Περί Φασισμού και Δυσάρεστων Υπενθυμίσεων

Τι είναι φασισμός; Αυτό το ερώτημα τέθηκε στην παρουσίαση του βιβλίου μου «Από το Τρίτο Ράιχ στην Ευρωπαϊκή Ένωση». Είναι εύκολο ιστορικά να εξακριβώσουμε, ότι όσο διευρύνεται το βαθύτατο χάσμα ανάμεσα στην καπιταλιστική εξουσία και στην κοινωνική πραγματικότητα τόσο ο ολοκληρωτισμός του κεφαλαίου θα απλώνει την σκιά του όλο και περισσότερο. Για τον γράφοντα, καπιταλισμός και φασισμός (ένα στάδιο όπου έχουν σαπίσει οι παραγωγικές σχέσεις) είναι ταυτολογία, και αυτό προσπαθώ να εξηγήσω στο βιβλίο.

Επιπρόσθετα, όταν ο δημοσιογράφος Δημήτρης Κούλαλης, με αφορμή το άρθρο του με τίτλο Βιομηχανία θανάτου ή, αλλιώς, ιμπεριαλισμός και φασισμός, μου ζήτησε την γνώμη μου για τον φασισμό έγραψα: «Όταν μιλάμε για τα αίτια που οδηγούν στην ανάπτυξη ή ακόμα στην αποσύνθεση και στην πτώση ενός συστήματος, πρέπει να έχουμε κατά νου πολλά δεδομένα και πολλούς παράγοντες για να κατανοήσουμε τους κοινωνικούς μηχανισμούς αναπαραγωγής ή λειτουργίας αυτού του συστήματος°όπως: Ιδεολογία, κοινωνικοί πολιτικοί, οικονομικοί, θρησκευτικοί και στρατιωτικοί θεσμοί, παραγωγικές σχέσεις και κοινωνικές τάξεις.

Στην εποχή μας, η μόνη λειτουργία που κατέχει κεντρική σημασία είναι εκείνη της αναπαραγωγής κεφαλαίου, που με την σειρά της καθορίζει όλες τις άλλες λειτουργίες της κοινωνίας. Για να διατηρηθεί, όμως, ο χαρακτήρας του καπιταλιστικού συστήματος, χρειάζεται η άνιση κατανομή και διανομή της ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής ανάμεσα στα μέλη της κοινωνίας. Ωστόσο, οι πολιτικές συσσώρευσης σε λίγα χέρια του παραγόμενου κεφαλαίου προϋποθέτει το απαραίτητο της πειθάρχησης του κόσμου της εργασίας στις εντολές αυτών που κατέχουν τον πλούτο. Ο Χίτλερ το πρώτο πράγμα που υποσχέθηκε στους κεφαλαιοκράτες ήταν πειθαρχημένους εργάτες, υποταγμένα συνδικάτα και νέες ελεύθερες αγορές. Με τα δικά του λόγια: «Η κυβέρνηση δεν θα προστατεύσει τα συμφέροντα του λαού με μια οικονομική γραφειοκρατία οργανωμένη από το κράτος αλλά με την υποστήριξη της ιδιωτικής πρωτοβουλίας». (βλέπε και ντοκιμαντέρ Φασισμός ΑΕ Άρη Χατζηστεφάνου) .

Οι ολοκληρωτικές αυτές απόψεις διαπερνούν όλους τους εγκέφαλους και ολόκληρη την σκέψη των νεοφιλελεύθερων, για αυτό δεν πρέπει να μας προξενούν έκπληξη τα συναισθήματα αλληλεγγύης του ιεροφάντη των ελεύθερων αγορών και των νεοφιλελεύθερων, Ludwig Heinrich von Mises που επισημαίνει ήδη από το 1927, ότι «κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι ο φασισμός έχει ήδη καταξιωθεί στην ιστορία ως ο σωτήρας του ευρωπαϊκού πολιτισμού (…) διότι κατάφερε να διασώσει την ατομική ιδιοκτησία και το δικαίωμα στην ανταλλαγή»! (Βλέπε: Από το Τρίτο Ράιχ στην Ευρωπαϊκή Ένωση εκδόσεις ΚΨΜ).

