηλώσουν μέσα σε τρεις ημέρες από τη δημοσίευσή του αυτού του διατάγματος(…)». Το άρθρο 3 τόνιζε: «Κάθε παράβαση του διατάγματος τιμωρείται με όλη την αυστηρότητα των επαναστατικών νόμων, μέχρι και τη δήμευση όλης της περιουσίας των ενόχων και τη φυλάκισή τους».

Η Επανάσταση καταπολέμησε τον αναλφαβητισμό, μερίμνησε για τη γενικότερη πολιτιστική εξύψωση του ρώσικου λαού και μέσω των έργων τέχνης – και της αστικής κουλτούρας – με σχετικές αποφάσεις. Λ.χ, με Απόφαση του Συμβουλίου Λαϊκών Επιτρόπων (3/6/1918), η Πινακοθήκη Τρετιακόφ ανακηρύχτηκε «ίδρυμα πανεθνικής πολιτιστικής, καλλιτεχνικής και μορφωτικής σημασίας» και «κρατική ιδιοκτησία της ΡΣΟΣΔ», και παραδόθηκε «στη δικαιοδοσία του Λαϊκού Επιτροπάτου Παιδείας, με βάση τις ίδιες αρχές που ισχύουν και για τα άλλα κρατικά μουσεία». Το άρθρο 2 πρόβλεψε νέο κανονισμό της Πινακοθήκης, ώστε «να ανταποκρίνεται στις σύγχρονες μουσειακές απαιτήσεις και στα καθήκοντα εκδημοκρατισμού των καλλιτεχνικών – μορφωτικών ιδρυμάτων της ΡΣΟΣΔ».

Τεράστια ήταν η συμβολή της Επανάστασης στην άνθηση των εικαστικών τεχνών, με τη συμβολή και της πλειοψηφίας της «Ρωσικής Πρωτοπορίας». Ενδεικτική είναι η Απόφαση (8/6/1918) για χορήγηση 1 εκατομμυρίου ρουβλιών και την προκήρυξη διαγωνισμού για την ανέγερση μνημείου στον τάφο του Μαρξ. Με την Απόφαση της 30/7/18 καταρτίστηκε κατάλογος ανέγερσης μνημείων για τις μεγαλύτερες προσωπικότητες της επανάστασης και του πολιτισμού. Με το άρθρο 1 προτάσσονται τα μνημεία των Μαρξ – Ενγκελς. Το άρθρο 2 προσθέτει στον μακρύ κατάλογο για μνημεία προσωπικοτήτων της επανάστασης και της τέχνης, σε διάφορες εποχές της ανθρωπότητας, που είχε προτείνει το Τμήμα Εικαστικών Τεχνών του Λαϊκού Επιτροπάτου Παιδείας, και τον Γερμανό επαναστάτη ποιητή, συνεργάτη του Μαρξ, Χάινε.

Το Διάταγμα (26/8/1919) για την «ενοποίηση των θεατρικών υποθέσεων» (κρατικών, συνεταιριστικών, θεάτρων του Κόκκινου Στρατού, των Σοβιέτ, κλπ.), μεταξύ άλλων πρόβλεψε: Τη δημιουργία «Κέντρου Θεάτρου ». Την κρατικοποίηση των θεατρικών κτιρίων. Την απαγόρευση εξαγωγής, καταστροφής, πώλησης θεατρικής περιουσίας (κτίρια, σκηνικά, κοστούμια, αντικείμενα) και την παραχώρησή της (από το «Τσέντρο Τεάτρ», με συγκεκριμένους όρους) σε θιάσους καλλιτεχνών, οργανώσεων εργαζομένων, συνδέσμων, συνδικάτων, κλπ. Την κρατική επιχορήγηση από το «Κέντρο Θεάτρου », σε συνεννόηση με τα Λαϊκά Επιτροπάτα Οικονομικών και Κρατικού Ελέγχου, των εθνικοποιημένων θεάτρων με «καλλιτεχνική αξία», βάσει «του προϋπολογισμού που τα θέατρα θα υποβάλλουν» και «των καθορισμένων από το κράτος αμοιβών εργασίας και τιμών εισιτηρίων». Τη διοίκηση των κρατικών θεάτρων «Μπολσόι» και «Μάλι» στη Μόσχα και των «Μάρινσκι», «Αλεξαντρίσκι» και «Μιχαήλοφσκι» στην Πετρούπολη, βάσει του Καταστατικού τους. Την κρατική επιχορήγηση και των «αυτόνομων θεάτρων », που «θα υποβάλλουν ετήσιο καλλιτεχνικό και οικονομικό απολογισμό και θα υπόκεινται σε επιθεωρήσεις κρατικού ελέγχου, από οικονομική άποψη». Στόχος του Διατάγματος ήταν να ενισχυθεί ουσιαστικά (οικονομικά και ηθικά) η θεατρική «έκρηξη» της επαναστατικής και μετεπαναστατικής περιόδου.

