Οι Γερμανικές αποζημιώσεις και το παλάτι του Οθωνα

Τελικά σημασία έχει ποιός χρωστάει σε ποιόν!

ΑΝΔΡΕΑΣ ΔΕΝΕΖΑΚΗΣ ΑΝΔΡΕΑΣ ΔΕΝΕΖΑΚΗΣ Πολιτική • 18 Σεπτεμβρίου 2014

Στη χτεσινή συνεδρίαση της Διακομματικής επιτροπής της Βουλής για την Διεκδίκηση των Γερμανικών Αποζημιώσεων συμφωνήθηκε ότι είναι αναγκαίο να εντατικοποιηθεί και να συστηματοποιηθεί η προσπάθεια της ελληνικής πλευράς με στόχο… την ενημέρωση και την ευαισθητοποίηση της κοινής γνώμης για την διεκδίκηση των αποζημιώσεων…

Για άλλη μια φορά αναζητήθηκαν και αναζητούνται λεπτοί χειρισμοί, προσεκτικές διατυπώσεις και ευγενικοί τρόποι γεμάτοι διακριτικότητα, προκειμένου να ενημερωθούν οι Γερμανοί και οι ευρωπαϊκές αντιπροσωπείες που έρχονται εδώ, για την ύπαρξη μιας… μικρούλας εκκρεμότητας που εξακολουθεί και υπάρχει από την περίοδο που οι Γερμανοί κατακτητές λεηλάτησαν το χρυσό της Τράπεζας της Ελλάδος με το αναγκαστικό κατοχικό δάνειο, το οποίο δεν εξοφλήθηκε ποτέ, με κάτι… μικρούλες αποζημιώσεις για τις καταστροφές στις υποδομές της χώρας που προξένησαν, για τις απώλειες σε ανθρώπινες ζωές που προκάλεσαν οι ναζιστικές θηριωδίες και την αρπαγή αρχαιολογικών θησαυρών που ποτέ δεν επιστράφηκαν.

Τελικά φαίνεται πως η καταλυτική παράμετρος για το κύριο ζήτημα είναι το «ποιος χρωστάει σε ποιόν», όπως δείχνει χαρακτηριστικά και το παρακάτω απόσπασμα το οποίο αναφέρεται στην χρηματοδότηση της ανέγερσης του Παλατιού του Οθωνα το 1836:

«Στον προϋπολογισμό του 1836 αναγράφτηκαν πεντακόσιες χιλιάδες δραχμές για ν’ αρχίσει η ανοικοδόμηση. Αυτές ξοδεύτηκαν για να διαμορφωθεί ο χώρος και να μπούνε τα θεμέλια. Ο υπουργός των Οικονομικών γύρεψε από το Συμβούλιο της Επικρατείας να εγκρίνει το ίδιο ποσό για το 1937. Μα ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος. Ο Οθωνας, που στ’ αναμεταξύ είχε παντρευτεί, στην απελπισία του γύρεψε, στις 18 του Φλεβάρη 1837, δάνειο από τον πατέρα του 1.670.000 φιορίνια που ισοδυναμούσαν με 3.900.000 δραχμές. Στο γράμμα του παρακαλούσε τον Λουδοβίκο ν’ αποφασίσει το πιο γλήγορα «διότι άλλως», τούλεγε, «θα ευρεθώ υποχρεωμένος ν’ αναστείλω τας οικοδομικάς εργασίας, πράγμα το οποίον θα ήτο επιζήμιον δι’ εμέ και θα είχε δυσμενή απήχησιν επί της δημοσίας γνώμης».

Ο Λουδοβίκος σύντρεξε το γιό του και του δάνεισε τα χρήματα που του γύρεψε, με τούτον, όμως εδώ τον περίεργο τρόπο. Δεν τάδωσε από δικά του κι ούτε τα γύρεψε από την κυβέρνησή του, παρά τα πήρε, δίχως να ρωτήσει κανέναν, από χρήματα που σύμφωνα με τη συνθήκη της Βιέννης η Γαλλία είχε αποζημιώσει τη Γερμανική Ομοσπονδία κι αυτή του τα είχε εμπιστευτεί για να φτιάσει πάνω στο Ρήνο το κάστρο του Γέρμερσχάιμ.

