«Πολιτιστικές εμμονές 2»

«Η Δεσποινίς Δυστυχία»

Έπεσε στα χέρια μου μια νουβέλα του Τσιμάρα Τζανάτου που φέρει τον παραπάνω τίτλο. Κείμενο αφηγηματικό, πρωτοπρόσωπο, σε εισάγει σε μια πραγματικότητα για να την αναιρέσει σταδιακά εμβολίζοντάς την με ακραία σουρεαλιστικά στοιχεία που στο τέλος υπερτερούν. Κείμενο αλληγορικό, η Δεσποινίς Δυστυχία δεν είναι παρά μια ακόμη ένοικος της πολυκατοικίας που έχει την ιδιαιτερότητα να δημιουργεί πλημμύρες στο πέρασμά της, κατακλύζοντας το κτίριο, το δρόμο, την πόλη. Τα λόγια της «έχω ραντεβού με θάλασσα » κυριολεκτούν από τις συνέπειες που επιφέρει καθώς σιγά-σιγά τα πάντα μυρίζουν ψαρίλα ενώ οι ταβέρνες προσφέρουν «κακαβιά παλαιών ερώτων και σαλάτα ξοφλημένων βίων». Οι ερμηνείες ανοικτές.

Πεζογραφία και θέατρο

Το αφηγηματικό αυτο κείμενο έχει αναντίρρητες αρετές, εκείνο το διαφορετικό παραξένισμα που πηγάζει από ελεύθερες συνειρμικές εικόνες, όπου το παρόν και το παρελθόν συγχέονται και συνυπάρχουν, όπου η γέννηση είναι θάνατος και όπου η ετερότητα γίνεται μέρος του εαυτού.

Με έκπληξη, ωστόσο, διαπίστωσα ότι το παραπάνω κείμενο ακούστηκε, σε μορφή «θεατρικού αναλογίου», σε πρόσφατη εκδήλωση «Αναγνώσεων» στο Θέατρο Τέχνης, μεταξύ άλλων δραματικών κειμένων σύγχρονων συγγραφέων, με σκηνοθετική επιμέλεια και ηθοποιούς.

Είναι γνωστή τις τελευταίες δεκαετίες η σκηνική δραματοποίηση πεζογραφίας, ακόμη και ποίησης, με ποικίλα σκηνικά αποτελέσματα. Οι λόγοι τελικά ασαφείς, αν κρίνει κανείς τις αιτίες που διατυπώνουν σε συνεντεύξεις τους οι σκηνοθέτες. Συχνά οικονομικοί, άλλοτε καθαρά προσωπικοί-βιωματικοί. Το αποτέλεσμα ελκυστικό (ποιος ξεχνά τη «Φόνισσα» του Παπαδιαμάντη στη σκηνική πρόταση του Σωτήρη Χατζάκη τη δεκαετία το ’90 ή τον ερμηνευτικό άθλο της Άννας Κοκκίνου πάνω στα διηγήματα του Βιζυηνού). Έκτοτε, έργα ποταμοί ακολούθησαν όπως ο «Ηλίθιος» του Ντοστογιέφσκι από Ρούλα Πατεράκη και Στάθη Λιβαθινό, τα έπη του Ομήρου «Οδύσσεια» από τον Μπομπ Ουίλσον και «Ιλιάδα» από τον Λιβαθινό, ακόμη και ιστορικά αναγνώσματα όπως ο Πελοποννησιακός Πόλεμος του Θουκυδίδη τόσο από την Άννα Κοκκίνου όσο και από τη Ρούλα Πατεράκη στη Μικρή Επίδαυρο το περασμένο καλοκαίρι. Τέλος, με τον καθηγητή Θεοδόση Πελεγρίνη έγινε θεσμός η θεατροποίηση φιλοσόφων και φιλοσοφικών ιδεών, μια μετατόπιση της αίθουσας διδασκαλίας στη σκηνή με αμιγώς εκπαιδευτικούς στόχους.

