«… εκείνο που προσπαθώ είναι να πεθάνω τίμιος όπως οι γονείς μου»!

Αποσπάσματα από την αλληλογραφία πολιτικών εξόριστων στη Λέρο κατά τη διάρκεια της δικτατορίας 1967- 1974

Απρίλης 1967. Δεκαοχτώ χρόνια μετά την ήττα του ΔΣΕ από τις δυνάμεις της ντόπιας αντίδρασης των Εγγλέζων και των Αμερικανών, τα μεγάλα συμφέροντα που ελέγχουν τον στρατό προχωρούν στην υλοποίηση των σχεδίων τους για βίαιο ξεπέρασμα της κρίσης του αστικού πολιτικού συστήματος, την επιβολή εκσυγχρονισμών που είχε ανάγκη το βιομηχανικό και εφοπλιστικό κεφάλαιο, την εξυπηρέτηση των νατοϊκών σχεδίων στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, το χτύπημα χωρίς φραγμούς και νομικά εμπόδια του εργατικού – λαϊκού κινήματος που δεν έλεγε να σκύψει το κεφάλι.

Στις 21 Απρίλη 1967 τα τανκς βγαίνουν στους δρόμους, οι στρατιωτικοί προχωρούν σε συνταγματική εκτροπή. Επιβάλλεται δικτατορία. Η Χούντα πραγματοποιεί χιλιάδες συλλήψεις σ’ όλη τη χώρα. Ανάμεσά τους βουλευτές, στελέχη της Αριστεράς, Κομμουνιστές, αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης, επιστήμονες, διανοούμενοι, καλλιτέχνες, ηλικιωμένοι, μικρομάνες, άρρωστοι και ανάπηροι. Γεμίζουν οι φυλακές και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης στα νησιά. Η χώρα στον γύψο.

Λέρος

Το όμορφο νησί στη Δωδεκάνησο, η Λέρος, μεταβάλλεται σε θλιβερό τόπο εξορίας. Σε δυο στρατόπεδα, στο Παρθένι και το Λακκί, στοιβάζονται 4000 εξόριστοι. Ο πληθυσμός του νησιού στην απογραφή του 1971 σημειώνει «αύξηση» 28,47% σε σχέση με την προηγούμενη δεκαετία.

Κύριο μέλημα των στρατοκρατών της χούντας να ξεριζώσουν την ψυχή των κρατουμένων, να αφαιρέσουν την αξιοπρέπεια, να αφυδατώσουν τη σκέψη, να εξευτελίσουν τη συνείδηση. Στα θανατογόνα στρατόπεδα ένα από τα ζητούμενα ήταν μια «Υπογραφή» μια «Δήλωση» με την οποία παραιτούσουν από το δικαίωμα να είσαι και να ζεις σαν άνθρωπος. «Δήλωση αποκήρυξης του ΚΚΕ και των παραφυάδων του». Οι πιέσεις αφόρητες. Και στους κρατούμενους και στις οικογένειές τους, που έμεναν πίσω, απροστάτευτες, ορφανές και κατατρεγμένες να παλεύουν για την επιβίωση, ανεβαίνοντας τον δικό τους απάνθρωπο Γολγοθά. Κάποιοι δεν άντεξαν. Στις «μικρές» ανθρώπινες ιστορίες που εξιστορούν το δράμα της εποχής (κρατώντας την ορθογραφία) παρακάτω δύο από τα γράμματα που πέρασαν από τα χέρια μου κάποια στιγμή:

«…. Νοεμβρίου 1970

Π… γιασου έλαβα το γράμμα σου και χάρικα που είσαι καλά κι εμίς ας πεθένομε. Πάντος εκίνα που γράφις ότι εγό δεν το θέλο, έχεις μεγάλο λάθος (…) γιατί όλι σε απατίσανε εγώ πάρτο χαμπάρι ότι δεν μπορό άλο να αντέξο έχι το νευρικό μου σύστημα το εκονομικό και από τα παιδιά μάθε ότι ο Κ. είναι σε τρία μαθήματα κάτω το οποίον το συκόσανε και δεν είπε τίποτις (…) τώρα τα παιδιά έχουν μεγαλήτερα έξοδα νόμισες πος ο Κινηματογράφος μόνον είνε; πότε βιβλίο πότι τετράδιο και άλλα πάντος με ένα λόγο έχεις γίνη ξανδιάνθροπος δεν σκέπτεσε την οικογένειά σου (…) το πόσα γράμματα σου στέλνο το μήνα δεν θυμάμε και αυτό δεν είναι θέμα και καθόλου να μην σου στέλνο να μην σε νιάζει γιατί κιαυτού θα καταλίξουμε (…)