Ξεκάθαρα, λοιπόν, θα πω πως φασισμός είναι η επικράτηση συγκεκριμένων, επιθετικών παραγωγικών σχέσεων που εξασφαλίζουν την ταξική, ολοκληρωτική και βίαιη εξουσία των φορέων της αγοράς και του καπιταλισμού. Φασισμός είναι ο ολοκληρωτισμός της καπιταλιστικής κοινωνίας».

 

Όμως, σημαντικά ρεύματα της σύγχρονης «φιλελεύθερης και δυτικής» πολιτικής κουλτούρας ερμηνεύουν την ζώσα πραγματικότητα με την «κατανοητή» επιθυμία να ταυτίσουν τον κομμουνισμό με τον φασισμό. Γράφει η διανοούμενη κυρία Σώτη : «[…]δεν έχω καμία διάθεση να ανοίξω διάλογο με τους φασίστες και τους ηλιθίους του ΚΚΕ.[…] το ΚΚΕ  παραμένει ανελέητο όπως ήταν όταν παρέσυρε τους Έλληνες σε μαξιμαλιστικά αιτήματα, σε αποχή από τις εκλογές, σε εμφύλιο πόλεμο, σε πεισματική στάση ηρωισμού, σε κατασκευή θυμάτων: επιτίθεται, με φονικά ένστικτα, σε οποιονδήποτε τολμάει να αρθρώσει κάτι που δεν έχει εγκρίνει η σταλινική ηγεσία. […]οι κομμουνιστές έχουν πολλά κοινά με τους φασίστες στο ήθος και στο πολιτικό πρόγραμμα, αλλά επίσης γνώρισαν την καλύτερη στιγμή τους, το ζενίθ της δημοτικότητάς τους, στη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου». (Σώτη Τριανταφύλλου: Λογική του Κατήφορου είναι ο Πάτος athensvoice 17.04.201).

 

Πάντοτε, όμως, υπήρχαν διανοούμενοι οι οποίοι πέρα από βαθιά, όσο ο πάτος ενός πηγαδιού, δημοκράτες, έκρυβαν στο κρανίο τους, στα νευρωνικά τους δίκτυα, ένα μηχανισμό, που τους προσέφερε αρμονικές δομές αντίληψης με ιδεολογική συνοχή.

Μόνο, όμως, για όσους διαθέτουν ισοπεδωμένη συνείδηση. Με μεγάλη διαύγεια ο Μπέρτολντ Μπρεχτ είχε επισημάνει: «Η ιστορία της ανθρώπινης διανόησης παρουσιάζει μεγάλες περιόδους μερικής ή ολικής πνευματικής στειρότητας, παραδείγματα τρομακτικών οπισθοδρομήσεων και μαρασμού. Με κατάλληλα μέσα μπορεί να οργανωθεί η βραδύνοια σε μεγάλη έκταση. Κάτω από ορισμένες συνθήκες, ο άνθρωπος είναι σε θέση να μάθει το ίδιο καλά ότι δύο επί δύο κάνει πέντε, και όχι τέσσερα. Ο Άγγλος φιλόσοφος Χομπς είπε ήδη στο 17ο αιώνα: «Αν το θεώρημα, ότι το άθροισμα των γωνιών ενός τριγώνου ισούται με δύο ορθές, αντιστρατευόταν τα συμφέροντα των εμπόρων, οι έμποροι θα έβαζαν αμέσως να καούν όλα τα βιβλία της Γεωμετρίας». (Μπέρτολντ Μπρεχτ «Για την τέχνη και την πολιτική»).