Και τώρα θα ρωτήσεις: Το δάνειο αυτό το ξόφλησε ποτέ ο Οθωνας: Ο Οθωνας όχι, η Ελλάδα όμως ναι. Κι άκου να δεις πως γίνηκε. όταν το 1848 ο Λουδοβίκος εκθρονίστηκε, για τις χάρες της χορεύτριας Λόλας Μοντές, το θυμήθηκε, γιατί τόσο ο γιός του Μαξιμιλιανός που ανέβηκε στο θρόνο όσο κι η κυβέρνηση της Βαυαρίας του γύρευαν τα ξένα λεφτά που άρπαξε. «Ο υιός μου Βασιλεύς και η Κυβέρνησίς του», έγραφε στον Οθωνα στις 20 του Φλεβάρη 1849, «με πιέζουσι ν’ αποδώσω το δάνειον εις το δημόσιον ταμείον εκ της ιδίας μου περιουσίας (…) Εφ’ όσον ήσο απόλυτος Μονάρχης εγένετο το δάνειον, κατόρθωσε νυν τουλάχιστον να το αναγνωρίση η Βουλή και να καταβληθώσιν οι καθυστερούμενοι τρέχοντες τόκοι, εάν μή το κεφάλαιον. Είμαι πνιγμένος».

Τα οικονομικά όμως του τόπου είταν τότες χειρότερα από ποτέ. Όχι μονάχα κανείς ποια δε μας έδινε πενταράκι, παρά μας γύρευαν τους καθυστερημένους τόκους και τα χρεωλύσια από κείνο το περίφημο δάνειο των εξήντα εκατομμυρίων. Φτάνει να σου πω, για να δεις ποια είταν τα χάλια μας, πως ο προϋπολογισμός παρουσίασε έλλειμμα κείνον το χρόνο δυό εκατομμύρια δραχμές. Με κανέναν λοιπόν τρόπο δε μπορούσε να δεχτεί η Βουλή να ξοφλήσουμε ένα δάνειο, που γι’ αυτό το ελληνικό κράτος δεν είχε πάρει την παραμικρή υποχρέωση κι είταν, στο κάτω κάτω της γραφής, μια ιδιωτική υπόθεση ανάμεσα στον Λουδοβίκο και το γιό του. Τα χρήματα, καθώς είπανε, δεν πήγαν σ’ εθνικές ανάγκες, μα σε βασιλικές οικοδομές.

— Το σκάσαμε λοιπόν κανόνι;

— Όχι και στάσου να δεις τι νόστιμα που μας ανάγκασαν οι γερμανοί να το πλερώσουμε.

Το 1867 πέθανε εξόριστος ο Οθωνας κι έπειτα από λίγο πέθανε κι ο Λουδοβίκος. Το δάνειο για το παλάτι είχε πια ολότελα ξεχαστεί. Κι όμως ο «σιδηρούς» καγκελάριος Μπίσμαρκ, έπειτα από την ένωση της Γερμανίας, το θυμήθηκε στην κατάλληλη ώρα. Όταν ύστερα από το ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1877 – 1878 ακολούθησαν η συνθήκη του Βερολίνου κι έπειτα οι διαπραγματεύσεις των μεγάλων Δυνάμεων για το Ελληνικό ζήτημα, που κατέληξαν στην παραχώρηση της Θεσσαλίας, ο Μπίσμαρκ ξέθαψε την υπόθεση του μυστικού δανείου ανάμεσα στους πεθαμένους πια από καιρό Λουδοβίκο και Οθωνα και μας ανάγκασε να το πλερώσουμε, το 1883, στους κληρονόμους του Λουδοβίκου, διαφορετικά δεν παίρναμε, λέει, μήτε σπιθαμή από την Τουρκιά!

Καθώς βλέπεις, μπορούν πολλά πράγματα να ξεχνάνε οι μεγάλοι, το παραδάκι όμως δεν το λησμονάνε ποτέ.»

Το απόσπασμα είναι από το βιβλίο «ΟΘΩΝΑΣ – Η ΜΟΝΑΡΧΙΑ», του Δημήτρη Φωτιάδη, εκδόσεις ΔΩΡΙΚΟΣ, Αθήνα 1975, σελίδες 160 – 161.