Χέρετε»

Στην παρακάτω επιστολή σε αξιωματούχο του στρατοπέδου ο αγνός και απονήρευτος εξόριστος αγωνιστής προσγειώνεται ανώμαλα στην πραγματικότητα, όταν ο από παλιά γνωστός του στρατιωτικός, για να ικανοποιήσει το δίκαιο αίτημά του, του ζητάει να πουλήσει τη ψυχή του. Τα έντονα στοιχεία είναι επιλογή μας:

Το γράμμα του εξόριστου αγωνιστή ΛΒ με το οποίο ξεκαθαρίζει στους στρατοκράτες ότι υπέρτατη ηθική αξία και επιδίωξη ήταν να πεθάνει παραμένοντας τίμιος όπως  οι γονείς του…

Το γράμμα του εξόριστου αγωνιστή ΛΒ με το οποίο ξεκαθαρίζει στους στρατοκράτες ότι υπέρτατη ηθική αξία και επιδίωξη ήταν να πεθάνει παραμένοντας τίμιος όπως οι γονείς του…

«κ. Χ…

Υστερα από τη χθεσινή μας σηζήτηση και ιδιαίτερα γύρο απ’ τη γνωμάτευσή μου βρήκα, αφού πολύ βασάνισα τον εαυτό μου, πως σε βάρος μου γένηκε ένας εμπαιγμός άνευ προηγουμένου. Τόσο το γιατρό του στρατοπέδου όσο και τον ομόλογο τους γνώρισα μονάχα και μόνον κατά την ώρα της κρίσεώς μου και ύστερα από τις εξετάσεις απεφάνθησαν πως θα μου κάνουν γνωμάτευση για την Αθήνα και πράγματι η γνωμάτευση έγινε με δυο άλλες γνωματεύσεις συγκρατουμένων μου οι οποίοι από ημερών βρίσκονται στην Αθήνα.

»κ. Χ… όταν ερχόμουν στο γραφείο σου ερχόμουν με μιά ηλικρίνεια και εκτίμηση σκεπτόμενος πάντοτε να μην σε φέρω σε δύσκολη θέση εκμεταλευόμενος την γνωριμία μας αυτό φαντάζουμε να το διαπίστωσες, όμως στην τελευταία συνάντησή μας άλλαξαν οι όροι. Λάβε υπ’ όψη σου πως είμαι ηλικίας (61) χρονών και εκείνο που προσπαθώ είναι να πεθάνω τίμιος όπως οι γονείς μου.

»Βρίσκομαι επί τριάμισυ χρόνια εξόριστος με κατηγορίες ακατηγόρητες μέχρις την 21 Απριλίου. Αυτό δεν είναι δικαιολογία μου, το ομολογεί η αθωωτική απόφαση που η κατηγορία αποδείχθηκε αναλιθής.

»Γι’ αυτό πολύ θα σου παρακαλέσω ας μην υποχρεωθείς σε τίποτα για μένα, δεν δέχομαι, επί πλέον να μην με καλέσετε μελλοντικά, δεν θα ρθώ.

»Ευχαριστώ

»Λ…Β…»

 

Και ένα τηλεγράφημα διαμαρτυρίας των κρατουμένων:

«Τηλεγράφημα

Υπουργείον Δημοσίας Τάξεως – Αθήνας

(Δια της Διοικήσεως του Στρατοπέδου)

Κρατούμενοι Στρατοπέδου Λακκίου απευθύνομεν εντονωτάτην διαμαρτυρίαν δι’ άδικον τραγικόν θάνατον εκ γρίππης συγκρατουμένου μας Νικολάου Γαλάτη STOP.

Ο επισυμβάς κάτω από τραγικάς συνθήκας θάνατος επιβεβαιώνει δια πολοστήν φοράν την ανάλγητον συμπεριφοράν Κυβερνήσεως έναντι ημών. STOP. Ευθύναι Κυβερνήσεως βαρύταται STOP. Προγενεστέρα τηλεγραφική προειδοποίησίς μας (δια μέσω Διοικήσεως) δια σοβαροτάτην μορφήν επιδημίας η οποία πλήττει το Στρατόπεδον ουδεμιάς προσοχής έτυχεν STOP.