 

Ας θυμηθούμε δυο τέτοιους διανοούμενους: τον έναν τον έλεγαν Σπύρο Μελά και τον άλλο Νίκο Καζαντζάκη. Οι δυο τους νοίκιαζαν την πένα και την ευφυΐα τους στην εφημερίδα «Καθημερινή», η οποία από την πρώτη στιγμή είχε μια συνεπή ιδεολογική ταύτιση με την φασιστική ταυτότητα του Μεταξικού καθεστώτος, και πανηγύριζε για τις επιτυχίες του Φράνκο και των φασιστών του, ενώ ταυτόχρονα στηλίτευε τον «κομμουνιστικό όχλο».

Δεν έγραφε τυχαία το 1941 ο εκδότης της «Καθημερινής» Γεώργιος Βλάχος την «Ανοικτή επιστολή» του προς «την Αυτού Εξοχότης τον κ. Α. Χίτλερ, Αρχικαγκελλάριον του Γερμανικού Κράτους» ανάμεσα σε άλλα τα εξής:  «[…] Δεν πιστεύομεν ὅτι στρατὸς μὲ ἱστορίαν καὶ μὲ παράδοσιν -αὐτὸ καὶ οἱ ἐχθροί του δὲν τὸ ἀρνοῦνται- θὰ θελήση νὰ κηλιδωθῆ διὰ μιᾶς πράξεως παναθλίας. Δὲν πιστεύομεν ὅτι ἕνα Κράτος πάνοπλον, ὀγδοήκοντα πέντε ἑκατομμυρίων ἀνθρώπων, μαχόμενον διὰ νὰ δημιουργήση εἰς τὸν Κόσμον «νέαν τάξιν πραγμάτων» -τάξιν, φανταζόμεθα, ἀρετῆς- θὰ ζητήση νὰ πλευροκοπήση ἕνα Ἔθνος μικρόν, ποῦ ἀγωνίζεται ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας του, μαχόμενον πρὸς μίαν Αὐτοκρατορίαν (σ.σ Ιταλία) σαράντα πέντε ἑκατομμυρίων».

Δεν υπάρχει, λοιπόν, κανένα ιδεολογικό ζήτημα περί της φύσης του φασισμού, ο οποίος άλλωστε, σύμφωνα με τον Βλάχο, μάχεται «διὰ να δημιουργήση εις τον Κόσμον «νέαν τάξιν πραγμάτων» -τάξιν, φανταζόμεθα, αρετής» και εκλιπαρεί την Αυτού φασιστική Εξοχότης του Αδόλφου Χίτλερ να μην «ἐπιχειρήσει να εισβάλει εις την Ελλάδα», μάλλον γιατί η χώρα έχει πλεόνασμα αρετής, που δεν διέθετε ο υπόλοιπος κόσμος, άρα ήταν δουλειά του φασισμού να την εγκαθιδρύσει.

 

Ας γυρίσουμε, όμως, στους διανοούμενους και ας δούμε τα πράγματα από την οπτική γωνία τους, η οποία αναμφισβήτητα αναπτύχθηκε με το αζημίωτο, καθώς ο φασιστικός προπαγανδιστικός μηχανισμός του Μεταξά ευχαρίστως χρησιμοποίησε τις πένες τους.

Ο συγγραφέας, ακαδημαϊκός και ιδρυτικό μέλος της ΕΣΗΕΑ,  Σπύρος Μελάς, για τον οποίο ο φασίστας Φράνκο είναι «μια Θρησκεία μια πίστις» περιγράφει τους φρικαλέους αριστερούς στην «Καθημερινή» στις 7-5-1939 με τα εξής λόγια: «Ένα πρωί στην επαναστατημένη Μαδρίτη […] παρουσιάστηκε ξαφνικά ένας τύπος απίθανος: πίσω από ένα ρούσσικο τανκς ένα κεφάλι εβαιοασιάτου, εβραιομογγόλου […]. Ήταν σαν άλλος Διόνυσος των Ερυθρών- μέγας επιστημών της σαδιστικής ηδονής, επάνω στο σύγχρονο άρμα του ολέθρου. Και πίσω του ακολουθούσαν συμπλέγματα Μαινάδων και Σατύρων οι ερυθρές μιντινέτες, ξεφρενιασμένες, διψασμένες για αίμα, τραγουδώντας την Διεθνή…» (Διαβάστε : 1936 Ελλάδα και Ισπανία εκδόσεις Βιβλιόραμα )