Σημαντικά, επίσης, ντοκουμέντα είναι τα Διατάγματα και οι Αποφάσεις (του Συμβουλίου Λαϊκών Επιτρόπων Παιδείας, της ΚΕ του ΠΚΚ – Μπολσεβίκων -, άλλων οργάνων του Κόμματος και του κράτους) για τον μέγιστο συντελεστή του Πολιτισμού, την Παιδεία και για το μέγα επίτευγμα της Επανάστασης: την ταχύτατη και σε πανεθνική κλίμακα καταπολέμηση του τεράστιου προβλήματος του αναλφαβητισμού. Η επαναστατική κυβέρνηση έλαβε, επίσης, Αποφάσεις για τον Τύπο, τη Λογοτεχνία, τον Κινηματογράφο, ακόμα και για το Τσίρκο. Αποφάσεις έλαβε και για την αναδιοργάνωση των λογοτεχνικών καλλιτεχνικών σωματείων.

Σημαντικός παράγοντας για την άνθηση του πολιτισμού υπήρξε ο ευρύτατος προβληματισμός – διάλογος που αναπτύχθηκε στο Κόμμα, στα επαγγελματικά σωματεία των καλλιτεχνών, σε ερασιτεχνικούς ομίλους, κλπ., για τα αισθητικά κινήματα. Λ.χ. για τις αισθητικές απόψεις των πολυάριθμων πολιτιστικών φορέων που δημιούργησαν καλλιτέχνες και ερασιτέχνες εργαζόμενοι. Χαρακτηριστικότερη περίπτωση ήταν τα 300 και πλέον παραρτήματα, με 500.000 μέλη, της «Προλετκούλτ» («Προλεταρική Κουλτούρα») που εξέδιδε εφημερίδες, περιοδικά, βιβλία, διέθετε σχολές, θεατρικά εργαστήρια, κλπ.). Φυσικά, σημαντικές αναφορές για τον πολιτισμό γίνονται σε πολλά κείμενα του Λένιν, άλλων ηγετών της Επανάστασης και Επιτρόπων στον τομέα του Πολιτισμού (λ.χ. του Λουνατσάρσκι).

Ο Λένιν για τον Πολιτισμό

Ας δούμε ελάχιστα δείγματα της «τιτάνιας» καθοδηγητικής σκέψης του ηγέτη της Επανάστασης και για την «πολιτιστική επανάσταση», για τη μορφωτική και πολιτιστική ανόρθωση των πλατιών εργαζόμενων μαζών. Γιατί όπως έλεγε «οι εργάτες δε θα ξεχάσουν ούτε στιγμή ότι τους χρειάζεται η δύναμη της γνώσης. Ο εξαιρετικός ζήλος που δείχνουν οι εργάτες για τη μόρφωση, ο ζήλος που δείχνουν ακριβώς τώρα, αποδείχνει ότι σ’ αυτό το ζήτημα δεν υπάρχουν και δεν μπορεί να υπάρχουν πλάνες στις γραμμές του προλεταριάτου».
Στο Πρόγραμμα για το 8ο Συνέδριο του ΠΚΚ (Μπολσ.) ο Λένιν έγραφε: «Ξέρουμε πολύ καλά τι σημαίνει η πολιτιστική υπανάπτυξη της Ρωσίας, τι συνέπειες έχει αυτή για τη Σοβιετική εξουσία, που κατ’ αρχήν έχει δημιουργήσει μια ασύγκριτα ανώτερη προλεταριακή δημοκρατία, έχει δημιουργήσει ένα δείγμα αυτής της δημοκρατίας για όλον τον κόσμο, πως αυτή η υπανάπτυξη υποβιβάζει τη σοβιετική εξουσία και αναπαράγει τη γραφειοκρατία».

Αλλά στις απόψεις των θεωρητικών της «Προλετκούλτ» (Μπογκντάνοφ, Πλετνιόφ, κ.ά.), οι οποίοι διακήρυσσαν την απόρριψη της πολιτιστικής κληρονομιάς των περασμένων εποχών και την ανάγκη δημιουργίας αμιγούς προλεταριακής κουλτούρας, ο Λένιν απαντούσε (στο λόγο του στο 3ο Συνέδριο της Κομσομόλ):

