Αποκλεισμένοι στο υπόγειο «Άστυ»

Είδα χτες, στο «Ταινιόραμα» του «Άστυ», το αφιέρωμα στον Βάιντα. Ήταν από τα δύο , τρία που με ενδιέφερε να ξαναδώ, μια και ο Βάιντα είναι αντιπροσωπευτική περίπτωση καλλιτέχνη, για μένα, που δεν άφησε ανεκμετάλλευτες τις ιστορικές συγκυρίες, που του παρουσιάστηκαν, αλλά και δεν κατέφυγε σε έναν κινηματογράφο δημιουργικής ασάφειας, αυτόν που λατρεύουν φερέλπιδες νεαροί σημερινοί φιλότεχνοι.

Aρέσκονται σε ανάλογες τεχνοτροπίες γιατί προφανώς τους απαλλάσσουν από το βάρος του χειροπιαστού και συγκεκριμένου και τους επιτρέπουν να κάνουν γενικευτικές αναγωγές και να προσεγγίζουν εξαρχής την ιστορία σαν θέαμα και το υπαρξιακό της υπόστρωμα σαν μια συλλογή αλληγοριών.

Ο Βάιντα διάλεξε πιο δύσκολο μονοπάτι, να καταγράψει ρεαλιστικά, όσο ρεαλιστική μπορεί πάντα να διατείνεται ότι είναι η μυθοπλασία, και να ερμηνεύσει. Συνδεόμενος αποφασιστικά με πολιτικά πάθη και τα υπαρκτά αδιέξοδα των πολιτικών μετασχηματισμών στην Πολωνία. Και είναι γεγονός ότι ο ολοκληρωτισμός και οι αστυνομικές και καταπιεστικές συνθήκες του υπαρκτού σοσιαλισμού σε αυτή τη χώρα, όπως και στη Τσεχοσλοβακία πάτησαν πάνω σε γερές κεντροευρωπαϊκές παραδόσεις κρατικών οντοτήτων, έτσι ώστε αυτή η περίοδος δικτατορίας των κομισάριων να συνοδευτεί από μια πληθωρική παραγωγή αριστουργημάτων στον κινηματογράφο, τη λογοτεχνία και το θέατρο, σπάνιας καλλιτεχνικής ευκρίνειας και οξυδέρκειας.

Κάτι που δεν συνεχίστηκε με τη μετάβαση τους σε υπό δοκιμήν δημοκρατίες δυτικού τύπου, και που βάζει σε σκέψεις, κατά πόσο τα συγκεντρωτικά εξουσιαστικά μοντέλα, δημιουργώντας ξεκάθαρα δίπολα μεταξύ θυτών και θυμάτων, εξουσίας και αντιφρονούντων, υποθάλπουν μια αντιεξουσιαστική καθαρότητα, που ο κατακερματισμός των εξουσιαστικών πυρήνων αναιρεί στη δημοκρατία που όλοι οι τυχάρπαστοι και τα λαμόγια έχουν τις ίδιες ευκαιρίες και που για να παραχθεί εξίσου σημαντική τέχνη προϋποτίθεται μια γεωμετρικά διευρυμένη πολιτική σκέψη που να ανιχνεύει το ολοκληρωτικό στοιχείο στις βαθύτερες παρορμήσεις και κίνητρα που συγκρότησαν τον άνθρωπο στην κοινωνικοποίησή του.

Να πω ότι οι κόπιες των ταινιών ήταν σε ελεεινή
κατάσταση, η αίθουσα μισογεμάτη από νεαρά κυρίως άτομα στο παρθενικό τους ταξίδι στην «μαγική» απεικόνιση της ανθρώπινης κολάσεως μέσα από τα ποιήματα της Τέχνης. Κι έτσι όπως περιφερόμασταν καπνίζοντες στα διαλείμματα , και ανταλλάσσοντας σκόρπιες κουβέντες στο υπόγειο του «Άστυ», και συμπτωματικά μιας και μια από τις ταινίες ήταν το συναρπαστικό όσο και απελπιστικό «Κανάλ», που διαπραγματεύεται το τελευταίο στάδιο στην ηρωική εξέγερση της Βαρσοβίας, που οι εναπομείναντες αγωνιστές προσπαθούν να διαφύγουν μάταια μέσα από τα κανάλια των υπονόμων της πόλης, έτσι έβλεπα και ‘γω μερικούς από μας, σαν αντιπροσωπευτικά ηττημένους , προσπαθώντας μια διέξοδο με ανάσα προς τη πραγματικότητα , μέσα από τις καλλιτεχνικές αναφορές.