Ο έτερος διανοούμενος ανταποκριτής της «Καθημερινής» στην Ισπανία, ο για πολλούς κορυφαίος της ελληνικής λογοτεχνίας και σίγουρα ο περισσότερο μεταφρασμένος παγκοσμίως Έλληνας λογοτέχνης, Νίκος Καζαντζάκης τροφοδοτεί τους αναγνώστες με λογοτεχνικές αφηγήσεις για τις «φρικαλεότητες» των αριστερών που καίνε «ζωντανούς ιερείς, παιδιά και νοικοκυραίους». Γράφει άρθρα με τίτλους όπως: «Αλκάθαρ το Μεσολόγγι της Ισπανίας», τη Σχολή Ευελπίδων της Ισπανίας, εξυμνώντας την αντίσταση των φασιστών αξιωματικών. Και ο μεγάλος λογοτέχνης,αφού πρώτα διαπιστώνει πως «η δημοκρατία έφερε την αναρχία και τη διάλυση» καταλήγει : « Ο φασισμός και ο χιτλερισμός είναι φαινόμενα βαθιά σημαντικότατα άξια του πιο μεγάλου σεβασμού και φόβου […] Ο Μουσολίνι και ο Χίτλερ είναι δυο μεγάλοι πρωταθλητές που συντελούν με τρόπο τον εδικό τους… να λυθεί το τρομακτικό δράμα που ζούμε». (Διαβάστε : 1936 Ελλάδα και Ισπανία εκδόσεις Βιβλιόραμα )

 

Πάντως, ολοκληρωμένη εικόνα για την ομοίωση του κοινοβουλευτισμού και όλων των τότε κοινωνικών δομών με τον φασισμό θα έχει κάποιος αν «δει το περιεχόμενο διαφόρων ανακοινώσεων και διακηρύξεων ανοικτής υποστήριξης υπέρ του Φράνκο «επίλεκτων» προσωπικοτήτων των γραμμάτων και της ακαδημαϊκής κοινότητας (Κ. Παλαμάς, Γρ. Ξενόπουλος), αλλά και επιφανών εκπροσώπων σύσσωμου σχεδόν του «εξοστρακισμένου πολιτικού φάσματος», από τον βενιζελισμό έως τη μοναρχική παράταξη (ενδεικτική η περίπτωση του Γ. Στρέιτ) και, τέλος, της εκκλησίας με επίσης ευνοϊκές ανακοινώσεις της Ιεράς Συνόδου υπέρ του Φράνκο». (Φιλιππής Δημήτρης: Οι πειρατές της δημοκρατίας – οι κουρσάροι του φασισμού: Στιγμιότυπα από τον ισπανικό εμφύλιο στη Μεσόγειο).

 

Όσο αφορά στον Καζαντζάκη, όπως ο ίδιος έλεγε, δεν πίστευε σε τίποτα γιατί ήταν άνθρωπος ελεύθερος. Ως ελεύθερος άνθρωπος, λοιπόν, διετέλεσε υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου της κυβέρνησης του Σοφούλη το 1945. Ενώ παλαιοτέρα είχε διοριστεί από τον παρασημοφορημένο από τον Μουσολίνι, Ελευθέριο Βενιζέλο, Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Περιθάλψεως. Πήρε μέρος στην Ελληνική εκστρατεία ενάντια στην Σοβιετική Ένωση, στα πλαίσια της «Μεγάλης Ιδέας», όπου μαζί με τον συνταγματάρχη Ηρακλή Πολεμαρχάκη προσπάθησαν να τραβήξουν τους Έλληνες της περιοχής από την επιρροή των μπολσεβίκων και να ιδρύσουν ένα ελληνοαρμενικό κράτος.