Όλα, ωστόσο, έργα κλασικά, συχνά πολυδιαβασμένα, που η σκηνική τους απόδοση επιλέγει να φωτίσει πτυχές τους όταν δεν ακούγεται ως βαρετή απαγγελία ακίνητων ηθοποιών όπως, δυστυχώς, η πρόσφατη απόδοση του πολυανεβασμένου σκηνικά διηγήματος του Βιζυηνού «Το αμάρτημα της μητρός μου» σε σκηνοθεσία Δήμου Αβδελιώδη, παράσταση στην οποία ο επιζητούμενος σεβασμός στο κείμενο κατέληξε σε μονότονη εκφώνηση. Αναρωτιέται, τότε, κανείς, για τον λόγο της σκηνικής επιτέλεσης όταν ακριβώς απουσιάζει η επιτέλεση, προς τι το θέατρο όταν απουσιάζει το θεώμαι;

Σύγχυση ειδών;

Η «Δεσποινίς Δυστυχία» αυτο-τιτλοφορείται «αφήγημα», ορίζοντας το ειδολογικό της γένος, ή αλλιώς την «αρχι-κειμενικότητά» της. Προς τι λοιπόν η ανάγκη να «ακουστεί» σε μορφή θεατρικού αναλογίου πριν καν ακόμη αναγνωστεί, επιτελέσει δηλαδή τον προορισμό του είδους της; Εξάλλου, το κείμενο, με τις ενδιάθετες εικόνες του, την αμιγή του λογοτεχνικότητα, τη δομή του τέλος ελάχιστα προσφέρεται ως άκουσμα: γράφτηκε για να αναγνωστεί. Κι αν πρέπει να ακουστεί, θα πρέπει να ακουστεί ως αφηγηματική γλώσσα. Ενταγμένο όμως στο πλαίσιο της σύγχρονης ελληνικής δραματουργίας, αυτο-προδίδεται, αυτο-αναιρείται αλλά και ακυρώνει την έννοια της δραματουργίας.

Ο συγγραφέας έχει ήδη παρουσιάσει εύστοχα δραματικά κείμενα. Αυτή τη φορά αποφάσισε να δοκιμαστεί στην πεζογραφία – τέχνη εξίσου απαιτητική που όμως διέπεται από διαφορετικές συμβάσεις. Και δημιουργεί με τη «Δυστυχία» του μια μορφή που μας αντιπροσωπεύει, που με έναν πλάγιο τρόπο, τη νιώθουμε δίπλα μας καθώς αφήνει τα παράξενα χνάρια της ακόμη κι όταν δεν μας είναι ορατή, χειροπιαστή, καθώς αυτή, υδάτινη, όλο γλιστράει. Όμως, η «Δεσποινίς Δυστυχία» δεν είναι δραματικό κείμενο, δεν έχει ανάγκη να διεκδικεί «πρώτη εμφάνιση» σε χώρους που δεν της πρέπουν.

Πολλοί νέοι καλλιτέχνες ξεχνούν πώς η προβολή με κάθε τρόπο, με πρώτη δοθείσα ευκαιρία, δεν λειτουργεί πάντα θετικά για το έργο τους. Μάλλον αποπροσανατολίζει τους ίδιους αλλά και το κοινό τους.

Και τέλος: υπάρχουν έργα γραμμένα για τη σκηνή. Παλαιότερων και νεότερων συγγραφέων μας. Τα εξαντλήσαμε όλα ώστε να στρεφόμαστε σε άλλα είδη; Και, ακόμη χειρότερα: τόσο πολύ το θέατρο θέλγει ώστε να μεταμφιέζονται αφηγηματικά κείμενα σε θεατρικά, αρνούμενα την ταυτότητά τους; Σε τούτη την παράξενη καρναβαλική εποχή που ζούμε ακόμη και τα κείμενα αποφάσισαν να μασκαρεύονται; Ήτοι, να αλλοτριώνονται οικειοθελώς; Ικανοποιώντας έξωθεν απαιτήσεις; Υποσχέσεις πώς μόνο υιοθετώντας άλλη, πλαστή ταυτότητα θα εξασφαλίσουν την επιβίωση;

* Ο Δημήτρης Τσατσούλης είναι καθηγητής Σημειωτικής του Θεάτρου και Θεωρίας της Επιτέλεσης στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου της Πάτρας και κριτικός Θεάτρου. 

Διαφήμιση

Τα σχόλια δεν είναι διαθέσιμα

Άποστολή άρθρου μέσο Email