Αυτά στο υπόγειο που επιχειρούνται ανάλογες απόπειρες, γιατί η επιφάνεια είναι κατειλημμένη, από καταναλωτικά νευρόσπαστα προσαρμοσμένα στην αμεσότητα του άνευ νοήματος, χωρίς τέτοιες παθολογικές ανάγκες διεύρυνσης της σκέψης και εξίσου παραιτημένους στην περιορισμένη χρονικότητα της στιγμής ανθρώπους που φυτοζωούν με όλους τους πιθανούς τρόπους.

Η μια ταινία που περιλαμβανόταν στο αφιέρωμα ήταν το «Δαντόν». Βασισμένο σε ένα πολωνικό θεατρικό του Στανισλάβα Πρζιμπισέφσκα – αλλά όχι στο πολυσχιδές και βαθύτατα υπαρξιακό δράμα του Μπίχνερ – περιγράφοντας αδρά, με κίνδυνο να καταλήξει μανιχαϊστικά – όπως καταλήγουν όλες οι ώρες πανικού , ανάγκης , αδιέξοδου ( καπιταλιστικού αδιέξοδου αν νομίζετε ότι με αυτή και μόνο τη προσέγγιση , ξεμπερδεύουμε με το πρόβλημα σε όλη του την οντολογική έκφανση ) και το ζούμε πια ξεκάθαρα και δω και τώρα.

Ο Δαντόν ψιλοτυχάρπαστος αγωνιστής, καταφέρνει με τα αναγνωρίσιμα ανθρώπινα χαρακτηριστικά του να γίνει λαϊκό είδωλο. Ο Ροβεσπιέρος κατειλημμένος από επαναστατικό οίστρο αυτοθεωρείται ιστορικά αντικειμενικός κι αδέκαστος. Ο Δαντόν που πίνει και τρώει και απολαμβάνει σαρκικά, χωρίς αυτό να του αναιρεί μια μηδενιστική αντίληψη, κατοχυρώνει μια ανθρωπιά ( που προφανώς δεν της λείπει το αίσθημα του μάταιου και η αυτολύπηση ) και αντιλαμβάνεται το αδιέξοδο των καθολικευμένων πολιτικών εκκαθαρίσεων, στο οποίο μέσω επιτροπών προβαίνει ο Ροβεσπιέρος, στο όνομα ενός απόλυτου εξισωτισμού και μιας λαϊκής κυριαρχίας, που συμπίπτει κλασικά με το αποκορύφωμα της δικιάς του δικτατορικής διαχείρισης .

Ιστορικό δράμα με τα όλα του λοιπόν, από αυτά που αγαπώ και νοιώθω ότι πράγματι χρειάζομαι μια και η καλλιτεχνική σουρεαλιστική προσέγγιση του πραγματικού μπορεί μεν να αγγίζει περιοχές του μη προφανούς που ποτέ δεν θα καταλήξουν αυταπόδεικτες αλλά δεν καταλήγει και ποτέ σε κανάλια επικοινωνίας, που θα διοχετευθούν σε αυτό που ενσταλάζεται σαν «κοινό» βίωμα.

Να πω επιπροσθέτως, ότι το αριστούργημα, κατ΄εμέ, του Βάιντα «Η γη της επαγγελίας» έχει χρόνια να επαναπροβληθεί σε μια αποκατεστημένη κόπια. Και είναι όπως όλα αυτά τα έργα αμετάπτωτης καλλιτεχνικής αρτιότητας και εφηβικού πνευματικού πυρετού που σηκώνεται ενάντια στην στωική αντιμετώπιση του τραγικού στοιχείου της ζωής, για όσους το αντιλαμβάνονται και τους γιατρεύει να το συντηρούν τέτοιο.

 

Στο tube που ακολουθεί, μια ζουμερή αναμέτρηση – και υποκριτική-  μεταξύ του μεγατόνου  Ντεπαρντιέ και του εκνευριστικά καλού Πολωνού ηθοποιού Βόιζιεκ  Πζόνιακ, μεταξύ Ροβεσπιέρου και Δαντόν. Ο Ροβιεσπέρος ανθίσταται αποτελεσματικά στους πειρασμούς της ύλης και τις μικρές – αλλά πανάκριβα τιμολογημένες – χαρές της ζωής, μια και το μόνο που δρα διεγερτικά στη λίμπιντό του είναι οι ιδέες και μέσω αυτών η εξουσία.

 

Ετικέττες: , , , ,

Διαφήμιση

Τα σχόλια δεν είναι διαθέσιμα

Άποστολή άρθρου μέσο Email