Όμως, είχε αποδεχτεί ο διανοούμενος Καζαντζάκης τον φασισμό; Ήταν έγκυρη η άποψη του για την αξία ανθρώπων όπως ο Χίτλερ, ο Μουσολίνι και ο Φράνκο;

Ο Καζαντζάκης δεν παίρνει θέση υπέρ τους, ανοήτως. Παραγγελίες, μιας κολοσσιαίας κυβερνητικής προπαγανδιστικής γραμμής εκτελούσε παίρνοντας θέση υπέρ των φασιστικών καθεστώτων.

Έτσι κι αλλιώς, ο Καζαντζάκης στην καλύτερη περίπτωση στεκόταν πάντα μακριά από τη ζωή, τους αγώνες, μα και από τα κινήματα του εργαζόμενου λαού. Καθ’ όλη τη διάρκεια της φασιστικής κατοχής, όντας απογοητευμένος, κατά δήλωσή του, ζει απομονωμένος στην Αίγινα κάνοντας αντίσταση… δουλεύοντας πυρετωδώς. Αυτός ήταν λεύτερος άνθρωπος. Εύκαμπτος στη μέθοδο προσέγγισης (ως και ύμνους για τον Λένιν έγραψε) διότι δε ως σπουδαίος διανοούμενος, δεν χρειάζεται απόδειξη. Έφτανε η δήλωση του.

Ο φασισμός ωστόσο δεν ήταν και δεν είναι ένα κίνημα μόνο για φουσκωτούς καραφλούς ηλίθιους. Με τον φασισμό συντάχτηκαν ο Μυριβήλης, ο Μωραϊτίνης αναφανδόν και λίγο πιο επιφυλακτικά ο Καραγάτσης. Άνθρωποι των γραμμάτων και διανοούμενοι, όλοι τους της περίφημης γενιάς του 1930, μεταβλήθηκαν σε ζηλωτές του φασισμού, με τιμητική εξαίρεση τον Κοσμά Πολίτη.

Ας μην υποτιμούμε, λοιπόν, τον φασισμό και τον δυναμισμό που επέδειξε τουλάχιστον σε εκείνα τα προπολεμικά χρόνια. Είχε απήχηση δια μέσου της Εκκλησίας και των μοναρχικών σε μεγάλο μέρος του λαού που πίστευε και στα δυο: στον θεό και στον βασιλιά. Μα κύρια, ο πυρήνας της πελατείας του φασισμού εντοπίζεται στα μεσαία κοινωνικά στρώματα της υπαλληλοκρατίας, που ήταν μπολιασμένα με την «μεγάλη ιδέα», τον σοβινισμό και την προγονοπληξία. Βασιλιάς, ψωμί, ελιά, και μεγάλη πατρίδα των δυο ηπείρων και των πέντε θαλασσών. Οπότε λογικό είναι, και διανοούμενοι που λογίζονται για την «ενότητα του έθνους» και όχι για τα οικονομικά και κοινωνικά συστήματα να είναι εν δυνάμει ή ακόμα και προσήλυτοι υποστηριχτές του φασισμού.

Άρα, η ιδεολογοποίηση της κρατικής καταστολής και η υποβάθμιση της σημασίας του φασισμού ως ιστορικού φαινομένου του καπιταλισμού στην πιο ωμή και καταπιεστική μορφή του, από ηθικά εύκαμπτους διανοούμενους, ήταν επιβεβλημένη, όπως ακριβώς σήμερα.

 

Διαφήμιση

Τα σχόλια δεν είναι διαθέσιμα

Άποστολή άρθρου μέσο Email