«Αν ενός κομμουνιστή του ερχόταν η ιδέα να καυχηθεί για τον κομμουνισμό του με βάση συμπεράσματα που τα έχει πάρει έτοιμα, χωρίς να έχει πραγματοποιήσει μια πάρα πολύ σοβαρή, πάρα πολύ δύσκολη, μεγάλη εργασία, χωρίς να έχει προσανατολιστεί στα πραγματικά δεδομένα που έχει υποχρέωση να τα αντιμετωπίσει κριτικά, ένας τέτοιος κομμουνιστής θα ήταν πολύ θλιβερός». Και τόνιζε: «Μόνο με την ακριβή γνώση της κουλτούρας που έχει δημιουργήσει η όλη ανάπτυξη της ανθρωπότητας, μόνο με τη μετάπλασή της μπορούμε να χτίσουμε την προλεταριακή κουλτούρα. (…) Η προλεταριακή κουλτούρα πρέπει να αποτελέσει τη νομοτελειακή ανάπτυξη των αποθεμάτων γνώσεων που δημιούργησε η ανθρωπότητα κάτω από το ζυγό της καπιταλιστικής κοινωνίας, της τσιφλικάδικης κοινωνίας, της γραφειοκρατικής κοινωνίας».

Και για το σχέδιο Απόφασης του συνεδρίου της «Προλετκούλτ» (1920) ο Λένιν διατύπωσε την άποψη:«Ο μαρξισμός κατέκτησε την κοσμοϊστορική σημασία του σαν ιδεολογία του επαναστατικού προλεταριάτου, χάρη στο ότι κάθε άλλο παρά απέβαλε τις πολυτιμότατες κατακτήσεις της αστικής εποχής, αλλά αντίθετα αφομοίωσε και μετέπλασε ό,τι πολύτιμο υπήρχε στην πάνω από δύο χιλιετίες ανάπτυξη της ανθρώπινης σκέψης και κουλτούρας». Και επέμενε: «Οχι επινόηση μιας νέας προλεταριακής κουλτούρας, αλλά ανάπτυξη των καλύτερων υποδειγμάτων, παραδόσεων, αποτελεσμάτων της υπάρχουσας κουλτούρας, από τη σκοπιά της κοσμοθεωρίας του μαρξισμού και των συνθηκών ζωής και πάλης του προλεταριάτου στην εποχή της δικτατορίας του». Προσβλέποντας σε μια τέτοια ποιότητα της προλεταριακής κουλτούρας, ο Λένιν μιλούσε για δύο πολιτισμούς.

Στα προεπαναστατικά άρθρα του για τον Λ. Τολστόι, ο Λένιν χαρακτήριζε τα «μεγαλοφυή έργα» σαν «ένα βήμα προς στην καλλιτεχνική ανάπτυξη ολόκληρης της ανθρωπότητας», που «πάντοτε θα τα εκτιμούν και θα τα διαβάζουν οι μάζες όταν θα δημιουργήσουν για τον εαυτό τους ανθρώπινες συνθήκες ζωής, ανατρέποντας το ζυγό των τσιφλικάδων και των καπιταλιστών».

Ο Λένιν ονειρευόταν η πολιτιστική επανάσταση να αγκαλιάζει και να αγκαλιάζεται από όσο το δυνατόν περισσότερους διανοούμενους και καλλιτέχνες. Γι’ αυτό ζητούσε την ενθάρρυνση και ενίσχυση, με κάθε τρόπο, των νέων αναζητήσεων στον τομέα της τέχνης. Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα μιας συνομιλίας του με την Κλάρα Τσέτκιν για θέματα του Πολιτισμού: «Στη χώρα μας γίνονται πολλοί πειραματισμοί. Και πλάι στους σοβαρούς έχουμε και πολλούς παιδαριώδεις, ανώριμους, που μας αφαιρούν δυνάμεις και πόρους. Μα όπως στη φύση, έτσι και στην κοινωνία η δημιουργική ζωή απαιτεί σπατάλη».

Να γιατί η Οχτωβριανή Επανάσταση και στον τομέα του Πολιτισμού θα μείνει μέγα δίδαγμα για τους λαούς και τη μελλοντική τους «έφοδο στους ουρανούς».

Βιβλιογραφία:

Β. Ι. Λένιν «Για την πολιτιστική επανάσταση» («Σύγχρονη Εποχή»)

Μαρξ – Ενγκελς «Για την Τέχνη» («Εξάντας»)

Β. Ι. Λένιν «Για τη Λογοτεχνία και την Τέχνη» (εκδόσεις Γερ. Αναγνωστίδη).

Αντώνη Βογιάζου «Σοσιαλισμός και κουλτούρα (1917 – 1932)» («Θεμέλιο»)

(Επισκέψεις: 2.156 φορές, όπου 2 ημερήσιες)

Σχετικά Άρθρα

Ημεροδρόμος

Ημεροδρόμος

Send this to a friend