Καταγγέλοντες μεθοδευμένην πολιτικήν εξοντώσεώς μας εις Νεκρότοπον Λακκίου πραγματοποιούμεν σήμερον ολοήμερον αποχή συσσιτίου STOP Και αιτούμεθα την άμμεσον διάλυσιν του θανατογόνου τούτου Στρατοπέδου με την απόλυσιν όλων μας.

27/12/1969»

Κι οι αστοί πολιτικοί;

Αυτοί καλύπτονται απόλυτα από τον «εθνάρχη» τους Κωνσταντίνο Καραμανλή που στις 20 Ιούνη του 1967 στέλνει συγχαρητήρια επιστολή στον χουντικό «πρωθυπουργό» Κόλλια γράφοντας, ανάμεσα στα άλλα, για κάποιες δηλώσεις του ότι «επιβεβαιώνουν την θέλησιν της Κυβερνήσεως όπως αποκαταστήσει την ομαλότητα, και μάλιστα επί υγιεστέρων βάσεων, δια του εκσυγχρονισμού του πολιτεύματος της χώρας», αναγνωρίζοντας μάλιστα πως οι πραξικοπηματίες «εκινήθησαν με αγαθάς προθέσεις».

Τρείς μήνες μετά (8.9.1967) ο «εθνάρχης» γράφει στον Αρχιεπίσκοπο Αμερικής Ιάκωβο, γεμάτος ρεαλισμό και εκσυγχρονιστική διάθεση:

«Διότι το θέμα δεν είναι να επανέλθωμεν εις την ομαλότητα διά της αποτυχίας της επαναστάσεως, αλλά διά της επιτυχίας της. (…) Η επανάστασις, άπαξ και εγένετο, προσφέρει μίαν ευκαιρίαν ανασυντάξεως της ζωής του Εθνους. (…) Διότι δεν θα σημαίνη βέβαια αποκατάστασιν της ομαλότητος η επάνοδος εις την υφισταμένην προ του κινήματος κατάστασιν. Το τελευταίο δε αυτό έχει βαρύνουσαν σημασίαν, δεδομένου ότι συνιστά τον πυρήνα του προβλήματος.»

 

Λακκί – Λέπιδα. Οι παλιοί ιταλικοί στρατώνες που από το 1949 έως το 1960 χρησιμοποιήθηκαν για να στεγάσουν 4000 παιδιά του βασιλικού παιδομαζώματος, στη Παιδόπολη και τις Βασιλικές Τεχνικές Σχολές της Φρειδερίκης στη προσπάθεια να φτιάξουν Γενίτσαρους. Το 1967 μέχρι το τέλος της χούντας ξανάνοιξαν για να στοιβάξουν μέσα τους, εκεί και στο Παρθένι, τον εχθρό λαό. Τους κομμουνιστές και δημοκράτες αγωνιστές που τολμούσαν να ονειρεύονται μια περήφανη, ανεξάρτητη και δίκαιη Ελλάδα.

Λακκί – Λέπιδα. Οι παλιοί ιταλικοί στρατώνες που από το 1949 έως το 1960 χρησιμοποιήθηκαν για να στεγάσουν 4000 παιδιά του βασιλικού παιδομαζώματος, στη Παιδόπολη και τις Βασιλικές Τεχνικές Σχολές της Φρειδερίκης στη προσπάθεια να φτιάξουν Γενίτσαρους. Το 1967 μέχρι το τέλος της χούντας ξανάνοιξαν για να στοιβάξουν μέσα τους, εκεί και στο Παρθένι, τον εχθρό λαό. Τους κομμουνιστές και δημοκράτες αγωνιστές που τολμούσαν να ονειρεύονται μια περήφανη, ανεξάρτητη και δίκαιη Ελλάδα.

 

 

*Η φωτογραφία του τίτλου:   «Η Σταύρωση» είναι μια από τις αγιογραφίες της μικρής εκκλησίας Αγιά Κιουρά, στο Παρθένι της Λέρου. Η Αγιά Κιουρά αγιογραφήθηκε στα χρόνια ’69-’70 από τους εξόριστους Αντώνη Καραγιάννη, Τάκη Τζανετέα και Κυριάκο Τσακίρη, μετά από πρόταση του συνεξόριστού τους Σπύρου Μήλα και την βοήθεια δεκάδων άλλων εξόριστων.

 

Ετικέττες: , , , , , ,

Διαφήμιση

Τα σχόλια δεν είναι διαθέσιμα

Άποστολή άρθρου μέσο Email