Στη χτεσινή συνεδρίαση της Επιτροπής της βουλής κλήθηκε ο πρέσβης επί τιμή Ιωάννης Μπουρλογιάννης – Τσαγγαρίδης ο οποίος έκανε λόγο για πολύτιμο χρόνο που χάθηκε και για ενέργειες που έπρεπε να γίνουν νωρίτερα. Στο τέλος συμβούλεψε να συσταθούν ολιγομελείς επιτροπές στο Ευρωκοινοβούλιο, με συμμετοχή σε όλες του Μανώλη Γλέζου, να επισκεφτούν πρωτεύουσες χωρών να τους δώσουν ένα «μεμοράντουμ» ώστε όταν έρθει το θέμα σε συζήτηση στην Ευρωβουλή να είναι όλοι ενήμεροι.

Ο πρόεδρος της Επιτροπής της Βουλής Κώστας Τζαβάρας δήλωσε ότι «βρισκόμαστε στο σημείο όπου το τίποτα αρχίζει να διαμορφώνεται σε κάτι» και «στόχος μας πρέπει να είναι η ευαισθητοποίηση της κοινής γνώμης. Οσο μένει σε κλειστά γραφεία υπουργών ή στο κοινοβούλιο είναι σε κατάσταση αναστολής το θέμα».

Ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Παναγιώτης Κουρουμπλής ανάφερε ότι μια σκέψη είναι να ενεργοποιηθούν οι Πρόεδροι των Επιτροπών φιλίας και να ενημερωθούν τουλάχιστον οι ευρωπαϊκές αντιπροσωπείες που έρχονται εδώ.

Η βουλευτίνα του ΣΥΡΙΖΑ Ζωή Κωνσταντοπούλου τόνισε ότι «εναπόκειται στη δική μας διεκδικητικότητα, μαχητικότητα και αποφασιστικότητα να μπορέσουμε να ανακτήσουμε τα οφειλόμενα. Εχουμε πολύ ισχυρά νομικά επιχειρήματα. Το πιο ισχυρό από όλα είναι ότι οι αξιώσεις μας αυτές συνδέονται με εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, απαράγραπτα, και άρα κατά το Διεθνές Δίκαιο επεκτείνονται και οι προδιαγραφές αστικών αξιώσεων».

Η τοποθέτηση του βουλευτή του ΚΚΕ, Σπύρου Χαλβατζή ήταν μακριά από τακτικισμούς και διπλωματικές αβρότητες:

«Το ΚΚΕ στο θέμα των γερμανικών αποζημιώσεων, του κατοχικού δανείου απορρίπτει την αντίληψη των προσεκτικών διατυπώσεων και της ανάγκης λεπτών χειρισμών. Οι ελληνικές απαιτήσεις είναι συγκεκριμένες. Οι διεκδικήσεις της Ελλάδας είναι απαιτητές. Και είναι: Το αναγκαστικό, κατοχικό δάνειο, οι καταστροφές των υποδομών της χώρας (λεηλασίες, εργοστάσια, δρόμοι, λιμάνια, αεροδρόμια, αρπαγή αγροτικής και άλλης παραγωγής). Οι αποζημιώσεις για το ανθρώπινο δυναμικό που χάθηκε. Να επιστραφούν οι αρχαιολογικοί θησαυροί που ληστεύθηκαν από τις ναζιστικές δυνάμεις στη διάρκεια της γερμανικής κατοχής.

Θεωρούμε ότι η παραπομπή του θέματος των γερμανικών αποζημιώσεων σε επιτροπές, ευρωπαϊκά Κοινοβούλια και άλλους οργανισμούς, δεν θα κάνει τίποτα άλλο από το να παραπεμφθεί το αίτημα στις ελληνικές καλένδες.

Μέχρι σήμερα δεν υπήρξε και δεν υπάρχει πολιτική βούληση από καμιά κυβέρνηση να διεκδικηθούν οι γερμανικές αποζημιώσεις».

Ετικέττες: , , , ,

Διαφήμιση

Ένα Σχόλιο - "Οι Γερμανικές αποζημιώσεις και το παλάτι του Οθωνα"

Άποστολή άρθρου μέσο Email